Στη Λάρισα βρέθηκε η Αλέκα Παπαρήγα, πρώην γενική γραμματέας και νυν μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, η οποία παρουσίασε το «Δοκίμιο Ιστορίας» του Κόμματος «μια δουλειά επιστημονικής, πολύχρονης, κοπιαστικής επεξεργασίας του Κόμματος μας, που δίνει απαντήσεις – συμπεράσματα για τον αγώνα μας σήμερα, μέσα από την πορεία του Κόμματος, του κινήματος τους περασμένους αιώνες» όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά.
Την κα Παπαρήγα προλόγισε ο Αλέξης Ζορμπάς, μέλος ΕΠ Θεσσαλίας του ΚΚΕ που επισήμανε:
«Σας καλωσορίζουμε στην σημερινή μας εκδήλωση, για την παρουσίαση του βιβλίου «Δοκίμιο Ιστορίας του Κόμματος 1918-1949», ευχαριστούμε παράλληλα και την συντρόφισσα Αλέκα για την παρουσία της σήμερα. Η πρωτοβουλία αυτή της Τομεακής Επιτροπής Λάρισας, για την τετραήμερη έκθεση βιβλίου και την σημερινή συζήτηση, εντάσσεται στα πλαίσια ενίσχυσης της ιδεολογικής πολιτικής παρέμβασης και συζήτησης με τους εργαζόμενους, το λαό και τη νεολαία της πόλης μας. Δένεται με την προσπάθεια που γίνεται για την οργανωμένη συζήτηση με φίλους του Κόμματος αξιοποιώντας αρθρογραφία της ΚΟΜΕΠ αλλά και του Δοκιμίου γύρω από επίκαιρα ζητήματα της σύγχρονης διαπάλης.Το «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1918 – 1949» που επανεκδόθηκε πέρυσι το Νοέμβρη, με την συμπλήρωση 100 χρόνων ζωής και δράσης του Κόμματός μας, αποτελεί ένα πολύτιμο ντοκουμέντο με ευρύτερο Ιστορικό ενδιαφέρον. Αυτό οφείλετε στο γεγονός ότι η ίδρυση, η ανάπτυξη, η ζωή και η επαναστατική δράση του ΚΚΕ και της νεολαίας του εξετάζεται σε συνάρτηση με τις παγκόσμιες, περιφερειακές και εγχώριες οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις. Το Δοκίμιο ξεκινάει έναν αιώνα περίπου πριν την ίδρυση του Κόμματος μας, πριν ακόμα από την επανάσταση του 1821, μέχρι και τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, των ηρωικό αγώνα μέσα από τον ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ και την τρίχρονη Εποποιία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδα. Μέσα από τις σελίδες του Δοκιμίου γίνεται μία εκτεταμένη αναφορά και εκτίμηση των κοινωνικών – οικονομικών – πολιτικών συνθηκών και ιδεολογικών αντιλήψεων στην Ελλάδα, πριν ακόμα από την ίδρυση του ελληνικού Κράτους και σε όλη περίοδο που μελετά το έργο. Το τετράτομο του Α τόμου, περιλαμβάνει λοιπόν ένα ιδιαίτερα πλούσιο υλικό για την ιστορία, την πορεία, τους αγώνες και τα διδάγματα που βγαίνουν από την δράση του Κομμουνιστικού και Εργατικού κινήματος στη χώρα μας και Διεθνώς.
Στα πλαίσια της έκθεσης βιβλίου λειτουργεί και έκθεση αφιέρωμα στα 100 χρόνια από τη ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Είναι μία πολύ ενδιαφέρουσα παραγωγή των Ιδεολογικών Επιτροπών του Κόμματος και της ΚΝΕ εδώ στη Θεσσαλία, αποτέλεσμα συλλογικής προσπάθειας την οποία σας καλούμε όλους να παρακολουθήσετε. Το Δοκίμιο Ιστορίας του Κόμματος αποτέλεσε τη βασικότερη πηγή ανάμεσα σε πολλές που χρησιμοποιήσαμε για να μπορέσουμε να ολοκληρώσουμε αυτή την προσπάθεια.
Να δώσουμε τώρα το λόγο στην συντρόφισσα Αλέκα Παπαρήγα για την κεντρική ομιλία της εκδήλωσης».
Στην τοποθέτησή της η κα Παπαρήγα τόνισε: «Με το Δοκίμιο 1918-1949 όπως και με το προηγούμενο 1950-1968 δεν απευθυνόμαστε μόνο σε ιστορικούς επιστήμονες, απευθυνόμαστε στους εργάτες, στα φτωχά τμήματα των μεσαίων στρωμάτων, της αγροτιάς, στη νεολαία και στις γυναίκες που ανήκουν στην εργατική λαϊκή οικογένεια, και σε εκείνους που έχουν ενδιαφέρον, αναζητούν και προβληματίζονται, βρίσκονται σε πορεία διαμόρφωσης κομουνιστικής συνείδησης. Σε κάθε περίπτωση η μελέτη του Δοκιμίου για όσους αγωνίζονται προσθέτει και αυξάνει την ικανότητα δράσης, την αξιοποίηση της πείρας, τη σταθερότητα και αντοχή στους δύσκολους καιρούς που ζούμε.
Φυσικά ο καθένας και η κάθε μια μπορεί να διαλέξει τον πιο πρόσφορο τρόπο που θα βοηθήσει να εξοικειωθεί με ένα πολύτομο έργο. Δεν είναι υποχρεωτικό να ξεκινήσει κάποιος από την πρώτη σελίδα και να φθάσει ως τέλος. Μπορεί να αρχίσει μελετώντας ορισμένα κεφάλαια με βάση ερωτήματα και ανάγκες που έχει, με κίνητρο ακόμα και την επικαιρότητα, ελληνικά και διεθνή ζητήματα για τα οποία αναπτύσσεται συζήτηση και διαπάλη. Η συντριπτική πλειοψηφία ζητημάτων που συζητούνται και απασχολούν σήμερα έχουν τις ρίζες τους πολλά χρόνια πριν, ακόμα και 2 και 3 αιώνες, όπως το λεγόμενο Μακεδονικό, ζητήματα εθνογένεσης, καθορισμού συνόρων, όπως το Μεσοανατολικό, το βαλκανικό και πολλά άλλα.Την περίοδο 1989-1991 ανακόπηκε η πρώτη απόπειρα σοσιαλιστικής οικοδόμησης του 20ού αιώνα Το κομμα βρέθηκε αντιμέτωπο όχι μόνο με τον αιφνιδιασμό, την θλιψη, την απογοήτευση που ένοιωσαν στην Ελλάδα και παγκόσμια οι κομμουνιστές και κομμουνίστριες , αλλα και με μεγάλα ερωτηματικά και αμφιβολίες. Συνειδητοποιήσαμε ότι το ζήτημα δεν αφορούσε αποκλειστικά και μόνο τα κομμουνιστικα κόμματα εξουσίας, δεν αφορούσαν αποκλειστικά και μόνο τις χώρες του σοσιαλισμού, αλλά το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα, μέρος του οποίου ήμασταν αφού ποτέ δεν εγκαταλείψαμε την αρχή του προλεταριακου διεθνισμού.
Το Κόμμα μας από την πρώτη στιγμή μετά την μεγάλη καταιγίδα, ανήγγειλε θαρρετά και δημόσια ότι αυτό που συνέβη την περίοδο 1989-1991 δεν ήταν κατάρρευση του σοσιαλισμού αλλά νίκη των αντεπαναστατικών δυνάμεων που είχαν αναπτυχθεί στους κόλπους της σοσιαλιστικής οικοδόμησης με κορύφωση το 1956 στο 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ. Αναγείλαμε ότι θα ξεκινούσαμε μια διαδικασία μελέτης όχι μόνο της περιόδου 1989-1991 αλλά όλης της πορείας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης πριν απ όλα στην ΕΣΔΔ, της στρατηγικής του παγκόσμιου ΚΚ, της ιστορικής πορείας του Κόμματος από την ίδρυσή του και στη συνέχεια ως το 1991.
