«Γιατί να μείνω στην Αθήνα;» -Η γυναίκα που τα άφησε όλα και βρήκε τη ζωή στη Θεσσαλία

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Η Αύρα Πανουσοπούλου, δημιουργός των προϊόντων Yiam, μιλά για την απόφασή της να αφήσει την Αθήνα, τη ζωή στην επαρχία, την ελληνική γαστρονομία και εξηγεί γιατί δεν μετάνιωσε ποτέ για την επιλογή της. Γεννημένη στην Αθήνα, η Αύρα Πανουσοπούλου μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου η τέχνη και η δημιουργία ήταν μέρος της καθημερινότητας. Πατέρας της ήταν ο σκηνοθέτης Γιώργος Πανουσόπουλος, μητέρα της ήταν η χορεύτρια Ελένη Μπουρμπουχάκη, ενώ σημαντικό ρόλο στη ζωή της έπαιξε η ηθοποιός Μπέτυ Λιβανού, με την οποία μεγάλωσε μετά τον χωρισμό των γονιών της.

Κι όμως, αντί να ακολουθήσει μια πορεία στον χώρο καλλιτεχνικό χώρο, πριν από 30 χρόνια εγκατέλειψε την Αθήνα, έγινε αγρότισσα, δημιούργησε τα «Yiam» και αφιερώθηκε στην ανάδειξη της ελληνικής γαστρονομικής παράδοσης. Για τις επιλογές της και τις γυναίκες των χωριών που έγιναν δασκάλες της μιλά στο Cantina και εξηγεί γιατί δεν της αρέσει το τραχανότο.

«Η σωστή ερώτηση είναι γιατί να μείνει κανείς στην Αθήνα»

 

Γεννημένη στην Αθήνα, ποια είναι η πρώτη εικόνα που κρατάς από εκείνα τα χρόνια;
Πήγα σχολείο στο ιστορικό 28ο Δημοτικό και αργότερα στο 7ο Γυμνάσιο και Λύκειο. Έζησα το Παγκράτι της εποχής του Λέντζου, με τις κοπάνες για φραπέ και την πρώτη gelateria που είχε φέρει soft ice cream. Κυκλοφορούσα παντού με πατίνια. Κατέβαινα τη λεωφόρο Αλεξάνδρας και, επειδή ήμουν η πιο γρήγορη από όλους, με έστελναν να φέρνω παγωτά στην παρέα. Ήταν μια Αθήνα πολύ διαφορετική από τη σημερινή. Είχε ακόμη γειτονιές και χώρο για να κινηθεί ένα παιδί. Παρ’ όλα αυτά, από μικρή ένιωθα μεγαλύτερη έλξη για τη φύση, τις εκδρομές και τα κάμπινγκ παρά για τη ζωή της πόλης.

Ποια ήταν η πρώτη επαφή με τη φύση;
Όταν πήγαινα στην πρώτη λυκείου, ο πατέρας μου αποφάσισε να φύγουμε από την Αθήνα και να εγκατασταθούμε στην Αίγινα. Η Αθήνα εκείνη την εποχή είχε πολύ νέφος και καθημερινή ταλαιπωρία. Εκείνος προτιμούσε να παίρνει το δελφίνι από την Αίγινα παρά να διασχίζει την πόλη για να φτάσει στην Κηφισιά. Νοικιάσαμε ένα σπίτι μέσα στις φιστικιές και πήγα σχολείο στο νησί για δύο χρόνια. Την τελευταία χρονιά επέστρεψα στο Παγκράτι για να τελειώσω το σχολείο, όμως η Αίγινα ήταν για μένα η πρώτη εμπειρία του τρόπου ζωής έξω από την πόλη.

Μεγάλωσες σε μια οικογένεια με έντονη σχέση με τις τέχνες. Τι επιρροή είχε πάνω σου;
Μεγάλωσα ανάμεσα σε ανθρώπους με πολύ ισχυρές προσωπικότητες και μεγάλη δημιουργικότητα. Η μητέρα μου ήταν χορεύτρια. Είχε σπουδάσει στη Βασιλική Ακαδημία Χορού του Λονδίνου και, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, έγινε πρίμα μπαλαρίνα στο Ελληνικό Χορόδραμα του Γιάννη Μέτση. Κι εγώ έκανα μπαλέτο, μέσα από το οποίο έμαθα, κυρίως, την πειθαρχία, την υπομονή και την ίσια πλάτη.

