Μέσα σε μόλις 1,5 χρόνο ο Οργανισμός Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας έλεγξε σε πρωτοβάθμιο στάδιο 44.000 στατικώς ανεξάρτητα κτήρια, επεσήμανε χαρακτηριστικά, μιλώντας στο Ράδιο ΕΝΑ και στον Δημήτρη Καρεκλίδη ο καθηγητής Δυναμικής Τεκτονικής Εφαρμοσμένης Γεωλογίας και Διαχείρισης Φυσικών Καταστροφών και πρόεδρος του ΟΑΣΠ κ. Ευθύμιος Λέκκας, με 5000 κτήρια να έχουν παραπεμφθεί σε δευτεροβάθμιο έλεγχο. Ο κ. Λέκκας μίλησε για τη δράση του ΟΑΣΠ αναφέρθηκε όμως και στην περίπτωση του κτηρίου που στεγάζει τη ΔΟΥ Βόλου, καθώς ο έλεγχος βρήκε το κτήριο σε κακή κατάσταση λόγω ελλιπούς συντήρησης και κακοτεχνιών.
Όπως επεσήμανε ο κ. Λέκκας, το πρόγραμμα αντισεισμικού ελέγχου δημοσίων κτηρίων έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια. Ειδικότερα θεσμοθετήθηκε το 2000, όμως από το 2000 έως το 2022 είχε ελεγχθεί ουσιαστικά το 10% των δημόσιων κτηρίων όλης της χώρας.
«Στη συνέχεια το 2022 με εντολή του πρωθυπουργού αναλάβαμε να απογράψουμε τα κτήρια, να εκπαιδεύσουμε 2000 μηχανικούς για τους ελέγχους, να κάνουμε καινούργια και σύγχρονα δελτία ελέγχου με αυξημένες απαιτήσεις κι αρχίσαμε εδώ και 1,5 χρόνο τον έλεγχο των δημοσίων κτηρίων της χώρας, τα οποία ήταν 44.000 στατικώς ανεξάρτητα κτήρια. Τελειώσαμε όλους τους ελέγχους και τελειώσαμε τους ελέγχους σε 6000 αθλητικές εγκαταστάσεις, σε όλη τη χώρα», επεσήμανε ο κ. Λέκκας σημειώνοντας ότι έχοντας περατώσει τον πρωτοβάθμιο προσεισμικό έλεγχο, υπάρχει πια μία πολύ καλή εικόνα στο τι γίνεται ανά περιοχή κι ανά κτήριο, ανά υπηρεσία.
Τα κτήρια τα οποία δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές του πρωτοβάθμιου ελέγχου παραπέμφθηκαν σε δευτεροβάθμιο, με τον κ. Λέκκα να εξηγεί ότι δεν είναι κατ’ ανάγκη επικίνδυνο ένα κτήριο όταν δεν πληροί τις προδιαγραφές, θέλει όμως περαιτέρω έλεγχο.
«Είμαστε στη φάση τώρα που σε κεντρικό επίπεδο έχουμε τα κονδύλια για να κάνουμε τον δευτεροβάθμιο έλεγχο ,ώστε να μας υποδείξει ο δευτεροβάθμιος έλεγχος, που είναι πιο ενδελεχής, τι παρεμβάσεις πρέπει να κάνουμε σε τρίτο στάδιο», σημείωσε ο Καθηγητής.
Ο πρωτοβάθμιος έλεγχος και τα 5000 κτήρια που εντάχθηκαν σε δευτεροβάθμιο
Σύμφωνα με τον Καθηγητή κ. Λέκκα ο πρωτοβάθμιος έλεγχος είναι οπτικός. «Δύο μηχανικοί, εκπαιδευμένοι από το ΤΕΕ και τον ΟΑΣΠ, με βάση συγκεκριμένες προδιαγραφές, κάνουν τον τεχνικό έλεγχο. Δεν είναι εργαστηριακός, δεν παίρνουμε δείγματα μπετόν, τοιχοποιίας κτλ. Από τον οπτικό έλεγχο μπορούν να διακρίνουν οι μηχανικοί τα προβλήματα και καταλήγουν στο εάν ένα κτήριο είναι εντάξει ή εάν πρέπει να πάει σε δευτεροβάθμιο, για να διευκρινιστούν κάποια σημεία.
Στον δευτεροβάθμιο έλεγχο έχουν ενταχθεί 5000 στατικώς ανεξάρτητα κτήρια. Δεν είναι ακατάλληλα κτήρια, θέλουν περαιτέρω έλεγχο», εξήγησε.
Η εν λόγω διαδικασία του προσεισμικού ελέγχου έγινε με χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης και «έτρεξε» γρήγορα το τελευταίο διάστημα, καθώς για 22 χρόνια ήταν μία διαδικασία που βάραινε τις πλάτες του Οργανισμού.
Σύμφωνα με τον κ. Λέκκα όλα τα κτήρια χρήσουν ελέγχου κατά διαστήματα, χωρίς ωστόσο να ορίζονται διαστήματα αυτού του ελέγχου. Σε διαφορετικό χρονικό όριο πρέπει να ελεγχθεί ένα κτήριο δίπλα στη θάλασσα, από ένα κτήριο σε υψόμετρο, ή σε ένα κτήριο που γίνεται χρήση και σε άλλο που δεν γίνεται και κ.ο.κ..
