Γιάννης Τράντας: «Ο Αίαντας είναι ένα πανανθρώπινο κείμενο»

Ο Βολιώτης ηθοποιός που μεταφέρει σε αθηναϊκή σκηνή, το μοναδικό ποίημα του Γ. Ρίτσου μίλησε στο "Ράδιο Ένα"

Κατέπληξε τους πάντες πρόσφατα, στο Αρχαίο Θέατρο Δημητριάδος υποδυόμενος τον Αίαντα σε κείμενο του Γιάννη Ρίτσου, ο Βολιώτης ηθοποιός Γιάννης Τράντας, ο οποίος πλέον μεταφέρει τις περιπέτειες του ήρωα, κάθε Δευτέρα στο θέατρο «Αλκμήνη» στην Αθήνα. Ο Γιάννης Τράντας μίλησε πρόσφατα στο Ράδιο ΕΝΑ 102,5 και στον Ηλία Κουτσερή για τις δυσκολίες που συνάντησε στη μετατροπή ενός ποιήματος σε θεατρικό έργο, αλλά και για τα μηνύματα που περνά ο ήρωας, τα οποία χαρακτήρισε πανανθρώπινα.

Σας είδαμε να παρουσιάζετε τον Αίαντα στο Αρχαίο Θέατρο Δημητριάδος, αλλά και στην Π. Ηλεκτρική. Πως σας φάνηκε αυτή η εμπειρία;

Το πάντρεμα του αρχαίου ελληνικού θεάτρου σαν χώρος, σαν κτίσμα, με έναν μονόλογο όπως ο Αίαντας του Ρίτσου, δηλαδή ένας σημερινός συγγραφέας που παρουσιάζεται σε ένα αρχαίο ελληνικό, αρχαιολογικό χώρο ήταν το πιο ωραίο πάντρεμα, το οποίο δείχνει και την άμεση συνέχειά μας με την ιστορία μας.

Αντιμετωπίσατε δυσκολίες σ’ αυτό το «πάντρεμα»;

Δυσκολίες έχει ο ρόλος, γιατί πρόκειται για ποίημα καταρχάς, το οποίο το θεατροποίησα εγώ, χωρίς να παραλείψω τίποτα. Ούτε κόμμα, ούτε τελεία, ήμουν πιστός. Το ίδιο το κείμενο σε καλεί να το θεατροποιήσεις. Ο ίδιος ο Ρίτσος στον πρόλογο και στον επίλογο θέτει σκηνοθετικές και σκηνογραφικές οδηγίες βέβαια για τον αναγνώστη, αλλά σαν αναγνώστης, ο κάθε άνθρωπος και ο ηθοποιός ιδιαίτερα βλέπει πάρα πολύ ανάγλυφα την θεατρικότητα αυτού του κειμένου. Ο Ρίτσος το 1967 εξόριστος στη Λέρο κι έπειτα το 1969 στη Σάμο δεν πρέπει να ήταν και στην καλύτερη ψυχολογική, ψυχική του διάσταση κι όλο αυτό βγαίνει μέσα στο κείμενο με μία υψηλού επιπέδου ευγένεια και αποστασιοποίηση από τα πράγματα και μέσα σε μία διαχρονία των Ελλήνων, από τον Όμηρο που πρωτοσυναντάμε τον Αίαντα, μέχρι τον Σοφοκλή και τον Ρίτσο, αυτός ο αδικημένος ήρωας, εκφράζει αυτό που εμείς οι Έλληνες το έχουμε ιδιαίτερα ανεπτυγμένο, την αδικία. Τη μη ανοχή της αδικίας.
Μέσα από αυτό περνά τα μηνύματά του, τα σύγχρονα, τα διαχρονικά και το βαρύτερο μήνυμα του έργου, όπως έγραψε ο κ. Απόστολος Λαζάρου, φιλόλογος είναι η τραγωδία του εξαιρετικού ανθρώπου μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον, που πρέπει το κοινωνικό περιβάλλον να τον αποδεχτεί ή όχι και συνήθως αυτούς τους μεγάλους άνδρες ή γυναίκες το κοινωνικό περιβάλλον δεν τους αποδέχεται εύκολα. Συνήθως τους ανακαλύπτουν μετά θάνατον. Είναι ένα κείμενο που μιλά σε όλους τους ανθρώπους και αυτό που με «σπρώχνει» να το παρουσιάσω είναι μόνο και μόνο γιατί πρέπει να το ακούσουν πάρα πολλοί άνθρωποι και ο καθένας δεν έχει τη δυνατότητα να πάρει και να το διαβάσει και ο θεατρικός τρόπος που παρουσιάζεται είναι μια πάρα πολύ καλή ευκαιρία να γνωριστεί ο θεατής, ο αναγνώστης, ο ακροατής με το ίδιο το κείμενο βλέποντάς το ανάγλυφα παρουσιασμένο από τους ηθοποιούς.