Η αστική προπαγάνδα δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα της κριτικής που ασκήσαμε στην σοσιαλιστική οικοδόμηση και στην στρατηγική του ΔΚΚ, στη στρατηική του κόμματός μας, γιατί η θέση μας δεν ήταν ούτε μηδενιστική, ούτε προσφορά στην λαθολογία των αστών και των οπορτουνιστών, αλλά κριτική που στήριζε τις αρχές του επιστημονικού σοσιαλισμού-κομμουνισμού. Η αποτίμηση της ιστορίας μας και η κριτική της, εκεί που απαιτούνταν, βασίστηκε στην επίμονη προσπαθεια εφαρμογής της μαρξιστικής – λενινιστικής ανάλυσης των όρων διαμόρφωσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, τις μορφές ανάπτυξης και εξέλιξης των καπιταλιστικών σχέσεων στην Ελλάδα και γενικότερα , στην Ευρώπη, διεθνώς, τους όρους διαμόρφωσης του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής και της εξέλιξης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης.Οι σύγχρονες οπορτουνιστικές ομάδες που δρούν ιδαιίτερα μέσω της κοινωνικής δικτύωσης, προσπαθώντας να πλαγιοκοπήσουν το κόμμα και το κίνημα, μας κατακρίνουν για την ανάδειξη των λαθών στρατηγικής σημασίας, υπερασπιζόμενοι δήθεν την ιστορία του ΚΚΕ , με τον ισχυρισμό ότι δεν εξετάζουμε τα ιστορικα γεγονότα με κριτήριο στην ουσία αποκλειστικό τις συγκεκριμένες συνθήκες μέσα στις οποίες προκρίθηκαν οι επιλογές του κόμματος π.χ. την περιοδο της κατοχής και του ΔΣΕ της πιο σημαντικής δηλαδή 10ετίας του κόμματος.
Βεβαίως και τα ιστορικα γεγονότα εξετάζονται μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες, το θέμα είναι αν ο υποκειμενικός παράγοντας, δηλαδή το κόμμα, εκτιμούσε σωστά και αντικειμενικά τις συγκριμένες συνθήκες της μιας ή της άλλης περίοδου. Υπάρχει όμως και μια πιο ουσιαστική παράμετρος. Οι ιστορικές συνθήκες π.χ. μιας φάσης, μιας περιόδου, μιας 10ετίας και ακόμα περισσότερο, δεν γεννιώνται από το μηδέν, είναι προιόν ιστορικές εξέλιξης του πρόσφατου ακόμα και απώτερου παρελθόντος. Η ιστορική μελέτη που αφορά το παρελθόν, δεν μπορει να αποκοπεί από το πώς εξελίχθηκε το παρελθόν στην πορεία, πώς αποκρυσταλλώθηκαν οι άρχικές τάσεις ή ενδείξεις, τι επιβεβαιώθηκε και τι διαψεύστηκε. Χωρίς τον παράγοντα της εξέλιξης η ιστορία μιας περιόδου θα περιορίζονταν σε μια συρραφή όλων των προηγούμενων εκτιμήσεων. Γι΄αυτό άλλωστε η ιστορική μελέτη μιας περιόδου γράφεται ύστερα από παρέλευση χρόνων και πάντα με αρχειακές πηγές και όχι υποκειμενικές εκτιμήσεις ή αναμνήσεις του ενός ή του άλλου ιστορικού προσώπου.
Η μελέτη της ιστορικής πορείας του καπιταλισμού, του σοσιαλισμού, της στρατηγικής του ΔΚΚ και του ΚΚΕ πρέπει να υπολογίζει την αντικειμενική πραγματικότητα, να ξεχωρίζει τους αντιμειμενικους νόμους που διέπουν τον καπιταλισμό και σοσιαλισμό από τις ιδιομορφίες, τις ιδιαιτερότητες, τα τυχαία ή και συμπτωμτικά γεγονότα.Ο ρεφορμισμός και οπορτουνισμός αναμασάνε, μονότονα και συνεχώς το σύνθημα των προσαρμογών και αναπροσαρμογών στις συγκεκριμένες συνθήκες, αφού η στρατηγική τους καθορίζεται από τη θέση ότι ο καπιταλισμός είναι το τελευταίο κοινωνικοοικονομικό σύστημα άρα αιώνιο, ότι επιδέχεται επιδιόρθωση, όταν δε αναφέρονται συνθηματολογικα στο σοσιαλισμό εννοούν ένα δήθεν εξωραισμένο καιταλισμό. Βαφτίζουν την συμμετοχή σε κυβερνήσεις αστικής διαχείρισης ως προσαρμογή για το πέρασμα, τάχα στο σοσιαλισμό. Καλύτερη απόδειξη τια την εξέλιξη του οπορτουνισμού από το παράδειγμα ΣΥΡΙΖΑ δεν υπάρχει, ξεκίνησε με την αρχική του μορφή ως ανανέωση και αναθεώρηση και κατέληξε στο πολύτιμο στυλοβάτη του συστήματος.
Μεγάλα γεγονότα που συνιστούν στροφές, καμπές δεν καταργούν τους αντικειμενούς νόμους που διέπουν τον χαρακτήρα του καπιταλισμό. Η στρατωτική, η φασιστική δικτατορία με όποιες μορφές και αν εμφανίζεται , ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος , η ξενική κατοχή, οι προσαρτήσεις εδαφών, οι διασπάσεις κρατών ήταν και είναι γέννημα θρέμμα του καπιταλιστικου συστήματος, όπως και οι περιοδικές οικονομικές κρίσεις, οι ενδοιμκπεραλιστικές και ενδοαστικές αντιθέσεις.
Δεν είναι ίδια η περίοδος μετά το β΄παγκόσμιο πόλεμο όταν πρόκυψε το σοσιαλιστικό σύστημα στην Ευρώπη και σε άλλες ηπείρους, με τη σημερινή της μεγάλης υποχώρησης και ακόμα πιο αρνητικής εξέλιξης του συσχετισμού δυνάμεων, με την εδραίωση του καπιταλισμού παντού. Η πρόοδος η υποχώρηση του συσχετισμού δυνάμεων, οι συνθήκες μέσα στις οποίες δρά ένα ΚΚ οπωσδήποτε απαιτούν προσαρμογές στις μορφές πάλης, στη γραμμή συσπείρωσης μέσα στο κίνημα , στην ιεράρχηση των αιτημάτων, αλλά με τρόπο που δεν σπάει η αλυσιδα του αγώνα για την εργατική εξουσία, να μη παραβιάζεται η σχέση της οικονομίας με την πολιτική, με αποτέλεσμα να πετιώνται οι κρίκοι της από εδώ και από εκεί. Πουθενά και ποτέ στον 20ο και 21ο αιώνα δεν επιβεβαιώθηκε η διάσπαση της επαναστατικής διαδικασίας σε δυό στάδια , η πολιτική συνεργασία με μικροαστικές, οπορτουνιστικές ως και μεριδα των αστικών δυνάμεων στο όνομα του αντιφασιστικού η αντικατοχικού μετώπου, της δημοκρατικής ομαλότητας, όπως και η διάχυση του ΚΚΕ σε μέτωπα πολιτικής συνεργασίας η συμμετοχή σε κυβερνήσεις στο έδαφος του καπιταλισμού. Τα είδαμε στην Ευρώπη και στη Λατινική Αμερική ως τις μέρες μας.
