Τα χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη αποτελούσαν πάντα μια εξαίσια επιλογή για ένα λογοτεχνικό ταξίδι ανθρωπογεωγραφίας. Ένα ταξίδι νοσταλγίας αλλά και κατάνυξης που αναδεικνύει αξίες και αποτυπώνει το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής. Ίσως είναι περιττό να επαναλάβουμε ότι ο Αλ. Παπαδιαμάντης είναι ο μεγαλύτερος Έλληνας πεζογράφος, όχι μόνο γιατί το έργο του είναι πρότυπο αριστοτεχνίας και απαράμιλλης ποιητικής τέχνης που βρίθει αληθινής χριστιανοσύνης, αλλά κυρίως γιατί οι ήρωές του αποτελούν την ψυχή του ελληνικού λαού με όλα τα τρωτά της.
Γράφει η Σοφία Κανταράκη, Φιλόλογος, Διευθύντρια 2ου Προτύπου Γυμνασίου Βόλου
Εν όψει των Χριστουγέννων οι πρωταγωνιστές του λαμβάνουν μια πιο εξαγνισμένη ψυχή. Την ίδια ενδεχομένως που είχε και ο ίδιος. Καρτερικός, ανυπόκριτος και ατόφιος δεν έπαιξε κανένα ρόλο, δεν υποκρίθηκε, δεν μεταμφιέστηκε και δεν «ζητιάνεψε» αναγνώριση. Οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις, η αφοσίωσή του στα πνευματικά δεν τον εμπόδιζαν να έχει κοσμικές ανησυχίες και να συναναστρέφεται «μες την πολλή συνάφεια του κόσμου». Στο έργο του το μίσος, η κακεντρέχεια και ο φθόνος είναι από τις «αγαπημένες» συνήθειες των ηρώων του: «… μικρόν χωρίον, μεγάλη κακία. Το μῖσος ἐμαίνετο, καί μαινόμενον ἐβασίλευεν, ἐν μέσῳ οἰκογενειῶν καί ἀτόμων. Ἐκυκλοφόρει εἰς ὅλας τάς ἀρτηρίας, εἰς ὅλας τάς φλέβας τῆς μικρᾶς κοινωνίας. Ὁ ἅγιος νόμος τοῦ Χριστοῦ κατεπατεῖτο, ἀπεδίδετο πάντοτε κακόν ἀντί κακοῦ, πολλάκις κακόν ἀντί ἀγαθοῦ, οὐδέποτε ἀγαθόν ἀντί κακοῦ». Οι ήρωές του απλώνονται σε όλο το φάσμα της ανθρώπινης κατηγοριοποίησης. Γυναίκες του λαού: παπαδιές, χήρες, μαυροφορεμένες αρχόντισσες καραβοκύρηδων, αρραβωνιαστικές ξενιτεμένων παλικαριών, που καρτερικά περιμένουν την επιστροφή τους. Είναι όμως και αυτά τα κοριτσάκια που άδικα χάθηκαν γλιστρώντας στον νερό ή πέφτοντας στο πηγάδι. Είναι όμως και οι πολλές γραίες που συνειδητά και ασυνείδητα μαζί κάνουν το κακό, που υποφέρουν για να γιατροπορέψουν τους δικούς τους, που υπηρετούν μέχρις εσχάτων τους πάντες και το μυαλό τους τελικά «ψιλώνει» και τους προδίδει. Για παράδειγμα στο διήγημα «Το Χριστόψωμο» η γριά Καντάκαινα προσφέρει στη νύφη της «φαρμακωμένο χριστόψωμον», επειδή θεωρούσε ότι αδυνατούσε να τεκνοποιήσει. Όταν, τελικά, από λάθος το τρώει ο γιος της και «ενομίσθη ότι ο θάνατος προήλθεν εκ παγώματος…», η Καντάκαινα αποσβολωμένη σιωπά και βυθίζεται στη θλίψη και τη δυστυχία. Είναι και οι κοπελιές που κρυφαγαπούν καθήμενες στο παραθύρι, σιγοτραγουδούν για τον έρωτά τους προσδοκώντας ανταπόκριση. Και από την άλλη άντρες που αγαπούν αληθινά και αναμένουν ένα πέρασμα, έναν χαιρετισμό με πόθο, ένα ψιθύρισμα θαλασσινού αέρα με νότες αγάπης.