Στην οικογένειά σου υπήρχαν, επίσης, μνήμες από τη Μικρά Ασία και την Αίγυπτο. Πέρασαν αυτές οι ιστορίες και στη σχέση σου με το φαγητό;
Σίγουρα. Η μία πλευρά της οικογένειας είχε ρίζες στη Μικρά Ασία και η γιαγιά μου ήταν εσώκλειστη στις Ουρσουλίνες, ενώ από την πλευρά της μητέρας μου ο παππούς μου καταγόταν από το Κάιρο και η γιαγιά μου από την Αλεξάνδρεια. Έτσι, μεγάλωσα ακούγοντας ιστορίες για τη ζωή στην Αίγυπτο και για γεύσεις που σήμερα μοιάζουν σχεδόν εξωτικές. Θυμάμαι, για παράδειγμα, τη γιαγιά μου να διηγείται ότι έκοβαν τις «πέτσες» από τα βερίκοκα σε λωρίδες, τις άφηναν όλη τη νύχτα μέσα σε νερό και το πρωί έριχναν στο ποτήρι τον χυμό και τον έπιναν με παγάκια. Αυτό ήταν το πρωινό τους ρόφημα.

Πότε έφυγες από την Αθήνα με την απόφαση να χτίσεις αλλού τη ζωή σου;
Ήμουν 19 χρονών όταν γνώρισα τον Αλέκο. Ερωτευτήκαμε και μου πρότεινε να πάμε στη Ρόδο. Είπα αμέσως «πάμε». Βρήκαμε στην Ιαλυσό ένα παλιό αρχοντικό με βοτσαλωτή αυλή, ξύλινα ταβάνια και πόρτες τριών μέτρων και το ανακαινίσαμε μόνοι μας. Εκεί, ήμουν 20 χρονών όταν γέννησα τον Κωστή. Αργότερα επιστρέψαμε στην Αττική, ζήσαμε για ένα διάστημα στον Σχοινιά και στη συνέχεια στη Ραφήνα, όπου γεννήθηκε και ο Γιώργος.

Υπήρξαν ευκαιρίες να ακολουθήσεις μια διαφορετική, πιο αστική επαγγελματική πορεία;
Υπήρχαν αρκετές. Ο πατέρας μου, μου πρότεινε να συμμετάσχω στη Φιλμική Εταιρεία. Θα μπορούσα να έχω μια σημαντική θέση όμως του απάντησα: «Μπαμπά, σ’ ευχαριστώ πολύ, αλλά εγώ θέλω να πάω σε ένα χωριό να μείνω. Δεν έχω καμία διάθεση να μπλέξω με διαφημίσεις και εταιρείες». Το δέχτηκε και μάλιστα, όταν οι γύρω του ρωτούσαν τι θα κάνω στη ζωή μου, τους έλεγε: «Η Αύρα ξέρει». Αυτή η φράση ήταν το μότο του.

Δούλεψες, πάντως, για ένα διάστημα στην Αθήνα. Τι ήταν αυτό που σε έκανε να καταλάβεις ότι δεν σας ταίριαζε;
Στη Ραφήνα εργάστηκα ως βοηθός διακοσμητή. Η δουλειά είχε ενδιαφέρον, αλλά ο τρόπος ζωής δεν μου άρεσε καθόλου. Έφευγα το πρωί και επέστρεφα το απόγευμα. Τα παιδιά περνούσαν όλη την ημέρα με μια γυναίκα που τα φρόντιζε και, όταν γύριζα, προσπαθούσα μέσα σε λίγες ώρες να προλάβω τα πάντα. Κάποια στιγμή αναρωτήθηκα αν μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου να ζει έτσι για χρόνια. Η απάντηση ήταν όχι. Μου άρεσε το αντικείμενο της δουλειάς, αλλά δεν μου έλεγε τίποτα ο τρόπος ζωής.

 

Πώς πήρες την απόφαση να γίνεις αγρότισσα;
Εκείνη την εποχή είχαν αρχίσει να εμφανίζονται τα πρώτα προγράμματα για νέους αγρότες. Μια ημέρα ο Αλέκος μού είπε: «Δεν πάμε να γίνουμε αγρότες;». Η απάντησή μου ήταν πάλι αυθόρμητη: «Πάμε, φύγαμε». Το 1993 εγκατασταθήκαμε στο Φραντζή της Λαμίας όπου καταγόταν ο Αλέκος. Εκεί άνοιξε μπροστά μου ένα ολόκληρο σύμπαν και πέρασα, όπως λέω, το πανεπιστήμιο της ζωής μου. Μέχρι τότε δεν γνώριζα σχεδόν τίποτα για την ελληνική μαγειρική παράδοση. Η μητέρα μου δεν μαγείρευε ιδιαίτερα και στο σπίτι μεγαλώσαμε κυρίως με φακές, μακαρόνια, μπιφτέκια, νουά με λεμονάτη σάλτσα και σουβλάκια από τη λεωφόρο Αλεξάνδρας.