Καταλαβαίνω ότι ξεφυλλίζοντας το πίνακα περιεχομένων των τόμων είναι φυσικό να συγκεντρωθεί η προσοχή κατ΄αρχην στην περίοδο της κρίσιμης 10ετίας 40-49 όπου στην Ελλάδα από τις πρώτες μέρες της απελευθέρωσης με την ένοπλη πάλη του ΕΛΑΣ,με τους μαζικούς αγώνες σε βασικά αστικά κέντρα, με την καθοδήγηση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, ξέσπασε επαναστατική κατάσταση που δυστυχώς δεν επιδιώχθηκε να εξελιχθεί σε πάλη για την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας, ενώ στη συνέχεια εξαπολύθηκε το όργιο δολοφονικής τρομοκρατίας, στην αναγκαστική συγκρότηση του ΔΣΕ, στο τρίχρονο ένοπλο ταξικό αγώνα και στην ήττα του, με την αποφασιστική στρατιωτική και πολιτική στήριξη των ΗΠΑ προς την αστική τάξη και τον στρατό της. Αναμφισβήτητα η περίοδος αυτή προσφέρεται για την εξαγωγή πολύτιμων συμπερασμάτων για την στρατηγική του κόμματος, της ΚΔ, το ρόλο της ΕΣΣΔ στο β΄παγκόσμιο πόλεμο, την εξωτερική πολιτική της ΕΣΣΔ αφού ήταν η μόνη από την συμμαχία κατά του άξονα που δεν είχε ιμπεριαλιστικές βλέψεις, όπως είχαν ΗΠΑ, Αγγλία, Γαλλία.
Η απάντηση μπορεί να εξακριβωοικθεί με την μελέτη των 4 τόμων του Δοκιμίου, του καθώς παρέχει συγκεκριμένα στοιχεία για το πώς εξελίχθηκε η ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα, η στρατηγική της αστικής τάξης, η πολιτική του μαστίγιου αλλα και της ενσωμάτωσης του εργατικού κινήμαατος, δίνει πείρα και γνώση για τις ενδοαστικές και ενδοιμπεριαλιστικές αντιθέσεις, ζητήματα που και σήμερα είναι στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντος.
Η επανάσταση του 1821, για την οποία ήδη έχουν ξεκινήσει από αστική πλευρά εκδηλώσεις για τη συμπλήρωση 200 χρόνων το 2021, δεν ήταν μόνο εθνικοαπελευθερωτική κατά της Οθωμανικής κατοχής, αλλά ταυτόχρονα ήταν και αστική επανάσταση. Δεν απέβλεπε μόνο στη δημιουργία ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτους αλλά και την υπερνίκηση των φεουδαρχικών σχέσεων υπέρ των αστικών, στην ίδρυση και εδραίωση του αστικού εθνικού κράτους. Θα δείτε γιατί οι κοινωνικές δυνάμεις που ηγήθηκαν της επανάστασης, προεστοί, γαιοκτήμονες, έμποροι, πλοιοκτήτες, αλλά και αρματολοί , ενώνονταν στο στόχο της απελευθέρωσης αλλά ταυτόχρονα είχαν μεταξύ τους ιδιαίτερα ταξικά συμφέροντα, με αποτέλεσμα κατά την διάρκεια της επανάστασης να συγκρούονται μεταξύ τους και με τα όπλα. Θα δείτε ότι οι αντιθέσεις τους συνεχίστηκαν και μετά την αναγνώριση του – αρχικά, πολύ περιορισμένου γεωγραφικά ανεξάρτητου ελληνικού κράτους- με αποκορύφωμα την δολοφονία του πρώτου κυβερνήτη Καποδίστρια.
Θα βρείτε απαντήσεις στα ζητήματα της εθνογένεσης, της διαμόρφωσης ελληνικής εθνικής συνείδησης κατά την περίοδο κυοφορίας της ελληνικής επανάστασης, για το θεσμό της Βασιλείας που δεν υπήρχε παράδοση στην Ελλάδα όμως αξιοποιήθηκε -όπως έγινε σε πολλά καπιταλιστικά κράτη- μετατρεπόμενος από θεσμό της ύστερης φεουδαρχίας σε αστικό θεσμό, με διαφορές βέβαια στο ρόλο και στις αρμοδιότητες από κράτος σε κράτος.
Ειδικά στην περιοχή της Θεσσαλίας που αποτέλεσε διαχρονικά και σήμερα μια σημαντική κοιτίδα ανάπτυξης των αγροτικών αγώνων, ο Α1 τόμος του Δοκίμιου είναι πολύτιμος , καθώς περικλείει ένα πολύ σύνθετο ζήτημα που είχε να αντιμετωπίσει το κόμμα από την ίδρυσή του και σε μια περίοδο που η μαρξιστική σκέψη στην Ελλάδα δεν είχε διαδοθεί.
Όπως γνωρίζετε η προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα έγινε το 1881. Στη Θεσσαλία το ζήτημα της γής είχε ορισμένες διαφορές από τις σχέσεις ιδιοκτησίας της γης που ίσχυαν στο νοσύστατο αστικό ελληνικό κράτος το 1830, δηλαδή στη Πελοπόννησο, τη Στερεά και την Ευβοια. Στο νέο ελληνικό κράτος καταργήθηκε το οθωμανικό δίκαιο, το οποίο καθιέρωνε ότ η γή ανήκε στο Θεό και την διαχειρίζονταν ο εκπρόσωπος του ο σουλτάνος. Καθιερώθηκε νέο Δίκαιο για τα εδάφη που ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία πριν, είτε σε μουλουλμανικά οθωμανικά ιδρύματα, ή σε ιδιώτες οθωμανούς, Όλα αυτά μετατρέπονταν σε ελληνική κρατική ιδιοκτησία, ονομάστηκαν «εθνικές γαίες». Το κράτος εκμίσθωνε την κρατική γή στους χωρικούς βάζοντας όμως τεράστια φορολογικά βάρη, φορτώνοντανς χρέη. Η χρήση που ανήκε σε ελληνες γαιοκτήμονες πριν την επανάσταση αναγνωρίστηκε ως πλήρης ιδιοκτησία, εφόσον τους είχαν παραχωρηθεί με οθωμανικούς τίτλους, ενώ η γή που ανήκε στην Εκκλησία λογίζονταν μόνο ως κατοχή. Ένα μέρος της γής που είχε καταπατηθεί παράνομα αναγνωρίστηκε , επίσης αναγνωρίστηκαν οι καταπατήσεις δημόσιων, κοινοτικών και εκκλησιαστικών ιδιοκτησιών. Ένα μέρος περιουσιών που οι οθωμανοί δεν τα παρέδοσαν στο νέο κράτος, πουλήθηκε σε πλούιους ελληνες του εξωτερικού. Δημιουργήθηκαν έτσι μεγάλες αγροτικές εκμεταλλέυσεις που όμως αντιπροσώπευαν μόνο το 5% του συνόλου, οι ιδιοκτήτες έδιωχναν τους καλλιεργητές που αποκλίθηκαν κολλίγοι, από τα σπίτια τους, αν δεν συμμορφώνονταν με τις απαιτήσεις τους.
Το 1830 το νέο κράτος έδινε το δικάιωμα απόκτησης γής, βάζοντας ανώτατο όριο μεγέθους, ώστε να μη δημιουργούνταν μεγάλες αγροτικές ιδιοκτησιες. Το μισό σχεδόν των καλλιεργουμενων εδαφών ήταν κρατική ιδιοκτησία και τα υπόλοιπα μικρή ιδιοκτησία ενώ από την πλευρά των καλλιεργητών δεν υπήρχαν αιτήματα για την απαλλοτρίωση της μεγάλης ιδιωτικής και εκκλησιαστικής περιουσίας παρέμεναν όλο τον 19ο αιώνα ένας παθητικός λαικός παράγοντας.Τα 1871, δηλαδή δέκα χρόνια πριν την προσάρτηση της Θεσσαλίας, έγινε διανομή της γής προς χωρικούς, όμως οι έμποροι και επιχειρηματίες με πλαστά χαρτιά κατάφεραν να ξεπεράσουν το οριο που έμπαινε για το μη μεγάλωμα της ιδιοκτησίας, με αποτέλεσμα από την μια μεριά να αυξάνονται οι μικροιδιοκτήτες, από την άλλη να συγκεντρώνεται η γη και μάλιστα η καλής ποιότητας σε χέρια γαιοκτημόνων και επιχειρηματιών που άνοιξαν την δράση τους σε νέα πεδία κερδοφορίας π.χ. αγόραζαν μετοχές, δάνειζαν ως τοκοφλύφοι, έγιναν έμποροι. Νοίκιαζαν τμήματα της γής τους στους αγρότες ή προσλάμβαναν αγρότες ως εργάτες της. Το αστικό κράτος συνέχιζε να υπόσχεται ότι τις μισές εκτάσεις θα τις παραχωρήσει ως ιδιοκτησία με αντάλλαγμα την προσωπική εργασία των αγροτών. Έτσι κυριάρχησαν δύο τάσεις και η ενίσχυση των των μικρων καλλιεργητών και ενίσχυση του πλουτισμού των εμπόρων και βιοτεχνών.