Τι πρέπει να κρατήσει ουσιαστικά φεύγοντας ο θεατής;

Όλο το έργο, όλο το κείμενο, όλο αυτό το ποίημα έχει βαθύτατους προβληματισμούς, βάζει τον θεατή στη θέση του Αίαντα ή στη θέση των Ατριδών. Είναι ένα ψυχαναλυτικό κείμενο, πάρα πολύ βατό, απλό λαϊκό με το υψηλό επίπεδο όμως των λέξεων και των προτάσεων και του ύφους του Ρίτσου. Κάποιοι άνθρωποι που το άκουσαν για πρώτη φορά δεν πίστευαν ότι είναι κείμενο του Ρίτσου αυτό, γιατί τον έχουμε συνηθίσει αλλιώς τον Ρίτσο μέσα από τα τραγούδια κτλ… Όλη η «Τέταρτη Διάστασή» του λοιπόν εκεί πάνω στοχεύει. Παίρνει ανθρώπους και πρόσωπα από την ιστορία των Ελλήνων, από την Ομηρική ή την Περσική εποχή και τα φέρνει στο σήμερα, φωτίζοντας τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής ψυχής και νοοτροπίας, που με βάση τους κανόνες της αρχαίας τραγωδίας, της φιλοσοφίας κτλ αυτά τα πράγματα είναι πανανθρώπινα. Δηλαδή δεν θα παραξενευτεί ένας Κινέζος αν το ακούσει ή ξέρει ελληνικά ή μεταφραστεί στα κινέζικα. Είναι ένα πανανθρώπινο κείμενο και μάλιστα, ένας θεατής τον Μάιο που το πρωτοπαρουσιάσαμε στην Παλιά Ηλεκτρική, μου είπε ότι πόσο ωραίο θα ήταν να παρουσιαζόταν σε αρχαίο θέατρο. Και η ευχή του έπιασε με τη συνέργεια της Εφορίας Αρχαιοτήτων Μαγνησίας και τους καταπληκτικούς αυτούς ανθρώπους.

Τώρα που είπατε για την Κίνα.. Θυμάμαι ότι είχατε μεταφέρει και το μύθο του Οιδίποδα σε φοιτητές Ακαδημίες Δράματος του Πεκίνου…

Δεν υπήρξε απλώς μεταφορά, υπήρξε και παράσταση στα κινέζικα και στα αρχαία ελληνικά. Αυτός ο πολύ περήφανος λαός, οι Κινέζοι ανακαλύπτουν τώρα την Ελλάδα και την αρχαία Ελλάδα και οφείλουμε κι εμείς να είμαστε πάρα πολύ ανοιχτόκαρδοι, να δώσουμε πράγματα, να συνεργαστούμε, να επικοινωνήσουμε, να βρεθούμε μαζί τους. Είναι ένας τεράστιος λαός με έναν τεράστιο πολιτισμό. Έχουμε αρκετά κοινά σημεία. Είμαστε πανάρχαιοι λαοί. Εμείς βέβαια είμαστε μια κουκίδα κι αυτοί είναι ο μισός πλανήτης. Είχαν καταγοητευτεί οι φοιτητές από το κείμενο, από τον αρχαίο ελληνικό λόγο, αλλά είχαν την ευκαιρία να τους διδάξω την Αντιγόνη σε μουσική του Ιωάννη Σακελλαρίδη που γράφτηκε το 1896 για τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες και το περίφημο «Έρως ανήκατε μάχαν» και να ακούτε τώρα 20 άτομα να το τραγουδούν ως χωρικό στα αρχαία ελληνικά και να μην καταλαβαίνετε ότι δεν είναι Έλληνες.

Η υπόθεση του έργου «Αίας»

Πρόκειται για την θεατροποίηση του ποιήματος «Αίας» από την συλλογή «Τέταρτη Διάσταση», γραμμένο στην εξορία (Λέρος, Σάμος 1967-69). Ο Ρίτσος δεν αναπαριστά τον Αίαντα όπως τον ξέρουμε από τον Όμηρο και τον Σοφοκλή, αλλά τον καλλιεργεί ως γη γόνιμη πάνω στην οποία αποθέτει το δικό του καημό, αφού στη ζωή του έζησε και με παρόμοιες εμπειρίες και πίκρες. Από αυτές επιδιώκει να καθαρθεί… Η σύγκρουση του εξαιρετικού ανθρώπου με το κοινωνικό περιβάλλον, αυτή η τραγικότητα του ανθρώπου μέσα στους αιώνες, αποτελεί το βαθύ μήνυμα του έργου…
Ο Αίας ο Τελαμώνιος, ο μέγας, ο Σαλαμίνιος, θεωρείται μετά τον πρώτο του ξάδερφο – τον Αχιλλέα – ο πιο γενναίος ήρωας απ’ τους Πανέλληνες, που εκστρατεύσανε στο Ίλιον. Όταν θανατώθηκε ο Αχιλλέας απ’ τον Πάρη – Αλέξανδρο, τα όπλα του Αχιλλέα έπρεπε να πάνε στον πιο γενναίο, δηλαδή στον Αίαντα. Οι Ατρείδες αρχηγοί με πονηριές κι απάτες τον αποκλείουν απ’ τα όπλα, δίνοντάς τα στον Οδυσσέα. Μετά απ’ αυτή την καταφανή και ύψιστη προσβολή, ο Αίαντας καθώς έχει επιστρέψει στην σκηνή του στο στρατόπεδο, αποφασίζει να βγει, να σκοτώσει και να αιχμαλωτίσει αυτούς που τον αδίκησαν. Η θεά Αθηνά όμως του σκοτίζει τον νου κι ο Αίαντας μαινόμενος σφάζει ό,τι ζώο βρεθεί μπροστά του, νομίζοντας πως σκοτώνει τους Ατρείδες. Όταν πια όλοι, εκτός των ζώων, έχουν μείνει ζωντανοί κι αλώβητοι απ’ τον Αίαντα, η Αθηνά τον επαναφέρει στα συγκαλά του, καθώς έχει επιστρέψει ξανά στην σκηνή του. Ο Ρίτσος πιάνει το νήμα από την στιγμή που ο Αίαντας αρχίζει να συνέρχεται και να αντιλαμβάνεται τί έχει κάνει, με τις «τυφλές ανδραγαθίες» του… «και με τις άλλες, τις πραγματικές εκείνες που κάποτε έπραξε για την Ελλάδα και τους Έλληνες».