Βρέθηκα σε έναν τόπο όπου έβλεπα τις κότες να γεννούν, τα κολοκυθάκια να ανθίζουν, τα μελιτζανάκια, τα ντοματάκια και τα καρύδια να γίνονται γλυκό του κουταλιού, το γάλα να γίνεται τυρί. Είχα πάθει εμμονή. Έπαιρνα τον πατέρα μου τηλέφωνο και του έλεγα με ενθουσιασμό: «Μπαμπά, βγήκαν οι ντοματιές».

 

Ποιοι ήταν οι άνθρωποι που σε δίδαξαν;
Οι γυναίκες του χωριού. Πήγαινα στις γιαγιάδες και μου έδειχναν πώς να ζυμώνω, πώς να ανοίγω φύλλο, πώς να φτιάχνω λουκάνικα και τυριά. Αυτές οι γυναίκες είναι οι ηρωίδες μου. Θαυμάζω τους ανθρώπους της πέτρας, τους ανθρώπους που δημιούργησαν με τα χέρια τους, χωρίς σχολές και χωρίς θεωρητικές γνώσεις. Δεν αντιμετώπισα ποτέ την αγραμματοσύνη τους ως μειονέκτημα. Αντιθέτως, τις θαυμάζω ακόμη περισσότερο επειδή κατάφερναν να κάνουν τόσα πράγματα χωρίς να έχουν διδαχθεί με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε σήμερα την εκπαίδευση.

Πώς ήταν η καθημερινότητά σου ως αγρότισσα;
Μέσα σε δύο χρόνια είχαμε αγελάδες, μοσχάρια, κατσίκες, κουνέλια, κότες, πάπιες, χήνες, σκυλιά, γάτες, χωράφια και παιδιά. Επικρατούσε ένας δημιουργικός χαμός.

Από το 1993 έως το 1999 ήταν τα χρόνια των σπουδών μου. Η σημαντικότερη γνώση που απέκτησα ήταν η επαφή με τη φύση, τον κύκλο των εποχών και τη σχέση μας με την τροφή. Μπορούσα να φυτέψω έναν μικροσκοπικό μαύρο σπόρο και, μερικούς μήνες αργότερα, να βρίσκομαι μπροστά σε ένα χωράφι γεμάτο κουνουπίδια. Να τα κόβω, να τα πουλάω και να τρεφόμαστε από αυτά.
Αυτό σε κάνει για μια στιγμή να αισθάνεσαι θεός, επειδή δημιουργείς κάτι που μοιάζει να προέρχεται από το τίποτα. Την ίδια στιγμή, όμως, ένας παγετός μπορεί μέσα σε μία νύχτα να τα καταστρέψει όλα. Τότε καταλαβαίνεις πόσο λίγο ελέγχεις πραγματικά τα πράγματα. Το χώμα, ο ήλιος και ο αέρας κάνουν τη δουλειά. Εσύ βρίσκεσαι εκεί για να τα υπηρετήσεις, επειδή αποτελούν μέρος ενός συστήματος μεγαλύτερου από εσένα. Αυτή την αίσθηση θεωρώ ότι έχει χάσει ο άνθρωπος της πόλης.

Τι ακριβώς έχουμε χάσει απομακρυνόμενοι από την παραγωγή της τροφής;
Έχουμε χάσει τη γνώση τού από πού έρχεται το φαγητό μας. Οι άνθρωποι πριν από τη δεκαετία του 1960 γνώριζαν ότι θα πάρουν το σιτάρι, θα το αλέσουν, θα κάνουν αλεύρι και ύστερα ψωμί. Θα αρμέξουν το ζώο, θα πάρουν το γάλα και θα φτιάξουν τυρί. Η τροφή περνούσε κυριολεκτικά από τα χέρια τους. Η βιομηχανοποίηση και η μετακίνηση προς τις πόλεις απλοποίησαν τη ζωή. Οι άνθρωποι έβρισκαν ψωμί χωρίς να αλέθουν, να ζυμώνουν, να μαζεύουν ξύλα και να ανάβουν τον φούρνο. Αυτό ήταν μια μεγάλη ανακούφιση, γιατί όλες αυτές οι εργασίες απαιτούσαν κόπο και ταλαιπωρία. Μαζί με τον κόπο, όμως, απορρίψαμε και τη γνώση. Οι άνθρωποι που έφυγαν από τα χωριά το έκαναν επειδή είχαν ζήσει δύσκολα και είναι κατανοητό ότι δεν ήθελαν να κοιτάξουν πίσω. Οι επόμενες γενιές, όμως, δεν έμαθαν πώς γίνεται το ψωμί, πώς είναι η ντομάτα μόλις βγει από το χώμα ή πώς παράγεται ένα τυρί.