Στη νεοπροσαρτημένη Θεσσαλία διαφοροποιήθηκε η πολιτική γής. Οι αποχωρούντες τούρκοι έδωσαν τίτλους γής σε ελληνες χρηματιστές της διασποράς, με αποτέλεσμα να κυριαρχούν τα τσιφλίκια στα πεδινά μέρη, τα οποία, μάλιστα, αποτελούσαν το 54-64% των καλλιεργημένων εκτάσεων, ενώ στα ορεινά μέρη κυριαρχούσαν οι μικροκαλλιεργητές. Οι κολίγοι δούλευαν στα τσιφλίκια είτε με το δικάιωμα της χρήσης γής και με την υποχρέωση να παραδίνουν το 1/3 ή το ½ της παραγωγής στον ιδιοκτήτη, είτε ως μισθωτοί εργάτες με χρονιάτικα συμβόλαια. Οι τσιφλικάδες στη βάση του βυζαντινού και ρωμαικού αστικού δικαίου κατάργησαν τα δικαιώματα των καλλιεργητών να έχουν σπίτια ,λαχανόκηπους, να χρησιμοποιούν βοσκοτόπους με αποτέλεσμα ένα μέρος των κολίγων να καταστρέφονται ή να αναγκάζονται να νοικιάζουν προσωρινά γή. Έχει υπολογισθεί ότι από τα 680 τσιφλίκια της Θεσσαλίας τα 380 ανήκαν σε μόνιμους κάτοικους του εξωτερικού, ενώ τα εισοδήματα από την αγροτική παραγωγή μεταφέρονταν στο εξωτερικό. Με βάση τον διαχωρισμό που έκανε ο Μάρξ ανάμεσα στην τσιφλικάδικη φεουδαρχική οικονομία και στο λεγόμενο μεσακάρικο σύστημα βγαίνει το συμπερασμα ότι το μεσακάρικο σύστημα της Θεσσαλίας, ηταν αρχικά μεταβατική μορφή προς τις καπιταλιστικές σχέσεις, άρα το ελληνικό τσιφλίκι δεν συνιστούσε φεουδαρχική σχέση, όπως την χαρακτήρισαν κομμουνιστές ιστορικοί και το ίδιο το κόμμα.
Οι αγροτικές κινητοποιήσεις στην Ελλάδα αναπτύχθηκαν κυρίως την πρώτη δεκαετία του 20ο΄αιώνα , ανεξάρτητα από την σύνθεση στη συμμετοχή τους και τις ανεβασμένες μαχητικές μορφές πάλης, το ιδεολογικό τους πλαίσιο , η τακτική τους κσθορίστηκε από εκπροσώπους της αστικής τάξης και αστούς διανοούμενους που συνειδητοποιούσαν τις προυποθέσεις ανάπτυξης, επικράτησης των καπιταλιστικών σχέσεων στην αγροτική παραγωγή. Η δυναμική και ηρωισμός των αγώνων καθορίστηκε και από την συμμετοχή των φτωχών αγροτών με συνθήματα για ελευθερία και απαλλοτρίωση, με αποκορύφωμα το γνωστό μας Κιλελέρ που δίκαια τιμάμε κάθε χρονιά.
Αποτέλεσμα και των παραπάνω αγώνων ήταν η βενιζελική νομοθεσία ιδρύσης των γεωργικών συνεταιρισμών, το 1914, με την παροχή γης στους ακτήμονες. Οι αστοί πολιτικοί τόσο της συντήρησης όσο και του λεγόμενου κεντρώου χώρου ως σήμερα υμνούν τον Βενιζέλο για το νόμο των συνεταιρισμών ως απόδειξη φιλοαγροτικής πολιτικής. Στην πραγματικότητα ο νόμος υπηρετούσε την ανάπτυξη της παραγωγικότητας και εμπορευματοποίησης της γεωργικής παραγωγής, τη στήριξη της βιομηχανίας λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων. Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνοναν και ένας άλλος στόχος του συστήματος, η ανάδειξη εμπόρων στα συνδικαλιστικά συνεταιριστικά όργανα βάρος της φτωχής αγροτιάς.
Σε αντίθεση με την ίδια την αντικειμενική πραγματικότητα το κόμμα μας, την περίοδο του μεσοπολέμου ενώ είχαν κυριαρχήσει παντού οι καπιταλιστικές σχέσεις στην Ελλάδα, έβλεπε φεουδαρχικές και μισοφεουδαρχικές σχέσεις στην αγροτική παραγωγή, θεωρούσε την Ελλάδα ως μισοαποικία, ενώ ερμήνευε τον βασιλικό θεσμό σαν φεουδαρχικό κατάλοιπο. Αυτήν ακριβώς την περίοδο η καπιταλιστική ανάπτυξη είχε προχωρήσει ανεξάρτητα από τις διαφορές που υπήρχαν στην Ελλάδα, σε σύγκριση με πιο αναπτυγμένα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι στην Ελλάδα πιο γρήγορα αναπτύχτηκαν κλάδοι βιομηχανικοί που παρήγαγαν κυρίως προϊόντα άμεσης κατανάλωσης και πολύ περιορισμένα κλάδοι παραγωγής μηχανών και γενικά μέσων παραγωγής, έπρεπε να συνυπολογίζεται ότι στην ανάπτυξη του καπιταλισμου στη χώρα μας η περίοπτη θέση που κατείχε διεθνώς η ελληνική ναυτιλίας και το διεθνές εμπόριο. Η επικράτηση των καπιταλιστικών σχέσεων δεν ταυτίζεται μόνο με την βιομηχανία μέσων παραγωγής.
Το κόμμα μας εκτιμούσε , επίσης, ότι η αστική τάξη είχε παρεκκλίνει και από τα δικά της συμφέροντα και συμπεριφερόταν ως υποτελής απέναντι στα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη.
Η αστική τάξη στην Ελλάδα, εννοείται παντού, εκπλήρωνε προοδευτικό ρόλο μόνο όταν διεκδικούσε την ανάληψη της πολιτικής εξουσίας και τη δημιουργία εθνικών αστικών κρατών με την νίκη κατά της φεουδαρχίας. Από τη στιγμή που πήρε στα χέρια της όλη την εξουσία τότε ένα ρόλο έπαιξε και μπορεί να παίξει παντού, είτε ήταν σε ισχυρό η λιγότερο ισχυρό καπιταλιστικό κράτος: Tο ρόλο του πολέμιου της εργατικής τάξης της δικής της και των άλλων κρατών.
Η ελληνική αστική τάξη έπαιρνε ενεργό ρόλο στους ανταγωνισμούς των καπιταλιστικών κρατών, με στόχο την επέκταση της κερδοφορίας της έξω από τα σύνορα, ακόμα και την διεύρυνσή τους σε βάρος άλλων κρατών. Το ελληνικό Σύνταγμα έχει άρθρο που προβλέπει την αλλαγή των ελληνικών συνόρων, είτε δηλαδή την μετακίνησης τους προς τα μέσα είτε την διεύρυνσή τους αποσπώντας νέα εδάφη.
Οι ανισότιμες σχέσεις αλληλεξάρτησης ανάμεσα στα ισχυρότερα και ασθενέστερα καπιταλιστικά κράτη δεν είναι ιδιομορφία, είναι νόμος του καπιταλισμού.
