Για δεκαετίες, κάθε μεγάλη πλημμύρα στην Ελλάδα συνοδευόταν σχεδόν από την ίδια συζήτηση: περισσότερα αναχώματα, περισσότεροι καθαρισμοί ποταμών, περισσότερα τεχνικά έργα. Κι όμως, κάθε νέα καταστροφή επανέφερε το ίδιο ερώτημα. Γιατί, παρά τις συνεχείς παρεμβάσεις, οι πλημμύρες εξακολουθούν να προκαλούν τόσο μεγάλες καταστροφές;
Η απάντηση που δίνει σήμερα η διεθνής επιστημονική κοινότητα είναι ότι ίσως δεν αρκεί να αλλάξουμε τα έργα. Ίσως πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται τα έργα.
Ακριβώς αυτή την αλλαγή επιχειρεί να φέρει η Περιφέρεια Θεσσαλίας, η οποία αναπτύσσει, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, ένα ολοκληρωμένο μοντέλο αντιπλημμυρικού σχεδιασμού σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο του Brighton, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, τον ΟΔΥΘ και Έλληνες επιστήμονες. Πρόκειται για μια πρωτοβουλία που δεν αφορά μόνο τη Θεσσαλία. Φιλοδοξεί να δημιουργήσει ένα νέο πρότυπο σχεδιασμού, το οποίο αποτέλεσε το αντικείμενο ενημερωτικής σύσκεψης που πραγματοποιήθηκε την περασμένη Παρασκευή στην Περιφέρεια Θεσσαλίας υπό τον συντονισμό του Περιφερειάρχη Θεσσαλίας Δημήτρη Κουρέτα, και θα μπορεί να αξιοποιηθεί σε ολόκληρη τη χώρα.
Το ποτάμι δεν είναι ένας αγωγός
Η μεγαλύτερη αλλαγή δεν αφορά κάποιο συγκεκριμένο έργο. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το ίδιο το ποτάμι.
Όπως εξηγεί ο καθηγητής Φυσικής Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου του Brighton Γιώργος Μανιάτης, για πολλά χρόνια τα ποτάμια αντιμετωπίζονταν κυρίως ως ανοικτοί αγωγοί, με μοναδικό στόχο το νερό να απομακρύνεται όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Η διεθνής εμπειρία, όμως, δείχνει ότι αυτή η προσέγγιση πολλές φορές μεταφέρει το πρόβλημα λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω, αυξάνει τη διάβρωση, επιβαρύνει το περιβάλλον και μπορεί τελικά να δημιουργήσει μεγαλύτερο πλημμυρικό κίνδυνο.
Η σύγχρονη επιστήμη αντιμετωπίζει το ποτάμι ως ένα ολοκληρωμένο φυσικό σύστημα. Δεν εξετάζει μόνο την κοίτη του, αλλά ολόκληρη τη λεκάνη απορροής, τα φερτά υλικά, το πλημμυρικό πεδίο, τη βλάστηση και τις φυσικές διεργασίες που διαμορφώνουν τη λειτουργία του στον χρόνο. Στόχος δεν είναι να περιοριστεί η φύση, αλλά να αξιοποιηθεί προς όφελος της αντιπλημμυρικής προστασίας.
Όταν η φύση γίνεται σύμμαχος
Αυτή είναι και η φιλοσοφία των Λύσεων Βασισμένων στη Φύση (Nature-Based Solutions), που εφαρμόζονται ήδη σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Πρόκειται για παρεμβάσεις που αξιοποιούν τις ίδιες τις φυσικές λειτουργίες των ποτάμιων οικοσυστημάτων ώστε να μειώνεται ο πλημμυρικός κίνδυνος. Αυτό μπορεί να σημαίνει αποκατάσταση φυσικών πλημμυρικών πεδίων, επιβράδυνση της ροής του νερού όπου αυτό είναι απαραίτητο, δημιουργία περισσότερου χώρου για το ποτάμι ή επεμβάσεις που ενισχύουν τη φυσική ισορροπία του συστήματος.
Οι λύσεις αυτές δεν αντικαθιστούν τα απαραίτητα τεχνικά έργα. Τα συμπληρώνουν, ώστε κάθε παρέμβαση να βασίζεται πρώτα στην κατανόηση της λειτουργίας του ποταμού και στη συνέχεια στην επιλογή του κατάλληλου συνδυασμού φυσικών και τεχνικών λύσεων.
Από το Brighton στη Θεσσαλία
Η συνεργασία της Περιφέρειας Θεσσαλίας με το Πανεπιστήμιο του Brighton δεν περιορίζεται στην ανταλλαγή επιστημονικών απόψεων.
Ξεκίνησε με πρόγραμμα εκπαίδευσης στελεχών της Περιφέρειας και των συναρμόδιων φορέων, συνεχίστηκε με επιτόπια επίσκεψη εργασίας στον ποταμό River Rother της Αγγλίας και με εργαστήριο στρατηγικού σχεδιασμού, ενώ σήμερα εξελίσσεται σε ένα μόνιμο πλαίσιο συνεργασίας, με στόχο τη μεταφορά τεχνογνωσίας και τη δημιουργία ελληνικής επιστημονικής εξειδίκευσης στον συγκεκριμένο τομέα.