Αυτή η γνώση αποτέλεσε τη βάση για τη δημιουργία του εργαστηρίου;
Ναι. Άρχισα να φτιάχνω προϊόντα από όσα παρήγαγε η φάρμα. Στην αρχή τα έδινα ως δώρα, στη συνέχεια άρχισα να τα πουλάω και σταδιακά αναζήτησα τρόπους να μετατρέψω αυτή τη δραστηριότητα σε επάγγελμα. Το 1999 δημιούργησα το πρώτο εργαστήριο. Μέχρι τότε είχα ήδη καταλάβει την αξία όσων είχα μάθει. Εκείνο που άλλαξε ήταν ότι άρχισε να το αντιλαμβάνεται και περισσότερος κόσμος. Με αναζητούσαν άνθρωποι από την Αθήνα και άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα καταστήματα με παραδοσιακά προϊόντα.

 

Το 2002 μετακόμισες ξανά, αυτή τη φορά στην Αγιά.
Δεν ήθελα να επιστρέψω στην Αθήνα, αλλά χρειαζόμουν ένα νέο ξεκίνημα. Είχα φίλους στην Αγιά, οι οποίοι μου είπαν να πάω κοντά τους. Έτσι, πήρα τα παιδιά και το εργαστήριο και εγκαταστάθηκα εκεί. Ήταν πολύ δύσκολο να στήσω ξανά από την αρχή σπίτι και επιχείρηση σε έναν άγνωστο τόπο. Τα βράδια διάβαζα τα παιδιά για να κοιμηθούν και στη συνέχεια πήγαινα στη Λάρισα για να μάθω που ήταν η λαχαναγορά πού βρίσκονταν τα κρέατα και πώς λειτουργούσε η τοπική αγορά. Χρειάστηκαν περίπου τρία χρόνια μέχρι να αρχίσουν να μπαίνουν τα πράγματα σε μια σειρά. Το 2005 γνώρισα τον Αχιλλέα και από τότε είμαστε μαζί.

Σε ρωτούν συχνά γιατί έφυγες από την Αθήνα. Τι απαντάς;
Η ερώτηση αυτή με έχει κουράσει, γιατί θεωρώ ότι τίθεται ανάποδα. Η πραγματική ερώτηση δεν είναι γιατί έφυγα από την Αθήνα, αλλά γιατί θα έπρεπε να μείνω. Για να ζεις στην Αθήνα πρέπει να έχεις έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο που να σε κάνει να αντέχεις όλα τα υπόλοιπα. Μπορεί να είναι η δουλειά σου, η οικογένειά σου, οι φίλοι σου ή κάτι που αγαπάς πολύ. Εγώ, τα είχα όλα, αλλά ένιωθα πάντα μεγαλύτερη έλξη για τη φύση και την ελευθερία που υπάρχει έξω από την πόλη.

Μετάνιωσες ποτέ για την επιλογή σου;
Ποτέ. Έχω πει για άλλα πράγματα στη ζωή μου ότι έκανα λάθος, αλλά ποτέ για την απόφασή μου να φύγω από την Αθήνα. Δεν καταλαβαίνω, μάλιστα, γιατί θεωρείται αυτονόητο ότι η ζωή στην πόλη είναι ανώτερη από τη ζωή στην επαρχία. Θεωρώ ότι η ζωή στην πόλη είναι υπερτιμημένη. Σήμερα, ειδικά, οι αγρότες και οι άνθρωποι που ζουν στην περιφέρεια θα έπρεπε να είναι εκείνοι που απολαμβάνουν καλύτερη ποιότητα ζωής.

Θα έβγαζες περισσότερα χρήματα αν έμενες στην Αθήνα;
Πιθανότατα ναι. Υπήρχαν πολλές επαγγελματικές ευκαιρίες, εξαιτίας του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο μεγάλωσα. Τα χρήματα, όμως, δεν υπήρξαν ποτέ το βασικό ζητούμενο για εμένα.