Όταν ξέσπασε ο πρώτος βαλκανικός πόλεμος, με την κήρυξη πολέμου κατά της ΟΑ από την Σερβία, Βουλγαρία και το Μαυροβούνιο, η αστική κυβέρνηση Βενιζέλου ζητούσε αναβολή για καλύτερη προετοιμασία ώστε να γίνει συμφωνία διανομής της Μακεδονίας. Όταν αποφάσισε τη συμμετοχή συμφώνησε με τα άλλα βαλκανικά κράτη ο ελληνικός στόλος να διατεθεί στο Αιγαίο με τα μάτια στραμμένα στην κατάκτηση των παραλίων της Μ.Ασίας, σε αντίθεση με τον βασιλιά που πρόσβλεπε στην προς βορρά επέκταση των συνόρων.
Ο Βενιζέλος μάλιστα πριν την έκρηξη του Α’ παγκοσμίου ιμπεριαλιαστικού πολέμου, ως πρωθυπουργός, απέρριψε συζήτηση στη βουλή για την αναγκαιότητα κατάληψης των Σερρών, της Δράμος και της Καβάλλας, κρίνοντάς την επιχείρηση ασύμφορη για την επέκταση των ορίων του ελληνικού κράτους.
Με τη λήξη του πρώτου βαλκανικού πολέμου που στρέφονταν μεν κατά της ΟΑ αλλά περιέκλειε και στοιχεία επεκτατισμού, οξύνθηκε ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα βαλκανικά κράτη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας,για τη νομή της Μακεδονίας. Οι αντιθέσεις μεταξύ τους πυροδότησαν το β΄βαλκανικό πόλεμο με τη λήξη του οποίου το μεγαλύτερο μέρους της γεωγραφικής περοχής της Μακεδονίας πέρασε στην Ελλάδα και άλλα τρία μικρότερα μέρη στη Σερβία και Βουλγαρία και Αλβανία. Οι βαλκανικοί πόλεμοι εντάσονταν στην προετοιμασία του α΄παγκοσμίου πολέμου καθώς εξελίσσονταν κάτω από την μπακέτα των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών και των ανταγωνισμών τους.
Η αστική τάξη επιζητούσε συνεχώς την επέκταση των ελληνικών συνόρων, συμμετείχε σε ιμπεριαλιστικές εκστρατείες, όπως κατά της ΕΣΣΔ, στη συνέχεια με την καθοδήγηση της Αγγλία προχώρησε στην γνωστή μικρασιατική, που εξελίχθηκε σε κατατροφή. Εβαψε πολλές φορές τα χέρια της με το αίμα εργατών μέσα στην Ελλάδα.
Η μη αντικειμενική εκτίμηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα κατά το Μεσοπόλεμο, από το κόμμα μας, κατέληγε στην στρατηγική των δύο επαναστατικών σταδίων για το σοσιαλισμό, οδήγησε στην απόσπαση της πάλης κατά του φασισμού και της δικτατορίας, υου αγώνα 41-44 , του ΔΣ από την πάλη για την εργατική εξουσία.
Την περίοδο της παιδικής ηλικίας του κόμματος, βάραινε οπωσδήποτε η καθυστέρηση της ολόπλευρης γνώσης της μαρξιστικής σκέψης, υπήρξε όμως και η επίδραση της προβληματικής στρατηγική της ΚΔ, η πίεση που άσκησε στην ΚΔ η ανακοπή του επαναστατικού κύματος στην Ευρώπη. Βεβαίως εμείς δεν μεταφέρουμε την ευθύνη πέρα και έξω από εμάς, ισχύει και η αυτοτελής ευθύνη του κόμματος.
Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ
Η εκτίμηση για την καθυστέρηση του ελληνικού καπιταλισμού και ότι η αστική τάξη δεν εκπλήρωνε το ρόλο της παρά μόνο ως υποτελής στον διεθνή ιμπεριαλισμό, εκτός από την υιοθέτηση της αστικοδημοκρατιής επανάστασης πριν την σοσιαλιστική, οδήγησε και στη θέση για συνεργασία ακόμα με ορισμένες αστικές πολιτικές δυνάμεις, τη συμμετοχή σε κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού, όπως έγινε το 44 και αργότερα το 89 έστω και αν η τελευταία ήταν μεταβατική πριν τις επόμενες εκλογές.
Αυτή η προβληματική στρατηγική δεν αναίρεσε ούτε ανέστειλε τον αναντικατάστατο ρόλο του κόμματος στην ταξική πάλη, το κομμουνιστικό ηρωισμό και τη αφοβία, την ανιδιοτελή προσφορά του, τη αντοχή στις διώξεις, σε συνθήκες παρανομίας και ημιπαρανομίας. Δεν εμπόδισε το Κόμμα μας, με ελάχιστες δυνάμεις τον Οκτώβρη του 40, λόγω των συνεπειών της μεταξικής δικτατορίας, και μάλιστα σκόρπιες, να πρωτοστατήσει και να ηγηθεί στο μαζικό πολιτικό και τον ένοπλο απελευθερωτικό αγώνα του ΕΑΜ ΕΛΑΣ, της ΕΠΟΝ, της ΕΑ, της ΟΠΛΑ και των άλλων εαμικών οργανώσεων, να καταθέσει αιματηρές θυσίες. Ήταν το Κόμμα που καθοδήγησε τον αγώνα κατά της πείνας, τη μάχη της σοδειάς, κατά της πολιτικής επιστράτευσης που ματαιώθηκε, επίσης στην απελευθέρωση περιοχών από το 43 ακόμα και την οργάνωση λαϊκών θεσμών, όταν οι αστικές πολιτικές δυνάμεις είχαν δραπετεύσει στο εξωτερικό, ενώ ένα τμήμα τους συνεργάσθηκε με τους κατακτητές, οργάνωσε τα τάγματα ασφαλείας κατά του κινήματος αντίστασης και του ΚΚΕ.
Το οδήγησε όμως, να μη είναι προετοιμασμένο, ιδεολογικά και πολιτικά, να διεκδικήσει την εξουσία η εργατική τάξη στις μέρες της απελευθέρωσης, όταν είχε διαμορφωθεί επαναστατική κατάσταση και υπήρχε ο εξοπλισμένος λαός στον ΕΛΑΣ. Από τις πρώτες ώρες της απελευθέρωσης τα αστικά κόμματα και η Αγγλία στην σφαίρα επιρροής και συμμαχίας της οποίας ανήκε η αστική τάξη της χώρας, ένα πράγμα είχαν στο νου τους: Να τσακίσουν το εαμικό, ελασίτικο κίνημα, το ΚΚΕ, καθώς καταλάβαιναν ότι δεν μπορούσαν να ασκήσουν εξουσία, τότε, στην Ελλάδα, ερχόμενοι από το εξωτερικό που μηχανορραφούσαν. Αν και το ΚΚΕ είχε υπογράψει συμφωνίες μαζί τους, είχε δεχθεί συμμετοχή σε κυβέρνηση εθνικής ενότητας, όλοι αυτοί ήξεραν ότι το ΚΚΕ δεν ήταν κόμμα του χεριού τους παρά την λαθεμένη στρατηγική. Η σύγκρουση τον Δεκέμβρη του 1944 ήταν αναπόφευκτη, αν το ΚΚΕ υποχωρούσε στην αξίωση της αστικής τάξης και των συμμάχων της αντιμπεριαλιστών, τότε το ΚΚΕ θα οδηγούσε τα πράγματα στην απόλυτη πολιτική και ηθική απαξίωση της ηρωικής εθνικής εαμίτικης αντίστασης.
Η περίοδος Οκτωβρη –Δεκέμβρη 1944 έβγαλε ακόμα πιο καθαρά στην επιφάνεια την στρατηγική της αστικής τάξης κατά του ΚΚΕ, του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ: Με τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ ι να ανασυγκροτήσει τον εθνικο αστικό με αρχικο πυρήνα τους ταγματασφαλιτες και δοσιλόγους. Με τη πρόσκληση βρεττανικών στρατευμάτων που είχαν αποχωρήσει με τη λήξη του πολέμου, να έλθουν κατά χιλιάδες στην Αθήνα κατά ΚΚΕ και ΕΛΑΣ. Ένα πράγμα χρειάζονταν , αυτοστιγμεί το Κόμμα να αλλάξει την στρατηγική του, π.χ. στην 11η ολομέλεια, ιδιαίτερα στο 7ο συνέδριο, που δυστυχώς δεν έγινε.
