«Από τους πρωταγωνιστές του Πολυτεχνείου γνωρίζουμε μόνο αυτούς που κατέλαβαν πολιτικές θέσεις ή θέσεις με μεγάλη αναγνωρισιμότητα. Σε γενικές γραμμές αυτοί απογοήτευσαν. Τι απέγιναν όμως οι λιγότεροι γνωστοί; Τι απέγινε ο απλός φοιτητής που στεκόταν όρθιος πάνω στην πύλη με μια σημαία στο χέρι την ώρα της εισβολής του τανκ; Τι έγινε το όραμά του; Πώς το αφήγημα πέρασε στα παιδιά του; Τι απέγινε αυτή η γενιά που πήρε την Ελλάδα παρία και «ψωροκώσταινα» και την έκανε Ευρωπαϊκή χώρα, που πήγε κόντρα στο σκυμμένο κεφάλι της τάξης που ανήκε, και γύρισε στο φτωχόσπιτο νικητής με το κοστούμι του/της γιατρού του/της δικηγόρου του/της μηχανικού, που έστησε δουλειές, ξενυχτώντας, ρισκάροντας, παλεύοντας με τα ανύπαρκτα οικονομικά της οικογένειας, με τις ανύπαρκτες υποδομές μιας χώρας που βγήκε από εμφύλιο και χούντα, πάντα κόντρα στην προκατάληψη μιας κλειστής κοινωνίας βασιλο-χουντικο-χριστιανικών φρονημάτων. Μιλάω για την γενιά που διαπέρασε τα στεγανά των τάξεων, αλλά υπέκυψε στην γοητεία της μπουρζουαζίας.
Έφυγε από το χωριό ή την κωμόπολη με ΚΤΕΛ και γύρισε με μερσεντές, με πούρα, και γυναίκες τρόπαια. Ξεκίνησε με έμφαση στις ανθρώπινες αξίες και την αλληλεγγύη, αλλά, οι παλιοί μηχανισμοί επανήλθαν και έστησαν πάλι το παλιό πολιτικό παιχνίδι στα μέτρα τους: μίζερα, λαϊκίστικα και νεοπλουτίστικα. Έτσι πολλοί από την γενιά εκείνη ξανασυστήθηκαν στην κοινωνία με τα μικρά αστεία προσωπικά τους οράματα. Κάποια ονόματα έχεις την αίσθηση πως έγιναν ψευδώνυμα. Με τα χρόνια ανέλαβε η μυθοπλασία. Τον μύθο της γενιάς του πολυτεχνείου τον αφηγήθηκαν διεκδικητές της εξουσίας δημιουργώντας το μαινχαιστικό δίπολο καλοί – κακοί, ήρωες – χρήσιμοι ηλίθιοι. Αυτή η μυθοπλασία, κατάφερε να μην μπορείς να δεις πια στα μάτια τον άλλο, να παραφουσκώσει τους εγωισμούς, να μη μας αγγίζει τίποτε πέρα από την πόρτα μας.
Διδαχθήκαμε πως δεν υπάρχουν αυθεντικοί άγιοι και ήρωες. Υπάρχει μόνο δύναμη και εξουσία, που καταφέρνει να περνάει από χέρι σε χέρι μιας εσαεί άρχουσας τάξης. Η ναρκωμένη μας συνείδηση μόνο παίζει με συμβολισμούς χωρίς νόημα. Κατάθεση στεφάνων, λουλουδιών, συμβολικές εξεγέρσεις, συμβολικές καταλήψεις, λόγια- λόγια -λόγια. Μένει όμως μια λέξη που αξίζει να γραφεί στο μνημείο της γενιάς αυτής: . . «ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΑΜΕ» . . Τα “παιδιά του Πολυτεχνείου” τα βάλανε με τη χούντα. Aν τη ρίξανε ή όχι, όπως θέλει η αντιπαράθεση της μέρας, ποσώς ενδιαφέρει. Αυτή η μπακαλική μετρήματος κέρδους ζημιάς είναι μικρόψυχη και άδικη. Ας σκεφτεί κανείς αντίθετα, πόσοι και ποιοι έμειναν απαθείς και δεν έκαναν τίποτε για να ρίξουν τη χούντα» σημειώνει ο συμπολίτης, κ. Θοδωρής Βουτσάς.



