Σε αντιμετώπισαν ως «Αθηναία» στην επαρχία;
Νομίζω ότι ακόμη με αντιμετωπίζουν έτσι. Δεν έγινα ποτέ εντελώς ντόπια και δεν προσπαθώ να προσποιηθώ ότι είμαι. Εκτιμώ και θαυμάζω βαθιά τους ανθρώπους του χωριού, αλλά δεν διεκδικώ μια ταυτότητα που δεν μου ανήκει. Εκείνο που με συνδέει μαζί τους είναι ο θαυμασμός μου για όσα γνωρίζουν και δημιουργούν. Οι γυναίκες που ζύμωναν, μάζευαν τα χόρτα και αξιοποιούσαν κάθε υλικό είναι τα πρότυπά μου. Νιώθω ευτυχισμένη όταν καταφέρνω να μετατρέψω κάτι ταπεινό σε κάτι όμορφο και πολύτιμο.

Τι σε ενοχλεί από αυτά που βλέπεις στη σύγχρονη ελληνική κουζίνα;
Με ενοχλεί όταν η λέξη «τραχανάς» γίνεται «τραχανότο» για να αποκτήσει αξία. Ο τραχανάς δεν χρειάζεται να δανειστεί τίποτα από το ριζότο. Έχει τη δική του ιστορία, τη δική του τεχνική και τη δική του γεύση. Γελάμε με τις τοπικές λέξεις και τις διαλέκτους ή τις περιγράφουμε ως κάτι παλιομοδίτικο. Στην πραγματικότητα, πίσω από αυτά τα ονόματα κρύβονται η ιστορία και η ευρηματικότητα των ανθρώπων.

Πιστεύεις ότι θα χαθούν οι μικροί παραγωγοί και οι οικοτεχνίες;
Ναι. Μαζί τους θα χαθούν οι τραχανάδες, τα γλυκά του κουταλιού, τα ψωμιά και οι συνταγές που διατηρήθηκαν για γενιές. Θα τα αναπολούμε όπως αναπολούμε σήμερα το άρωμα που είχαν κάποτε τα μανταρίνια ή οι ντομάτες. Οι γεύσεις χάνονται όταν χάνεται το μέτρο σύγκρισης. Εμείς γνωρίζουμε ότι μια σημερινή ντομάτα δεν έχει τη γεύση που θυμόμαστε. Ένα παιδί που δεν έχει δοκιμάσει ποτέ εκείνη την ντομάτα, όμως, δεν μπορεί να αντιληφθεί τι λείπει.

Υπάρχουν παιδιά που δεν γνωρίζουν ότι μέχρι πριν από περίπου 130 χρόνια, αν δεν ήξερες να παρασκευάσεις την τροφή σου ή δεν ανήκες σε μια πολύ εύπορη οικογένεια, απλώς δεν είχες να φας. Δεν υπήρχαν καταστήματα όπου μπορούσες να αγοράσεις έτοιμο φαγητό. Έπρεπε να δημιουργήσεις, να ανταλλάξεις προϊόντα στο χωριό ή στο παζάρι και να συντηρήσεις ό,τι παρήγαγες.

Τι μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι που ζουν σήμερα στην επαρχία;
Πρέπει πρώτα να καταλάβουν οι ίδιοι την αξία όσων έχουν στα χέρια τους. Μια γυναίκα που έχει καλλιεργήσει το στάρι, το έχει αλωνίσει, το έχει αλέσει και φτιάχνει ψωμί σε ξυλόφουρνο δεν μπορεί εύκολα να αντιληφθεί πόσο πολύτιμο είναι αυτό για έναν άνθρωπο της πόλης. Για εκείνη αποτελεί μέρος της καθημερινότητας. Το ίδιο συμβαίνει με το μικρό παραθαλάσσιο ταβερνάκι που σερβίρει φρέσκο μπαρμπούνι, βλίτα και κολοκυθάκια. Ο άνθρωπος που το λειτουργεί μπορεί να μην καταλαβαίνει ότι κάπου αλλού ο κόσμος πληρώνει μεγάλα ποσά και περιμένει μήνες για να φάει ακριβώς αυτή την απλότητα. Θέλω να εμπνεύσω τους ανθρώπους που ήδη ζουν στην επαρχία, αλλά και όσους σκέφτονται να επιστρέψουν. Οι μικροί αγρότες έχουν στα χέρια τους πράγματα πολύτιμα. Αν χαθούν εκείνοι, δεν θα χαθούν μόνο κάποιες επιχειρήσεις. Θα χαθεί ένα ολόκληρο σύστημα γνώσης, γεύσεων και πολιτισμού.