Όταν μπροστά στο λαό, στο κίνημα του, που καθοδηγητής ήταν το ΚΚΕ, τέθηκε εξ αντικειμένου το δίλημμα «υποταγή ή οργάνωση της πάλης και αντεπίθεση», τότε, δεν υπήρξε ο πραγματικός δισταγμός, όμως με διατήρηση της λαθεμένης στρατηγικής. Το ίδιο έγινε όταν προσέδωσε στον ΔΣΕ χαρακτήρα ένοπλης πάλης με σκοπό την άσκηση πίεσης για δημοκρατική ομαλότητα, με αποτέλεσμα το πεδίο της ένοπλης πάλης να μείνει έξω από τα αστικά κεντρα, να περιοριστεί στο βουνό και με σύνθεση κατά πλειοψηφία αγροτική, ενώ το εργατικό κίνημα περιοριζονταν σε οικονομικές κυρίως διεκδικήσεις και ορισμένα δημοκρατικά αιτήματα.
Η εποποιία του ΔΣΕ απέδειξε ότι τα λάθη του ΚΚΕ οφείλονταν σε λαθεμένες θεωρητικές , στρατηγικού χαρακτήρα επιλογές, και όχι στην διάθεση συμβιβασμού, υποχώρησης , επιλογής του δρόμου ενσωμάτωσης. Η ηρωική εθνική αντίσταση, που ήταν συνέχεια των ταξικών αγώνων που οργάνωσε και στήριξε το ΚΚΕ στο μεσοπόλεμο, οι 33 μέρες του Δεκέμβρη 1944 και ο τρίχρονος ηρωικός αγώνας του ΔΣΕ, αποτέλεσαν το πιο γερό υπόστρωμα συνείδησης στις συνθήκες της αντεπανάστασης, την περίοδο 1989-1991 που συνέβαλαν το ΚΚΕ να κρατηθεί όρθιο, παρά τις απώλειες, να περάσει αργά στην αρχή και σταθερά πιο γρήγορα στην πορεία αποκατάστασης του επαναστατικού του χαρακτήρα.
Το αστικό πολιτικό σύστημα, ο φασισμός, η ακροδεξιά
Το Δοκίμιο παρέχει αποδείξεις για το ζήτημα του φασισμού ή της ακροδεξιάς αντεπίθεσης και της πάλης ενάντια του, με ποια γραμμή, με ποια στρατηγική πρέπει να αντιπαλεύεται. Ο φασισμός, ή η στρατιωτική δικτατορία που οδηγεί στην προσωρινή αναστολή λειτουργίας του αστικού κοινοβουλίου, είναι προϊόντα του καπιταλισμού, του αστικού πολιτικού συστήματος. Ανταποκρίνονται και οι δύο αυτές επιλογές , σε ανάγκες της αστικής τάξης , ή των πιο δυναμικών τμημάτων της, σε μια ορισμένη φάση, γι΄αυτό ο αγώνας εναντίον τους δεν πρέπει να διεξάγεται από την σκοπιά της υπεράσπισης του αστικού πολιτικού συστήματος, της αστικής δημοκρατίας, με την ανοχή ή συμφιλίωση με αστικές πολιτικές δυνάμεις και πολιτικούς.
Την δικτατορία του Μεταξά την στήριξε το κεφάλαιο, γιατί είχε ανάγκη από μια τέτοια εξέλιξη για τα δικά του συμφέροντα. Στο σύνολο των 38 υπουργών της μεταξικής κυβέρνησης το 10% ήταν τραπεζικά στελέχη και το 6% βιομήχανοι και άλλοι επιχειρηματίες. Τα αστικά κόμματα αντέδρασαν υποτονικά στην κήρυξη της δικτατορίας, περιορίστηκαν σε διαβήματα, υπομνήματα στο βασιλιά και έκδοση προκηρύξεων ενώ ο κοινός τόπος συνάντησης τους παρέμενε ο αντικομουνισμός. Εκπρόσωποι των κομμάτων Φιλελευθέρων, Λαϊκού, Προοδευτικού και Αγροτικού Εργατικού συμφώνησαν να σχηματισθεί κυβέρνηση με στόχο να παταχθεί «αποτελεσματικώς κάθε προπαγάνδα εγκαταστάσεως οιουδήποτε ύρκαθεστώτος στηριγμένου στη βιαν, ειδικότερον δε όπως εξουδετερωθή και δια συνταγματικών εν ανάγκη νομοθετικών μέτρων η κομουνιστική δράσις».
Οι αντιθέσεις και ανταγωνισμοί ανάμεσα σε αστικές πολιτικές δυνάμεις, ή δυνάμεις αστικής διαχείρισης
Πολλά στοιχεία για γνώση και προβληματισμό στο ΔΟΚΙΜΙΟ αναφέρονται γύρω από τις αντιθέσεις ανάμεσα στα αστικά κόμματα. Πολύτιμη πείρα παρέχεται γύρω από τον αποκαλούμενο «εθνικό διχασμό», δηλαδή την διάσπαση της αστικής τάξης στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα σε βενιζελική και βασιλόφρονα, στη συνέχεια σε βασιλική και αντιβασιλική. Οι ενδοαστικές διαφορές δεν είναι κατασκευασμένες, λειτουργούν, μάλιστα σε περιπτώσεις που υπάρχουν σημάδια αποσταθεροποίησης, ως παράγοντας σταθερότητας με την εναλλαγή αστικών κομμάτων στη διακυβέρνηση, ή κυβερνήσεων εθνικής ενότητας, συνεργασίας, εμποδίζοντας τη λαϊκή συσπείρωση κατά του κεφαλαίου και της αντιλαϊκής πολιτικής του.
Σημαντικές διαφορές ανάμεσα σε αστικές δυνάμεις εμφανίζονταν στην Ελλάδα από τη πρώτη στιγμή της ίδρυσης του ελληνικού κράτος μετά την επανάσταση του 21, και στη συνέχεια σε όλο τον εικοστό αιώνα με επίκεντρο το ζήτημα του εκσυγχρονιστικών αστικών μεταρρυθμίσεων, την ενσωμάτωση των αλλοεθνών μειονοτήτων, αλλά και την τακτική ενσωμάτωσης και χειραγώγησης του εργατικού κινήματος. Οι αντιθέσεις του Βενιζέλου και του Βασιλιά Γεωργίου και στη συνέχεια του Κωνσταντίνου αφορούσαν για το προς τα πού θα πρέπει να επιδιωχθεί η επέκταση των ελληνικών εδαφών, προς βαλκανική κατεύθυνση ή προς την Κωνσταντινούπολη ή τα παράλια της Μ. Ασίας. Διαφορές υπήρχαν αν θα προτιμούνταν η συμμαχία με την Αγγλία ή με την ανταγωνίστρια τα Γερμανία.
Η διαπάλη οξύνθηκε όταν ο Βενιζέλος επέλεξε να μπει η Ελλάδα στο πρώτο παγκόσμιο πόλεμο στο πλευρό της Αγγλίας, Γαλλίας, Ιταλίας με στόχο να ενσωματώσει τη Μ. Ασία στο ελληνικό κράτος, ενώ ο βασιλιάς και ορισμένα τμήματα της αστικής τάξης προτιμούσαν να αποφύγουν τις πολεμικές δαπάνες μιας τέτοιας επικίνδυνης, ως προς το αποτέλεσμα εκστρατείας, επιδίωκαν ανταλλάγματα από τις κεντρικές δυνάμεις της Ευρώπης, πριν απ’ όλα από την Γερμανία, και γι΄αυτό μιλούσαν για δήθεν ουδετερότητα της Ελλάδας στο πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.
