Ηρακλής Γεωργαντής: Απ΄τις δικαστικές αίθουσες στη … συγγραφή αστυνομικών μυθιστορημάτων

«Στη δίκη πρέπει να “φωτίσεις” τα σημεία που συμφέρουν τον εντολέα. Το ίδιο είναι και στο βιβλίο, σε μια ιστορία φωτίζεις αυτά τα γεγονότα που ξέρεις ότι θα διεγείρουν τον αναγνώστη»
Κέρδισε το ενδιαφέρον των αναγνωστών , με την τριλογία «Τρεις βαθμοί μυωπίας»

Μπορεί η δικαστική αίθουσα, η υπεράσπιση ενός εγκληματία και μία πραγματική ανθρώπινη ιστορία να μεταφερθεί στις σελίδες ενός βιβλίου; Ο δικηγόρος κ. Ηρακλής Γεωργαντής είναι εκείνος που κατάφερε να συνδυάσει τη μάχιμη δικηγορία με τη συγγραφή μυθιστορημάτων και μέσα από το πρώτο του έργο, μια τριλογία με τίτλο «Τρεις βαθμοί μυωπίας», (εκδόσεις Κλειδάριθμος) να συναρπάσει τους αναγνώστες. Ο ίδιος μίλησε στο «Ράδιο ΕΝΑ 102,5» και στον Ηλία Κουτσερή για αυτό το εγχείρημα, αλλά και τον επηρεασμό του από τη φύση της δουλειά του στη συγγραφή ενός μυθιστορήματος που κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον σε κάθε σελίδα.

Πώς ένας δικηγόρος έχει την παράλληλη επιθυμία να γράψει;

Εγώ ασκώ μάχιμη δικηγορία, είμαι μέσα στην ένταση της ζωής κι επειδή έχω σχέση με το γράψιμο, έχω παραστάσεις και την ικανότητα να τα επενδύω όλα αυτά με φαντασία, ένιωσα την ανάγκη, πέρα από τα δικόγραφα να κάνω κάποια έργα ολοκληρωμένα όπως είναι ένα μυθιστόρημα.

Είναι άμεσα συνδεδεμένες οι ιστορίες που γράφετε και με την καθημερινότητά σας στη δουλειά;

Σίγουρα είναι εμπνευσμένες από αυτό . Πρόκειται για μυθοπλασία, αλλά οι παραστάσεις των δικαστηρίων, οι παραστάσεις από την επαφή με τους ανθρώπους, με το έγκλημα, όλα αυτά, έχουν διαμορφώσει εμένα και αντίστοιχα διαμορφώνουν και τις ιστορίες μου.

Έχει δημιουργήσει λογοτεχνική αίσθηση, η πρωτοτυπία καταγραφής αλλά και δράσης των ηρώων σας…

Η πρωτοτυπία έγκειται στο γεγονός ότι επειδή οι ιστορίες είναι κατά βάση αστυνομικές κι αυτό βοηθά τη ροή και κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη, δεν θέλω να είναι ρεπορτάζ τα βιβλία, θέλω να δίνω τον τρόπο που σκέφτεται και ο εγκληματίας, ο παράνομος, ο κακός, ώστε ο αναγνώστης να μπορέσει να καταλάβει όλους τους ήρωες του βιβλίου. Θέλω να παρασυρθεί και ο ίδιος στο λάθος, γι’ αυτό και ο τίτλος της τριλογίας «Τρεις βαθμοί μυωπίας» και να αναλογιστεί ότι θα μπορούσε να το είχε σκεφτεί, αν μπορούσε να δει πιο καθαρά τις καταστάσεις.

