Την έγκριση των Βρυξελλών αναμένει η κυβέρνηση προκειμένου να προχωρήσει σε μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης, εξετάζοντας μια παρέμβαση που αποκτά χαρακτήρα κατεπείγοντος υπό το βάρος της ανόδου των τιμών των καυσίμων και της επιβάρυνσης που αυτή προκαλεί στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Η ευρωπαϊκή νομοθεσία καθορίζει ελάχιστους συντελεστές φορολόγησης των ενεργειακών προϊόντων, αφήνοντας στα κράτη-μέλη τη δυνατότητα να εφαρμόζουν υψηλότερους συντελεστές ανάλογα με τις εθνικές επιλογές τους. Για το πετρέλαιο που χρησιμοποιείται για θέρμανση, το ελάχιστο επίπεδο ΕΦΚ στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχεται σε μόλις 21 ευρώ ανά 1.000 λίτρα.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης ανέρχεται σήμερα σε 280 ευρώ ανά 1.000 λίτρα ή 0,28 ευρώ ανά λίτρο. Ο συγκεκριμένος μειωμένος συντελεστής εφαρμόζεται στο πετρέλαιο εσωτερικής καύσης που διατίθεται ως καύσιμο θέρμανσης κατά τη χειμερινή περίοδο, από τις 15 Οκτωβρίου έως και τις 30 Απριλίου. Σε πρακτικούς όρους, μόνο ο ΕΦΚ επιβαρύνει μια παραγγελία 500 λίτρων με 140 ευρώ, ενώ για μια παραγγελία 1.000 λίτρων η επιβάρυνση φθάνει τα 280 ευρώ. Τα ποσά αυτά αφορούν αποκλειστικά τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης και όχι το σύνολο της φορολογικής επιβάρυνσης που ενσωματώνεται στην τελική τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής.
Τι ισχύει στην υπόλοιπη Ευρώπη
Η απόσταση από την υπόλοιπη Ευρώπη είναι σημαντική. Με βάση τα συγκρίσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2025, ο ελληνικός ΕΦΚ των 280 ευρώ ανά 1.000 λίτρα βρίσκεται αισθητά υψηλότερα από τον απλό μέσο όρο των 27 κρατών-μελών, ο οποίος υπολογίζεται περίπου στα 192 ευρώ ανά 1.000 λίτρα.
Η διαφορά φθάνει έτσι περίπου τα 88 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, με τον ελληνικό συντελεστή να βρίσκεται περίπου 46% πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση από το κατώτατο όριο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Με ελάχιστο συντελεστή 21 ευρώ ανά 1.000 λίτρα για το πετρέλαιο θέρμανσης, ο σημερινός ελληνικός ΕΦΚ είναι περισσότερο από 13 φορές υψηλότερος.
Αυτή ακριβώς η απόσταση δημιουργεί περιθώριο για παρέμβαση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η δημοσιονομική εξίσωση είναι απλή. Κάθε μείωση του φόρου πρέπει να σταθμιστεί σε σχέση με την επίδρασή της στα κρατικά έσοδα, σε μια περίοδο κατά την οποία οι εισπράξεις από τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης κινούνται ήδη χαμηλότερα από τους στόχους του προϋπολογισμού.
Τα οριστικά στοιχεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού για το επτάμηνο Ιανουαρίου – Ιουλίου 2026 δείχνουν ότι τα συνολικά έσοδα από ΕΦΚ διαμορφώθηκαν στα 3,964 δισ. ευρώ, καταγράφοντας υστέρηση 224 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου.
Ειδικά στα ενεργειακά προϊόντα, οι εισπράξεις στο επτάμηνο διαμορφώθηκαν στα 2,238 δισ. ευρώ, έναντι πρόβλεψης 2,442 δισ. ευρώ. Η απόκλιση ανέρχεται συνεπώς σε περίπου 203 εκατ. ευρώ ή 8,3% κάτω από τον στόχο. Σε σύγκριση με το αντίστοιχο επτάμηνο του 2025, όταν οι εισπράξεις είχαν κινηθεί στα επίπεδα των 2,442 δισ. ευρώ, προκύπτει επίσης μείωση περίπου 204 εκατ. ευρώ ή 8,4%.
Η κυβέρνηση καλείται επομένως να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο πιέσεις: από τη μία, στην ανάγκη να περιοριστεί το ενεργειακό κόστος για τα νοικοκυριά πριν από τη χειμερινή περίοδο και, από την άλλη, στην ανάγκη να μην ανοίξει μεγαλύτερη τρύπα στα φορολογικά έσοδα από τα καύσιμα.
Το τελικό ύψος μιας πιθανής μείωσης θα είναι καθοριστικό τόσο για το όφελος στην τσέπη του καταναλωτή όσο και για το δημοσιονομικό κόστος. Ενδεικτικά, κάθε μείωση του ΕΦΚ κατά 50 ευρώ ανά 1.000 λίτρα αντιστοιχεί σε ελάφρυνση 2,5 ευρώ στα 50 λίτρα, 25 ευρώ στα 500 λίτρα και 50 ευρώ στα 1.000 λίτρα, πριν συνυπολογιστούν οι υπόλοιπες επιδράσεις στην τελική τιμή.
Πηγή: dnews.gr
