Ο Μεταξάς γνωστός ως γερμανόφιλος που πίστευε ότι η γερμανική κατοχή της Ελλάδας θα γίνονταν με ειρηνικό τρόπο και θα , συνέβαλε να απαλλαγεί από την συμμαχία με την Αγγλία , είπε το ΟΧΙ καθώς συνειδητοποίησε ότι η ιταλική επιθετικότητα σε βάρος της Ελλάδας επέβαλε να στηριχθεί στον πατροπαράδοτο σύμμαχο της ελληνικής αστικής τάξης, την Μ. Βρετανία. Σε τέτοιες στιγμές τον πρώτο λόγο έχει η ίδια η αστική τάξη, τα πιο δυναμικά τμήματα της.
Κατά την διάρκεια της τριπλής γερμανικής, ιταλικής και βουλγαρικής κατοχής, τα αστικά κόμματα εξακολουθούσαν να έχουν διαφωνίες σε μια σειρά ζητήματα, εντός βεβαίως το πλαισίου του συστήματος, όμως οι διαφορές παραμερίστηκαν όταν στην απελευθέρωση είδαν τον κίνδυνο να μη ανακτήσουν την πολιτική εξουσία. Συνασπίστηκαν, έγιναν ένα σώμα σε όλη την διάρκεια των Δεκεμβριανών, του τρίχρονου αγώνα του ΔΣΕ. Ακόμα και στα χρόνια της δικτατορίας της στρατιωτικής χούντας, με διαφορές μεταξύ τους σε ζητήματα εκσυγχρονισμού, συμφωνούσαν ότι η πτώση της χούντας κυρίως έπρεπε να γίνει από τα πάνω, με την παρέμβαση των ξένων δυνάμεων, και όχι ως αποτέλεσμα λαϊκής εξέγερσης που θα έβαζε επί τάπητος ένα πιο βαθύ ριζοσπαστισμό, αντιιμπεριαλισμό. Είχαν συμφωνήσει ότι δεν έπρεπε να τεθεί ζήτημα αναγνώρισης του ΚΚΕ και νομιμοποίησης του μετά την πτώση της χούντας. Φυσικά το κόμμα μας είχε προαποφασίσει την ντε φάκτο νομιμοποίηση, ταυτόχρονα με την ανατροπή της χούντας, ο ριζοσπαστισμός, επισης, που είχε αναπτυχθεί υποχρέωσε την κυβέρνηση των αστικών κομμάτων τον Ιούλη του 74 να καταργήσει τους νόμους απαγόρευσης του ΚΚΕ που ίσχυαν από το 1947.
Η παλαιά ενδοαστική διαίρεση έχει υποκατασταθεί σήμερα από την αποπροσανατολιστική διαμάχη «δεξιά-πρόοδος», «κεντροδεξιά ή κεντροαριστερά» κλπ.
Αλήθειες σε ορισμένα κρίσιμα ζητήματα του β΄παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου
Η αιτία του πολέμου ήταν οι ενδοιμπεριαλιστικές αντιθέσεις που οξύνθηκαν περισσότερο κατά την διάρκεια της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης 1937-8, κρίση που χτύπησε τη Αγγλία και τη Γαλλία ,ενώ η Γερμανία με την βοήθεια των ΗΠΑ είχε στηρίξει την δυναμική της ανάπτυξη στην δημιουργίας μεγάλης πολεμικής βιομηχανίας, με αποτέλεσμα αυτή να αναδειχθεί ανάμεσα στα πιο ισχυρά καπιταλιστικά κράτη παγκόσμια.
Οξύνθηκε ο ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός ανάμεσα στη Βρετανία και τη Γερμανία για τον έλεγχο των αγορών και των σφαιρών επιρροής, αλλά και ανάμεσα στη Γερμανία και την Γαλλία ένα τμήμα της αστικής τάξης της οποίας ήταν υπέρ της συμμαχίας με την Γερμανία και ένα άλλο με την Αγγλία. Από την άλλη πλευρά είχε οξυνθεί ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, με αποτέλεσμα όλα τα παραπάνω κράτη να οργανώνονται για την προετοιμασία του επερχόμενου παγκοσμίου πολέμου. Παρά τις οξύτατες αντιθέσεις ανάμεσα στη Αγγλία και Γαλλία από τη μια και τη τη Γερμανία, από την άλλη, αυτές δίσταζαν να αντιμετωπίσουν την κατάληψη της Αυστρίας από τα γερμανικά στρατεύματα τον Μάρτη του 1938. Ήθελαν, πριν απ όλα να ενθαρρύνουν την επίθεση της Γερμανίας κατά της ΕΣΣΔ , ώστε είτε να ηττηθεί το πρώτο εργατικό κράτος, είτε να αποδυναμωθεί , και στη συνέχεια να αντιμετωπίσουν τον γερμανικό επεκτατισμό. Γι αυτό και απέρριψαν τις προτάσεις της ΕΣΣΔ για σύγκληση διεθνούς διάσκεψης, παρότι αυτή προειδοποιούσε ότι γρήγορα θα έρχονταν η γερμανική επίθεση κατά της Τσεχοσλοβακίας που είχε επίσης πολύ αναπτυγμένη βιομηχανία. Η γερμανική επίθεση στη Τσεχοσλοβακία άρχισε να ξετυλίγεται τον Μάη του 1938. Τον Σεπτέμβρη του 1938 σε διάσκεψη που έγινε στο Μόναχο με θέμα την Τσεχοσλοβακία, στην οποία πήραν μέρος ο Χίτλερ, ο Τσαμπερλέιν της Βρετανίας, ο Νταλαντιέ της Γαλλίας και ο Μουσολίνι της Ιταλίας συμφώνησαν να παραχωρήσει η Τσεχοσλοβακία ένα μέρος του εδάφους της στη Γερμανία, δηλαδή τη Σουδητία με 5 εκατομμύρια κατοίκους. Τα ανταγωνιζόμενα τη Γερμανία καπιταλιστικά κράτη ακολούθησαν την λεγόμενη πολιτική «κατευνασμού» απέναντι της , αφήνοντας μόνη της τη ΕΣΣΔ να υπερασπίζεται τη Τσεχοσλοβακία. Ο σχεδιασμός ήταν καθαρός, να δημιουργεί εδαφικός στρατιωτικός διάδρομος για να ξεκινήσει η γερμανική επίθεση στην ΕΣΣΔ, η οποία απεύθυνε αλλεπάλληλες προτάσεις συγκεκριμένες για συμμαχία κατά της Γερμανίας. Μετά από τις παραπάνω εξελίξεις και όταν η Βρετανία άρχισε μυστικές διαπραγματεύσεις με τη Γερμανία για πολιτική και οικονομική συμφωνία μεταξύ τους, ώστε να ανοίξει ο δρόμος προς την ΕΣΣΔ, υπογράφηκε σύμφωνο μη επίθεσης μεταξύ ΕΣΣΔ και Γερμανίας, τον Αύγουστο του 1939 με ισχύ 10χρόνων, εν γνώσει ότι η συμφωνία δεν θα τηρούνταν από τον Χίτλερ. Αυτό είναι το σύμφωνο Ρίμεντροπ-Μολότωφ από το όνομα των υπουργών εξωτερικών, που έδωσε την δυνατότητα της ΕΣΣΔ να αξιοποιήσει για 21 μήνες της πολεμική της προετοιμασία και την αύξηση των ενόπλων δυνάμεων σχεδόν τρείς φορές, για την υπεράσπιση της σοσιαλιστικής πατρίδας και την απελευθέρωση της Ευρώπης.
Το αντικομουνιστικό ψήφισμα του ευρωκοινοβουλίου που υιοθετήθηκε με την γραμμή εξίσωσης ναζισμού και κομμουνισμού είχε ως σημαία του την παραπάνω συμφωνία. Δεν πρόκειται απλά για υποκρισία και ψέμα, δείχνει όλο το μίσος για το γεγονός ότι η ΕΣΣΔ, ο σοβιετικός λαός δεν υπέκυψε στην γερμανική πολεμική μηχανή, μίσος γιατί δεν πέρασαν τα σχέδια Αγγλίας, Γαλλίας και ΗΠΑ να ηττηθεί πολεμικά το πρώτο εργατικό κράτος.