 

Η απόφασή σου να μεγαλώσεις τα παιδιά στην επαρχία ήταν εξίσου συνειδητή;
Απολύτως. Ο τρόπος με τον οποίο μεγαλώνουν τα παιδιά σε μια μικρή πόλη ή σε ένα χωριό έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο στις επιλογές μου. Θεωρώ ότι τους έδωσα περισσότερα μεγαλώνοντάς τους έτσι. Τα παιδιά εξαφανίζονταν για ώρες, έπαιζαν στο βουνό, έκαναν τσουλήθρα σε ένα νεροφάγωμα και συναντούσαν την παρέα τους στην πλατεία. Αυτή η ελευθερία είναι ανεκτίμητη.

Πήρε κάποιο παιδί σου το «μικρόβιο» της επαρχίας;
Ο Κωστής, στα 16 του δούλεψε δίπλα στον Χριστόφορο Πέσκια και στη συνέχεια πήγε στο εξωτερικό, όπου εργάστηκε σε κουζίνα με αστέρια Michelin. Ο Γιώργος ακολούθησε τις τηλεοπτικές παραγωγές και ο Δημήτρης εργάζεται στην Αθήνα, αλλά το μυαλό του βρίσκεται στο πώς θα συγκεντρώσει ένα μικρό κεφάλαιο και θα επιστρέψει για να δημιουργήσει κάτι στην Αγιά.

Αν έπρεπε να περιγράψεις τη ζωή σου μέσα από ένα πιάτο, ποιο επιλέγεις;
Όσο μεγαλώνω, με συγκινούν όλο και περισσότερο τα απλά πράγματα. Μια ντομάτα μόλις κομμένη από τον κήπο, σε φέτες,  με ξινομυζήθρα και εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο. Ή ένας αχινός την ώρα που βρίσκεσαι ακόμη μέσα στη θάλασσα. Τώρα που τα λέμε, θυμήθηκα την πρώτη φορά που μου βρήκα ζυγούρι στο χωριό. Το έβρασα χωρίς αρωματικά, μόνο και μόνο για να καταλάβω τη γεύση του κρέατος. Δεν θα την ξεχάσω ποτέ.

Θα επέστρεφες ποτέ για να ζήσεις στην Αθήνα;

Όχι. Δεν μπορώ να φανταστώ καμία συνθήκη κάτω από την οποία θα επέστρεφα μόνιμα. Το αντίθετο μάλιστα. Θέλω να βοηθήσω περισσότερους ανθρώπους να φύγουν, ειδικά εκείνους που δεν έχουν έναν πραγματικό λόγο να παραμένουν στην Αθήνα. Η ελληνική επαρχία είναι γεμάτη υπέροχα χωριά που ερημώνουν. Την ίδια στιγμή, πολλά νέα παιδιά ζουν στις πόλεις μέσα σε μια καθημερινότητα που τα εξαντλεί. Θα ήθελα να δημιουργήσω ένα αγρόκτημα όπου θα μπορούν να έρχονται παιδιά της πόλης, να ανάβουν φωτιά, να μπαίνουν σε μια βάρκα, να ψαρεύουν και να καλλιεργούν έναν κήπο. Όχι ως μια ρομαντική αναπαράσταση της αγροτικής ζωής, αλλά ως εμπειρία και γνώση.

Σε συνεργασία με την Περιφέρεια Θεσσαλίας, από τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2026, η Αύρα Πανουσοπούλου θα ξεκινήσει μαθήματα οικοτεχνίας σε όλους τους Δήμους και τις Κοινότητες. Σκοπός του έργου είναι η ανάδειξη των δυνατοτήτων και οι νέες ευκαιρίες καριέρας που μπορούν να δημιουργηθούν στην ευρύτερη περιοχή.

 

 

Πηγή: https://cantina.protothema.gr/

Εγγραφείτε στην ομάδα Magnesianews στο Viber για να λαμβάνετε ενημερώσεις.
Ακολουθήστε τη ροή Magnesianews στο Google News και μείνετε σε επαφή με ότι συμβαίνει.
Γίνετε μέλος στο κανάλι Magnesianews στο Messenger για όλες τις τελευταίες ειδήσεις.