Νέα διάκριση για την Μαγνησιώτισσα Αγγελική Θάνου- Πήρε έπαινο σε Διαγωνισμό Διηγήματος

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Μία ακόμη διάκριση έλαβε η Μαγνησιώτισσα συγγραφέας Αγγελική Θάνου, καθώς με το διήγημά της «Η Μαριγούλα» έλαβε τιμητικό έπαινο στον 7ο Διαγωνισμό Διηγήματος  Bonsaistories.

Οι συγγραφείς συμμετείχαν στον διαγωνισμό με διηγήματα που αξιολογήθηκαν βάσει της βαθμολογίας της Επιτροπής,  με συντελεστή βαρύτητας 80%  και ψηφοφορίας κοινού κατά 20%.  Η διάκριση της κ. Θάνου είναι πολύ σημαντική μιας και από πολλές συμμετοχές, δόθηκαν τρία βραβεία και έντεκα έπαινοι, μεταξύ αυτών και της δικής μας συγγραφέως.

Το διήγημα της κ. Θάν «Η Μαριγούλα» που διακρίθηκε στον Διαγωνισμό

  • Καλημέρα, Μαριγούλα, λέω έτσι για να ακούσω τη φωνή μου. Η καλημέρα μου αντηχεί κούφια στη γυμνή ξερολιθιά.
  • Καλημέρα, Μαριγούλα, ξαναλέω, κι η φωνή μου με τρομάζει. Άδειασε από ηχόχρωμα.

Η Μαριγούλα δεν είναι ίδια πια. Είναι μια άγνωστη. Το σώμα καίει. Ο λαιμός στεγνώνει. Νυχτερινοί ιδρώτες σουλατσάρουν θρασύτατοι στο δέρμα της. Βήχας ασταμάτητος. Τα πνευμόνια πονούν και στάζουν αίμα. «Αιμόπτυση», η καινούργια λέξη. Μοναξιά κι ερημιά η νέα συντροφιά.

Είναι άθλιο να βρίσκεσαι σε ένα σώμα που δεν το αναγνωρίζεις. Πόσο σκληρό είναι να καθορίζει αυτό τη ζωή σου! Να αποφασίζει αυτό πού θα κατοικήσεις. Να σε απομακρύνει απ’ τους αγαπημένους σου για να μην τους κολλήσεις. Να επιλέγει ένα πέτρινο καλυβάκι με χωμάτινο δάπεδο στην άκρη του πουθενά. Τριγύρω μόνο περιβόλια. Τα πρώτα σπίτια του χωριού σε απόσταση μισής ώρας με τα πόδια.

Πόσο γρήγορα έγιναν όλα! Δεν είναι πολύς καιρός που γύρισα απ’ τη βόλτα μου στο λόφο γιατί ζεματούσε το κεφάλι μου. Θερμομετρήθηκα, 37,3. Κάπου θα την άρπαξα, σκέφτηκα. Μα ένας ξερός, ασυγκράτητος βήχας ήρθε για να μείνει στα πνευμόνια μου. Μαζί του έφερε και την αιμόπτυση μόνιμη κι αυτή κάτοικος.

«Καλπάζουσα φυματίωση» διέγνωσε ο γιατρός του χωριού. Πρέπει να απομακρυνθεί από το σπίτι. Θα μεταδοθεί η νόσος σε όλους σας, είπε αυστηρά. Φόρεσε τη γκρίζα ρεπούμπλικα και συνέχισε ιδιαίτερη συνομιλία με τον πατέρα στην αυλή. Οι λέξεις του γιατρού πρέπει να ήταν ασήκωτες Ο πατέρας έγειρε μεμιάς. Αβάσταχτος διάλογος!

Καλπάζουσα αρρώστια!; Τη φαντάστηκα να καλπάζει πάνω σε άλογο, επιθετική Αμαζόνα. Ιδιαίτερα επιπόλαιη καβαλάρισσα. Δεν σκέφτηκε το φόρεμα που έραβα, και το άφησα μισό. Μάταια θα περιμένει η ξαδέρφη μου, η Μαρία, να το φορέσει. Δεν σκέφτηκε τα δανεικά βιβλία μου, που περιμένουν να διαβαστούν. Ποιος θα τα επιστρέψει στον αγαπημένο συμμαθητή μου, τον Αλέκο; Δεν σκέφτηκε τα δεκαεφτά μου χρόνια;