Η πολιτική απέναντι στο εργατικό κίνημα
Στο τετράτομο δοκίμιο διαβάζοντας θα βρείτε πλήθος αποδείξεων για την στρατηγική της αστικής τάξης να τσακίσει το εργατικό λαϊκό κίνημα, με τα σώματα ασφαλείας, παρακρατικές οργανώσεις, τάγματα ασφαλείας, με το στρατό, από το 1918 ως το 1940, το όργιο τρομοκρατίας και δολοφονιώ κατά του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΚΚΕ αμέσως μετά την απελευθέρωση.
Φυσικά κατά περιόδους γίνονταν προσπάθειες μέσω ανώδυνων, για το κεφάλαιο και το σύστημα, μέτρων η ενσωμάτωση του εργατικού, του λαϊκού κινήματος, ενώ μετά το β΄παγκόσμιο πόλεμο στα καπιταλιστικά κράτη της Ευρώπης ακολουθήθηκε και πολιτική επιλετικών παροχών. Οι αστοί, εκσυγχρονιστικής κατεύθυνσης. ήταν πιο ανοικτοί σε μέτρα λαϊκής ενσωμάτωσης χωρίς να εγκαταλείπουν το μαστίγιο, την καταστολή, τα ιδιώνυμα όπως έκανε ο Βενιζέλος. Ήταν πιο ανοικτοί και ευέλικτοι και πιο ρεαλιστές ως προς τι συνέφερε την ανάπτυξη του καπιταλισμού σε αντίθεση με αλλα αστικά κόμματα που ήταν περισσότερο προσκολημένα σε τακτικές ξεπερασμένες. Αυξήσεις σε τμήματα της εργατικής τάξης δίνονταν, όμως εξανεμίζονταν από την αυξήσεις τιμών και την βαριά φορολογία. Η καπιταλιστική ανάπτυξη που συντελέστηκε την περίοδο του Μεσοπολέμου στηρίχθηκε στην πιο στυγνή και αιματηρή εκμετάλλευση του εργατικού δυναμικού, με αποτέλεσμα να θερίζουν οι επαγγελματικές ασθένειες ενώ η κοινωνική ασφάλιση ήταν άγνωστη λέξη.
Προσπάθησα επιλεκτικά και αποσπασματικά, να δώσω ορισμένα παραδείγματα τι θα βρείτε το Δοκίμιο, είναι αδύνατο ο πλούτος του να αναλυθεί σε μια ομιλία. Μη λυπηθείτε να οργανώσετε τον χρόνο σας ώστε να το μελετήσετε ξεκινώντας με ένα πρόγραμμα ρεαλιστικό αλλά χωρίς διακοπές και διαλλείματα. Η δράση χωρίς γνώση- το επαναλαμβάνω- φτωχαίνει, γίνεται κάποιες στιγμές ρουτίνα και κυρίως αναποτελεσματική. Όταν η θεωρητική γνώση και μελέτη υποχωρεί τότε αυξάνονται τα πρακτικά, τα οργανωτικού τύπου καθήκοντα και ο όγκος τους.
ΕΝΟΤΗΤΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗΣ
Η ιστορική πορεία του κόμματος όπως και του ΔΚΚ η μελέτη της χωρίς το μικρόβιο της εξειδανίκευσης, και του φόβου της αυτοκριτικής, επιβεβαιώνουν την ανάγκη της δημιουργικής αφομοίωσης της θεωρίας του επιστημονικού σοσιαλισμού-κομμουνισμού, των νομοτελειών της κοινωνικής εξέλιξης.
Μη ξεχνάτε ότι ο ταξικός αγώνας πήρε μορφές και περιεχόμενο συνειδητής πάλης για την κατάργηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης τον 19ο αιώνα, μόνον όταν εμφανίστηκε η επαναστατική θεωρία, αρχικά με την μορφή του Μανιφέστο, μετά με το Κεφάλαιο του Μάρξ, και τα άλλα έργα του, με την καταγωγής της της ιδιοκτησίας, της οικογένειας και του κράτους του Ενγκλες κα. Χωρίς αυτές τις θεωρητικές προυποθέσεις που βεβαίως διαμορφώνθηκαν στις απαιτούμενες ιστορικές συνθήκες αναπτύχθηκε ο εργατικός αγώνας και εμφανίστηκε το Κόμμα Νέου Τύπου το Κομμουνιστικό. Η σημασία της θεωρίας και της ανάπτυξης της στις εξελισσόμενες συνθήκες είναι κρίσιμο και διαρκές ζήτημα, με βάση εννοείται τις θεμελιακές αρχές της κοσμοθεωρίας μας.
Απαιτείται η μόνιμη, χωρίς διακοπή με αφορμή η πρόσχημα τις ανάγκες της επικαιρότητας, σε επιστημονική βάση παρακολούθηση και μελέτη της καπιταλιστικής εξέλιξης, των παλαιών φαινομένων που εμφανίζονται με νέες πλευρές και μορφές στην Ελλάδα, στην περιοχή, διεθνώς. Η διαλεκτική ενότητα επαναστατικής θεωρίας και επαναστατικής πράξης ισχύει σε όλες τις συνθήκες, και στις συνθήκες της υποχώρησης, και στις συνθήκες της ανάτασης και αντεπίθεσης.. Σ΄αυτην την ενότητα θεωρίας και πράξης καθοριστικό ρόλο η θεωρία.
Το κόμμα δεν πρέπει να παραιτείται από την προσπάθεια να ανεβάζει την πολιτική συνείδηση και ωριμότητα των πιο πρωτοπόρων εργατικών μαζών και των κοινωνικών τους συμμάχων, να έχει ικανότητα κλιμάκωσης της συσπείρωσης, ώστε αυτές, σε όσο γίνεται μεγαλύτερο μέρος τους, να νοιώθουν την δύναμη τους, να χειραφετούνται από τα βασικά ιδεολογήματα των αστικών κομμάτων, να μη διαμαρτύρονται μόνο εναντίον της εκάστοτε κυβέρνησης αλλά να βλέπουν και να πολεμούν και τον βασικό τους εχθρό, την αστική τάξη και το σύστημα της, τον καπιταλισμό και τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις.
Το κόμμα και η ΚΝΕ πρέπει να αναλάβουμε ακόμα μεγαλύτερη ευθύνη στην διάδοση της επιστημονικής μεθοδολογίας , του διαλεκτικού υλισμού στη φύση και στην ιστορία, στην κοινωνική εξέλιξη, στην πολιτική, στην επιστήμη, στην ιστοριογραφία. Η θεωρία μας είναι ο επιστημονικός σοσιαλισμός-κομμουνισμός. Δεν αναποκρινόμαστε στις υποχρεώσεις μας απέναντι στο λαό, τη νεολαία, μόνο ως πρωτοπόροι αγωνιστές και αγωνίστριες δράσης, αν δεν αναδεικνυόμαστε και ως πρωτοπορία και στις ιδέες, στην επιστήμη, στην έρευνα, στην θεωρητική γενίκευση των εξελίξεων. Το κομμουνιστικό φιλότιμο και η ευθύνη δεν θα εκφράζεται σταθερά και αδιάλλειπτα μόνο με τη συνείδηση του ΠΡΕΠΕΙ, αν δεν εδραιώνεται και στη θεωρητική και ιστορική γνώση. Μόνο η ενότητα θεωρίας και πράξης, συλλογική και ατομική, καλλιεργεί τον ενθουσιασμό και την αντοχή, την ψύχραιμία και ετοιμότητα, στα δύσκολα, στα δύσβατα, στα πολυνθετα καθήκοντα, στις στροφές και τις καμπές. Η ενότητα θεωρίας και πράξης προσφέρει την ετοιμότητα που για τους κομμουνιστές και κομμουνίστριες είναι αδήριτη ανάγκη και υποχρέωση. Γνώση και δράση, πολιτική και πολιτιστική ανάπτυξη, ενωμένες μεταξύ τους παντού και πάντα».
Πηγή: Larissanet.gr






