Η πρώτη πιλοτική εφαρμογή θα πραγματοποιηθεί στον ποταμό Καλέντζη, αξιοποιώντας τις μελέτες της Περιφέρειας Θεσσαλίας και τα αποτελέσματα της επιστημονικής εργασίας του καθηγητή Σπύρου Μίχα. Παράλληλα, εκπονείται ήδη το Master Plan αντιπλημμυρικού σχεδιασμού της Καρδίτσας, ενώ αντίστοιχες μελέτες εξελίσσονται σε τμήματα του Πηνειού και των παραποτάμων του. Για πρώτη φορά, οι παρεμβάσεις αυτές αντιμετωπίζονται ως μέρος ενός συνολικού σχεδιασμού σε επίπεδο λεκάνης απορροής και όχι ως μεμονωμένα έργα.
Μια πρωτοβουλία με εθνική σημασία
Η σημασία της προσπάθειας αναγνωρίζεται ήδη και σε εθνικό επίπεδο.
Η Αναπληρώτρια Προϊσταμένη του Τμήματος Διαχείρισης Κινδύνων Πλημμύρας, Λειψυδρίας και Διαχείρισης της Ζήτησης του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Ελένη Αθανασίου, χαρακτήρισε τη διαδικασία που εξελίσσεται στη Θεσσαλία ως την πρώτη ολοκληρωμένη εφαρμογή αυτής της μεθοδολογίας στην Ελλάδα, τονίζοντας ότι το Υπουργείο παρακολουθεί στενά την εξέλιξή της, καθώς τα αποτελέσματα μπορούν να αποτελέσουν οδηγό για αντίστοιχες εφαρμογές σε ολόκληρη τη χώρα. Παράλληλα, ευχαρίστησε την Περιφέρεια Θεσσαλίας για την πρωτοβουλία να συγκεντρώσει από την πρώτη στιγμή στο ίδιο τραπέζι όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, δημιουργώντας ένα νέο μοντέλο συνεργασίας μεταξύ διοίκησης, επιστημονικής κοινότητας και τεχνικών υπηρεσιών.
Αντίστοιχα, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Brighton Γιώργος Μανιάτης υπογράμμισε ότι στόχος της συνεργασίας δεν είναι απλώς η μεταφορά γνώσης από το εξωτερικό, αλλά η δημιουργία μιας ισχυρής ελληνικής ομάδας επιστημόνων και τεχνικών που θα μπορεί στο μέλλον να σχεδιάζει και να υλοποιεί αντίστοιχα έργα. Ο συντονιστής δράσεων για λύσεις βασισμένες στη φύση του WWF Ελλάς, Θάνος Γιαννακάκης, σημείωσε ότι η Θεσσαλία προχώρησε στην υιοθέτηση αυτής της προσέγγισης πριν ακόμη αυτή ενσωματωθεί πλήρως στο εθνικό θεσμικό πλαίσιο, χαρακτηρίζοντας την πρωτοβουλία της Περιφέρειας μοναδική για τα ελληνικά δεδομένα.
«Αλλάζουμε φιλοσοφία»
Ο Περιφερειάρχης Θεσσαλίας Δημήτρης Κουρέτας θεωρεί ότι η ουσιαστική αλλαγή δεν αφορά μόνο τις μελέτες ή τα έργα, αλλά τον τρόπο σκέψης: «Επί 40 χρόνια βαδίζαμε ουσιαστικά στα τυφλά, χωρίς ολοκληρωμένο σχεδιασμό. Δεν υπήρχαν επιμέρους μελέτες, masterplan, ούτε συνολική επιστημονική θεώρηση των ποτάμιων συστημάτων. Σήμερα αλλάζουμε φιλοσοφία και σχεδιάζουμε με βάση τα δεδομένα, τις μελέτες και τη διεθνή εμπειρία. Μιλάμε για μια άλλη φιλοσοφία: να δώσουμε χώρο στο ποτάμι, να δημιουργήσουμε όπου χρειάζεται φυσικές πλημμυρικές ζώνες και να προσαρμόσουμε τις παρεμβάσεις μας στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η φύση εδώ και αιώνες. Αυτό επιχειρούμε να εφαρμόσουμε για πρώτη φορά στη χώρα, στον ποταμό Καλέντζη, ώστε να δημιουργήσουμε ένα μοντέλο που θα προστατεύσει τη Θεσσαλία και θα μπορεί να αξιοποιηθεί και στην υπόλοιπη Ελλάδα».
Η μετάβαση αυτή δεν σημαίνει ότι σταματούν τα τεχνικά έργα. Σημαίνει ότι προηγείται πλέον η επιστημονική κατανόηση του ποταμού και στη συνέχεια επιλέγεται ο κατάλληλος συνδυασμός φυσικών λύσεων και τεχνικών παρεμβάσεων. Αν το εγχείρημα της Θεσσαλίας πετύχει, δεν θα έχει αλλάξει μόνο ο τρόπος με τον οποίο θα προστατευθεί ο Καλέντζης. Θα έχει συμβάλει στη διαμόρφωση ενός νέου προτύπου αντιπλημμυρικού σχεδιασμού για ολόκληρη την Ελλάδα.

