Άθλο έκανε ο πατέρας μου στην προσπάθειά του να μου εξηγήσει τι του είπε ο γιατρός. Οι λέξεις αγκαθερές, αγκυλωτές. Δεν έβγαιναν από το στόμα του. Η φωνή του λυγισμένη. Οι ώμοι κυρτωμένοι. Πού πήγε ο λεβέντης ο πατέρας μου; Γέρασε ξαφνικά;

  • Μη στενοχωριέσαι, πατέρα, με άκουσα έκπληκτη να ξεστομίζω. Θα γίνει αυτό που είναι το σωστό. Θέλω τα αδέρφια μου γερά και κοκκινομάγουλα. Δε θέλω η μάνα κι εσύ να κολλήσετε το παλιοχτικιό. Σας αγαπώ όλους τόσο πολύ! Πάμε πατέρα, πάμε στο καλύβι αυτό για να γλυτώσουμε όλοι.

Το πέτρινο καλύβι μάς περίμενε μισή ώρα μακριά απ το σπίτι μας. Απρόσωπο μα τόσο απαραίτητο. Μαραθιά το όνομα της νέας μου γειτονιάς. Μοσχοβόλαγε ο μάραθος τριγύρω. Μια κληματόβεργα με καλωσορίζει δίπλα στην πόρτα. Είναι γεμάτη σταφύλια. Μέσα ένα στρώμα και μια κουβέρτα είναι αρκετά για να ακουμπήσω το χτικιό μου. Εδώ ολομόναχη μέσα στην ερημιά. Η κληματόβεργα μου γνέφει από την ανοιχτή πόρτα. Ετοιμάζει τα σταφύλια της για τον τρύγο.

Κάνω «χα» στην ακτίνα του ήλιου που τρυπώνει απ’ την πόρτα. Παρατηρώ τα μικροσκοπικά μου σταγονίδια. Ποτέ δεν είχαν τόσο ενδιαφέρον. Φορτωμένα με τα μικρόβια της φυματίωσης με περιγελούν. Χορεύουν αέρινα, αγκαλιά με το βάκιλο του Koch, κι εγώ τα συνοδεύω με το αγαπημένο μου τραγούδι. Σιγοψιθυρίζω: ….Κόρη του γιαλού, σταυρό στα πλούτη κράτα / δεν θέλω εγώ φλουριά, ούτε κωνσταντινάτα / θα’ ναι πιο γλυκά τα κόκκινά σου χείλη / δώσ’ μου ένα φιλί και πάρε το μαντίλι……

  • Μαριγούλαααα, ακούω μια φωνή απ’ έξω. Έλα κορίτσι μου, σου έφερα το φαγητό σου. Έκανα σουπίτσα δυναμωτική, ακούγεται η μανούλα μου, και η φωνή σπαράζει. Βγέκα λίγο να σε ιδώ, να σε χαρώ, μαναράκι μου.

Σπρώχνω το κορμί μου να σηκωθεί απ’ το σκληρό στρώμα. Με δυσκολία κάνω βήματα. Βγαίνω στην πόρτα της πέτρινης καλύβας μου. Στέκω εκεί θλιβερή οικοδέσποινα, βάζοντας την παλάμη μου αντήλιο. Βλέπω τη μανούλα μου να μου χαμογελά βουρκωμένη. Γίνομαι άγαλμα που χαμογελά. «Απόσταση, απόσταση, απόσταση» είπε ο γιατρός.

«Πάρε με, μάνα, μαζί σου, δεν αντέχω τόση ερημιά» θέλω να ουρλιάξω μα ρωτώ με την άγνωρη φωνή μου:

  • Είσαστε όλοι καλά; Μην κόλλησε κανένας άλλος στο σπίτι το χτικιό μου;
  • Κορίτσι μου, είμαστε καλά. Πρόσεχε τον εαυτό σου. Αδυνάτισες πολύ! Φάε τη σουπίτσα σου, πάρε τα φάρμακά σου και ξάπλωνε. Να γίνεις γρήγορα καλά. Να γυρίσεις στο σπίτι μας. Σε περιμένουμε! Άδειασε το σπίτι μας χωρίς εσένα. Άξιο κορίτσι μου. Καλόκαρδο κι ευγενικό μου τέκνο. Σε ζήλεψε η φυματίωση και ήρθε καλπάζουσα. Χρυσοχέρα μοδιστρούλα μας! Να μπορούσα να σε σφίξω στην αγκαλιά μου!

Ανοίγω τα χέρια, πλατιά αγκαλιά. Χαμογελώ βουρκώνοντας. Ένα ηττημένο άγαλμα με διογκωμένους λεμφαδένες. Στην πεζούλα, στην άκρη του χωραφιού, ένα πήλινο σκεύος με τη σούπα κι ένα κανάτι με νερό μαρτύραγαν την οικογενειακή φροντίδα.