Πως έγινε η επιλογή να είναι το πρώτο συγγραφικό σας εγχείρημα μια τριλογία;

Οι πρωταγωνιστές των βιβλίων δεν συνδέονται μεταξύ τους, σε κάθε βιβλίο είναι διαφορετικοί. Στο πρώτο βιβλίο υπάρχουν συγκεκριμένοι χαρακτήρες, φαίνονται οι συνέπειες στη ζωή τους από αυτή τη στρέβλωση, την εσφαλμένη οπτική. Στο δεύτερο βιβλίο «Τρεις βαθμοί μυωπίας- Ναταλία» υπάρχει το θετικό πρόσημο, υπάρχει ο άνθρωπος που ερωτεύεται με τους τρεις βαθμούς μυωπίας και πως καμιά φορά μπορεί όλα να είναι ευνοϊκά, έστω κι αν δεν προγραμματίζεις απόλυτα τη ζωή σου, εφόσον υπάρχει ο έρωτας και το τρίτο βιβλίο είναι κάτι διαφορετικό. Θέλησα να είναι μια ολοκληρωμένη δουλειά, με περισσότερους πρωταγωνιστές που χρειάστηκαν τρία βιβλία προκειμένου να τους δώσω στους αναγνώστες.

Είναι από αυτές τις ιστορίες που μπορούν να συμβούν ή έχουν ήδη συμβεί;

Ναι, είναι ιστορίες που μπορούν να συμβούν κι εδώ με βοηθάει η δικηγορία, γιατί ξέρω και την τεχνική μιας ιστορίας και αστυνομικά πως κινείται η αστυνομία, πως γίνεται το έγκλημα.
Εκτός από το μεράκι και το μικρόβιο της συγγραφής, σας βοήθησε όπως καταλαβαίνω, η ιδιότητά σας, επειδή κινείστε όπως είπατε στις δικαστικές αίθουσες καθώς καλείστε να σκιαγραφήσετε είτε τον χαρακτήρα των πελατών σας, είτε τις ιστορίες τους προκειμένου να τους δικαιώσετε, στη δημιουργία των ηρώων και στις ιστορίες σας…
Για να σας δώσω μία παρομοίωση τι γίνεται στα δικαστήρια. Η παρουσία μου στα δικαστήρια διαρκεί ελάχιστα λεπτά. Ελάχιστα λεπτα στη δίκη είναι σαν να βάζεις πέντε λεπτά έναν άγνωστο άνθρωπο στο σπίτι σου και πρέπει να του δείξεις ποια είναι τα όμορφα κομμάτια. Στη δίκη πρέπει να δείξεις την ωραία εικόνα για το σπίτι σου. Στη δίκη πρέπει να «φωτίσεις» τα σημεία που συμφέρουν τον εντολέα. Το ίδιο είναι και στο βιβλίο, δηλαδή σε μια ιστορία φωτίζεις αυτά τα γεγονότα που ξέρεις ότι θα διεγείρουν τον αναγνώστη και θα του κινήσουν το ενδιαφέρον να συνεχίσει. Στην ουσία η τεχνική είναι παντού η ίδια.

Είναι κάθε φορά και διαφορετική η ηρωίδα;

Ναι, σε κάθε βιβλίο είναι διαφορετική, γι’ αυτό και κάποιος μπορεί να διαβάσει τη Ναταλία, χωρίς να έχει διαβάσει τη Χριστίνα.

Σας εμπνέει αλήθεια η κατάσταση; Όχι μόνο η παρούσα, δηλαδή με τον κορωνοϊό, αλλά η κατάσταση των τελευταίων χρόνων στη χώρα μας που έχει αλλάξει σε σχέση με το παρελθόν;

Ναι! Οι αλλαγές που έρχονται και στην οικονομία και τώρα με την πανδημία, έχουν άμεσες επιπτώσεις στις ανθρώπινες σχέσεις. Αυτή τη στιγμή με τον κορωνοϊό, ως δικηγόρος καταλαβαίνω και το ζω από τους πελάτες, ότι η οικογένεια αντιμετωπίζει βαθιά κρίση στις σχέσεις. Έχουν έρθει άνθρωποι πιο κοντά κι έχουν δει τις διαφορές τους και άλυτες διαφορές. Αναπτύσσονται εντάσεις μέσα από την παρατεταμένη επαφή μέσα στο σπίτι και βλέπει κανείς να αγριεύει κάπως ο κόσμος. Από τη στιγμή που τα οικονομικά είναι προβληματικά, δημιουργούνται σχέσεις συμφέροντος παντού κι όλα αυτά με εμπνέουν.