«Όλα αυτά επηρεάζουν τη στατική του επάρκεια. Τελειώσαμε τον πρωτοβάθμιο έλεγχο και πιστεύω ότι θα χρειαστούμε μία δεκαετία, ανάλογα τα κτήρια, για να γίνει ένας επανέλεγχος. Ένα νέο κτήριο θα ελεγχθεί σε 15 χρόνια, ένα παλαιότερο θα ελεγχθεί σε πιο σύντομο χρονικό διάστημα», σχολίασε ο Καθηγητής.
Η περίπτωση της ΔΟΥ Βόλου- Η κακή κατάσταση και η μεταφορά που ζητούν οι εργαζόμενοι
Στη συζήτηση και με αφορμή τον προσεισμικό έλεγχο ήρθε και η περίπτωση του κτηρίου που στεγάζεται η ΔΟΥ Βόλου αλλά και το Δασαρχείο, όπως και δεκάδες άλλες επιχειρήσεις. Σύμφωνα με το πόρισμα του πρωτοβάθμιου ελέγχου το κτήριο χαρακτηρίζεται πως είναι σε κακή κατάσταση λόγω ελλιπούς συντήρησης και κακοτεχνιών, καθώς παρατηρείται οξείδωση διαμήκους και εγκάρσιου οπλισμού υποστυλωμάτων υπογείου.
Το πόρισμα σημειώνει επίσης πως το κτήριο κατατάσσεται στην κατηγορία προτεραιότητας περαιτέρω ελέγχου.
Σύμφωνα με τον κ. Λέκκα, όσα κτήρια πάνε σε δευτεροβάθμιο έλεγχο, δεν θα ελέγχονται εδώ και τώρα. «Υπάρχουν διάφορες διαβαθμίσεις. Υπάρχουν κτήρια στα οποία υπάρχει υπόνοια και κτήρια που χρήζουν άμεσης επέμβασης, εξαρτάται η κατηγορία του δευτεροβάθμιου. Από εκεί κι έπειτα, η ευθύνη του περαιτέρω ελέγχου βαρύνει τον ιδιοκτήτη. Δηλαδή εάν είναι ιδιοκτήτης το Υπουργείο Οικονομικών, εκείνο θα πρέπει να προχωρήσει σε μελέτη να δούμε τι ζημιές υπάρχουν. Εάν είναι ιδιώτης ο ιδιοκτήτης, τότε αρχίζουν να δυσκολεύουν τα πράγματα, από άποψη ιδιοκτησίας και διαδικασιών, γιατί ένας ιδιώτης μπορεί να πει ότι δεν αναβαθμίζει το κτήριο», εξήγησε.
Αναφορικά με το αίτημα των εργαζομένων για τη μεταφορά της υπηρεσίας, ο Καθηγητής σημείωσε πως είναι θέμα πολιτικής απόφασης του Υπουργείου, εάν θα πρέπει ή όχι να μεταφερθούν.
«Αν πάμε σε εργασίες, που περιλαμβάνουν εργασίες ενίσχυσης του κτηρίου έτσι κι αλλιώς δεν θα μπορούν να είναι μέσα οι εργαζόμενοι, γιατί το κτήριο θα πρέπει να παραδοθεί ολόκληρο, θα αλλαχθεί ο οπλισμός κτλ. Είναι μία ευρεία διαδικασία επισκευών που δεν θα μπορούν να συνυπάρξουν μαζί με τη λειτουργία των υπηρεσιών», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Είμαστε πιο ασφαλείς σε ενδεχόμενες πλημμύρες
Κλείνοντας ο κ. Λέκκας αναφέρθηκε και στην κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Θεσσαλία ,μετά τις καταστροφικές πλημμύρες του Σεπτεμβρίου του 2023, τονίζοντας ότι υπάρχει μεγάλη βελτίωση στην αντιπλημμυρική προστασία.
«Είμαστε σαφώς πιο ασφαλείς. Έχουν βοηθήσει πάρα πολύ οι παρεμβάσεις που έχουν γίνει στον θεσσαλικό κάμπο ή στις ορεινές περιοχές, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι άλλο η ποτάμια πλημμύρα, που είχαμε στον Πηνειό κι άλλη είναι η πλημμύρα, που είχαμε στο Πήλιο. Ιδιαίτερη προσοχή θέλουν οι ξαφνικές πλημμύρες, αλλά είμαστε στη θετική κατεύθυνση.
Προσοχή θέλουν ειδικά αυτές οι μικρές λεκάνες στο Πήλιο και στον Παγασητικό και στο Αιγαίο, που είναι μικρές υδρολογικές λεκάνες με ποτάμια μικρά και κατευθύνονται στη θάλασσα, όπου έχουμε τους παράκτιους οικισμούς, είναι αρκετά σύνθετη η κατάσταση, όπως είμαστε πιο προστατευμένοι», κατέληξε ο Καθηγητής.
Απόδοση ραδιοφωνικής συνέντευξης: Δήμητρα Παλαιοδημοπούλου
