Δύσκολη νύχτα ακολούθησε. Το σαράκι ξύπνησε στα πνευμόνια μου. Βήχω, βήχω και φτύνω αίμα. Στράγγισαν τα πνευμόνια μου. Ο πυρετός ανεβαίνει στα ύψη. Η φθίση είναι εργασιομανής. Κάνει άριστα τη δουλειά της. Καλπάζει. Επιμένει. Βιάζεται.

Εγώ όμως έχω φύγει πια απ’ το καλυβάκι. Το σώμα μου μένει εκεί. Είμαι με τις αδερφούλες μου και κεντάμε στην αυλή. Είμαι με τη μάνα και ράβουμε στο αγαπημένο μου νυχτέρι. Είμαι με τον πατέρα μου, που μου μαθαίνει τα ονόματα των δέντρων. Είμαι με τη Μαρία και της προβάρω το φόρεμα. Όμορφο που είναι! Τώρα είμαι στο σχολείο με τους συμμαθητές μου. Να κι ο Αλέκος, πάλι κρατάει βιβλία για μένα. Του χαμογελώ! Όμως γιατί νιώθω ότι πετάω; Πώς γίνεται να τα βλέπω όλα από ψηλά;

  • Μαριγούλα, Μαριγούλα, έλα, κορίτσι μου, να πάρεις το φαγητό σου, ακούστηκε η φωνή του πατέρα. Έλα, σου έφερα και ένα τσαμπί γλυκό μοσχοστάφυλο.

Απόλυτη σιγή! Μια σαύρα μόνο έτρεξε να κρυφτεί στο πεζούλι.

  • Μαριγούλα, Μαριγούλααα! Ένα τζιτζίκι ακούστηκε από μακριά.

 

– Μαριγούλα απάντησέ μου ανησυχώ κορίτσι μου.

Πλησίασε ο πατέρας με πόδια που έτρεμαν και έσπρωξε την πόρτα. Η Μαριγούλα χαμογελά ακίνητη στην υπερκόσμια γαλήνη της.

Μόνο η κληματόβεργα μπορεί να μαρτυρήσει το θρήνο του πατέρα, εκεί στην ερημιά.

Ήταν Σεπτέμβρης του 1947.

Βιογραφικό της Αγγελικής Θάνου

Η Αγγελική Θάνου γεννήθηκε στα Κανάλια της Μαγνησίας και κατοικεί στο Βόλο. Υπηρέτησε την Προσχολική Εκπαίδευση ως Νηπιαγωγός και ως Σχολική Σύμβουλος Προσχολικής Αγωγής στην Μαγνησία και στις Κυκλάδες. Είναι Διδάκτωρ του Παιδαγωγικού Τμήματος Προσχολικής Εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Έχει μια κόρη και ένα γιο και τη μεγάλη χαρά να καμαρώνει τρεις εγγονές. Αφότου έχει αφυπηρετήσει ασχολείται συστηματικά με τη συγγραφή. Δώδεκα βιβλία φέρουν το όνομά της.

Το τελευταίο της βιβλίο με τον τίτλο «Ποιήματα – Σχήματα» με εικονογράφηση του Βολιώτη ζωγράφου Δημήτρη Μοράρου από τις εκδόσεις Πηγή μπήκε στη χρυσή λίστα του εκπαιδευτικού portal ELNIPLLEX.COM. Πρόσφατα απέσπασε το Β΄ βραβείο στον 9ο Διεθνή Λογοτεχνικό διαγωνισμό 2020 του Ομίλου για την UNESCO Τεχνών, Λόγου και Επιστημών Ελλάδος στην κατηγορία διήγημα. Είναι μέλος του ΚΕ.ΒΙ.ΜΑ.ΣΥ. (Κέντρο Βιβλίου Μαγνησιωτών Συγγραφέων), του Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου και της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς

Αγαπά την αφήγηση και είναι ιδρυτικό μέλος της νεοσύστατης Λέσχης Αφήγησης Βόλου. Δραστηριοποιείται ενεργά για ζητήματα επιβάρυνσης του περιβάλλοντος.

 

 

Εγγραφείτε στην ομάδα Magnesianews στο Viber για να λαμβάνετε ενημερώσεις.
Ακολουθήστε τη ροή Magnesianews στο Google News και μείνετε σε επαφή με ότι συμβαίνει.
Γίνετε μέλος στο κανάλι Magnesianews στο Messenger για όλες τις τελευταίες ειδήσεις.