«Ήθελα έναν Δεκέμβρη από εκείνους τους παλιούς, χορτασμένους από προσμονή, με αυτά τα γλυκερά «τι θα κάνετε για Χριστούγεννα» να τριγυρίζουν από δωμάτιο σε δωμάτιο. Με προβλήματα πεζά, «τι ώρα για τα κάλαντα» κι αν ο Αγιοβασίλης λάβει το γράμμα στην ώρα του εν γένει.
Με την μάνα μου να καυχιέται ότι «τα φοινίκια πέτυχαν» και τα παιδιά να κοιτούν τις βιτρίνες από τα φωτισμένα παιχνιδάδικα. Με τις οθόνες κλειστές και τις καρδιές ανοιχτές, με την κοινωνία σε συμφωνία, αν όχι σε συνενοχή, για μια παύση σε ότι μας χωρίζει στα δυο. Να κάνουμε γιορτές. Αυτό ήταν το πρώτο.
Ήθελα αγάπη και όχι διχασμό, παιδιά να τρέχουν ξεμάσκωτα, ήθελα τραγούδια και όχι διαγγέλματα, να σκανάρουμε, όχι όπως τώρα, αλλά όπως τότε. Ο ένας τον άλλον για να αποκωδικοποιήσουμε μια κίνηση, ένα βλέμμα από απέναντι.
Όλα, ζωή, μου τα φερες αλλιώς. Μα κάνω υπομονή, στόμα έχω μα δεν μιλώ, παρά προσμένω τις καλύτερες ημέρες – που να ναι αυτές και γιατί αργούν αφού όλα τα έκανα όπως μου είπαν ; – μένω σκυφτός και σκαλίζω αναμνήσεις από Χριστούγεννα παλιά και κανονικά, γιατί αυτά τα νέα ούτε που τα θέλω, ούτε που με αφορούν.
Και είναι οι αναμνήσεις τελικά καύσιμο, σε κρατά ίσα που να πηγαίνεις λιγάκι παρακάτω. Θα ήταν καλά αν δεν είχαμε τα παιδιά, αυτωνών οι αναμνήσεις, βλέπεις, είναι λίγες. Αντικαθίστανται από τον ιό, αυτό είναι το «νέο κανονικό» για εκείνα, ο παππούς με την μάσκα στον απέναντι καναπέ και αυτά τα χέρια που τόσο θέλουν να ενωθούν αλλά δεν πρέπει. Όλα τα χω καταπιεί, ετούτο όμως στον λαιμό μου έχει κάτσει, πιότερο να το διώξω ειδεμή θα με καταπιεί τελικώς εκείνο.
Ήθελα κι εγώ ρε Μπουκόφσκι, έναν Δεκέμβρη με τα φώτα σβηστά και τους ανθρώπους αναμμένους. Κι αφού κι εγώ και εσύ δεν θα τον έχουμε, ας κάνουμε στο τέλος της ημέρας κάτι για τα παιδιά. Τα δικά τους Χριστούγεννα – όχι – αδύνατο να περιμένουν ως του χρόνου» έλεγε ο συμπολίτης γιατρός, κ. Γιώργος Χαρίτος.



