Παραμονή Χριστουγέννων
Στο διήγημα η «Υπηρέτρα», η Ουρανιώ παραμονή Χριστουγέννων περιμένει τον πατέρα της να επιστρέψει στο σπίτι από τη θάλασσα και η αργοπορία του επιτείνει την αγωνία της, καθώς ανησυχεί μήπως έχει βουλιάξει η βάρκα. Όταν εκείνος εμφανίζεται, η Ουρανιώ νιώθει μεγάλη αγαλλίαση: «Ο πατήρ της δεν της είχε φέρει ούτε αυγά, ούτε μυζήθρες, ούτε όρνιθες, αλλά της έφερε το σκληραγωγημένον και θαλασσόδαρτον άτομόν του και τας δύο στιβαράς και χελωνοδέρμους χείρας του…». Η αγάπη στο έργο του πεζογράφου συνοδοιπορεί με τον αγώνα για επιβίωση, συμβαδίζοντας με τη χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα. Πρόσωπα καθημερινά της διπλανής μας πόρτας, άνθρωποι που αφήνουν το ίδιο αποτύπωμα με λάθη, παραλείψεις, σκοπιμότητες κάτω από το πέπλο του πόνου, της ανησυχίας και της αγωνίας τους για το αύριο. Όλους αυτούς τους εξιλεώνει η δυστυχία και η αδυναμία να αντισταθούν στο πεπρωμένο. Άλλωστε, η ανθρώπινη φύση επιρρεπής στο κακό αιφνιδιάζει με τη δύναμή της.
Αυτή είναι η τέχνη του Παπαδιαμάντη
Ο Παπαδιαμάντης αναδεικνύει αυτό ακριβώς, ότι όλοι θα κάνουμε το πέρασμα από τις ατραπούς του κακού αλλά στο τέλος ο ίδιος ο δημιουργός μάς συμπονά και μας συγχωρεί. Η αληθινή χριστιανοσύνη του δεν αφήνει περιθώρια υποχώρησης σε αυτά τα πλάσματα, τα «σκιάς ασθενέστερα και ονείρων απατηλότερα», να διαλυθούν σαν καπνός στην ανθρώπινη ματαιότητα. Ο λυρισμός του άλλωστε και αυτή η έντονη περιγραφική του δεινότητα που εισχωρεί στα μύχια των ψυχών, συντείνει στο να κατανοήσουμε τον εσωτερικό πόνο και το αδιέξοδο των ανθρώπινων πράξεων. Ο Μαλακάσης είχε πει ότι ο Παπαδιαμάντης είναι ο μεγαλύτερος νεοέλληνας ποιητής, γιατί γνώριζε περισσότερο από όλους να ζωντανεύει ανθρώπους, θάλασσες, βουνά, βράχους και δέντρα. Και τούτο «χωρίς να ζητάει να καταπλήξει ούτε να συγκινήσει με βίαια μέσα. Αυτό η ευθύτητα της τέχνης του το αποκρούει. Υποβάλλει και συγκινεί και κάνει τους ανθρώπους σκεφτικούς και φιλοσόφους και προ πάντων νοσταλγούς ενδιαθέτων καταστάσεων». Χωρίς επιτήδευση, πόζα, καμουφλάζ, χωρίς διάθεση σκωπτική και εριστική συναισθάνεται και συμπάσχει για όλα τα κακώς κείμενα που κατατρώγουν ανηλεώς την ανθρώπινη φύση. Εκείνος ως φωτεινός παντογνώστης, έχοντας βιώσει τη φτώχεια, τη στέρηση αλλά και τη μικροπρέπεια των συνανθρώπων του, στέκει νοερά στο πλάι όλων ως ένας από αυτούς. Αυτή είναι η τέχνη του Παπαδιαμάντη όπως σημειώνει ο Ελύτης (1977) για τον συγγραφέα και «βρίσκεται οπουδήποτε ο άνθρωπος κατορθώνει ν’ αναγνωρίζει τον εαυτό του και να τον εκφράζει με πληρότητα μες στο ελάχιστο».


































