Με στοιχεία γεωμορφολογικά από όμορα οικόπεδα και χωρίς να γίνει γεωτεχνική μελέτη, παραδόθηκε η μελέτη στατικότητας του εμβληματικού, όπως το χαρακτηρίζει η δημοτική αρχή Μπέου, Μουσείου της Αργούς, στο Πεδίον του Άρεως στην είσοδο της πόλης. Ο κ. Νίκος Χατζηνικολάου, μηχανικός και υπεύθυνος για τη μελέτη στατικότητας του Μουσείου, μιλώντας στον Δημήτρη Καρεκλίδη και στο Ράδιο ΕΝΑ ανέφερε ότι η γεωτεχνική μελέτη δεν έγινε πριν την ανάδειξη του αναδόχου για λόγους χρόνου και χρήματος και υπογράμμισε πως στην μελέτη στατικότητας που εκείνος παρέδωσε, είχε επισημάνει ότι θα πρέπει τα στοιχεία να επαληθευτούν.
«Ευθείς εξ αρχής στην μελέτη προβλέπονταν όλα αυτά, που έπρεπε για το συγκεκριμένο τόπο και είδος κτηρίου, που δεν είναι απλό, είναι σπουδαίο, είναι μουσείο, με πολύ μεγάλους συντελεστές ασφαλείας , σε σχέση με τα συνηθισμένα κτήρια.
Όταν κάναμε τη μελέτη πήραμε στοιχεία για την ποιότητα του εδάφους, τις μηχανικές παροχές του εδάφους, αντοχή, κτλ, από όμορες οικοδομές, όπως αυτές του Πανεπιστημίου, που υπήρχαν αρκετές εκεί. Δεν μελετήθηκε το συγκεκριμένο οικόπεδο και για λόγους χρόνου και για λόγους κόστους», επεσήμανε χαρακτηριστικά και τόνισε πως αυτά είχαν επισημανθεί στη μελέτη κατά την παράδοσή της.
« Όταν παραδώσαμε τη στατική μελέτη ως ομάδα είχαμε επισημάνει στον ανάδοχο ότι θα πρέπει να κάνει γεωτεχνική έρευνα, ώστε να επαληθευτούν τυχόν στοιχεία που έχουν αποκλίσεις και έτσι συνηθίζεται, από αυτά που έχουμε πάρει εμείς», ανέφερε και σχολίασε ότι σε πολλά έργα τη γεωτεχνική μελέτη την κάνει ο ανάδοχος, ο οποίος έδωσε την προσφορά του με βάση όσα στοιχεία υπήρχαν ήδη.

Σημείωσε δε ότι η γεωτεχνική μελέτη, που δεν έγινε εξ αρχής, λόγω χρόνου και χρήματος, δηλαδή για να παραδοθεί πιο γρήγορα στον Δήμο Βόλου, κόστισε 45.000 ευρώ.
«Από τη γεωτεχνική έρευνα, που έγινε φάνηκε δυστυχώς ότι η συγκεκριμένη περιοχή ότι είναι επιβαρυμένη κατά 6 έως 8 μέτρα με χειρότερες οι τοπικές εδαφικές συνθήκες, η δε σύσταση του εδάφους, στα πρώτα έως 15 μέτρα είναι ρευστοποιήσιμη. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση σεισμού αυτά τα εδάφη χάνουν την αντοχή τους και γίνονται σαν κινούμενη άμμος. Αυτό είναι «άχρηστο», οπότε χρειάζεται οι πάσσαλοι να επεκταθούν από αυτό, που είχαμε προβλέψει εμείς στα 24 μέτρα, να πάμε στα 28 ή 32, εκεί όπου απαιτείται, δεν απαιτείται παντού.
Επίσης, σε συνδυασμό ότι μετά από τον Daniel και τον Elias όλη η περιοχή του Βόλου, ο υδροφόρος ορίζοντας έχει επιβαρυνθεί από 1 έως 1,5 μέτρο. Οι εργολάβοι που κάνουν πολυκατοικίες το ξέρουν», τόνισε ο κ. Χατζηνικολάου.
Συνέχισε λέγοντας ότι στην αρχική μελέτη που είχε γίνει για την σκάφη της Αργούς, οι μελετητές είχαν προβλέψει πασσάλους γιατί γνώριζαν αυτές τις ειδικές συνθήκες περισσότερο για την άνωση.
«Εκεί που είχαμε πει για 12-15 μέτρα πασσάλους, τώρα πρέπει να πάμε στα 20-22 μέτρα. Βρέθηκε ένα εδαφικό προφίλ 6-8 μέτρα με δυσμενέστερες συνθήκες απ’ ότι είχε προβλεφθεί. Θα έπρεπε να είχε γίνει κάποια γεωτεχνική μελέτη, αλλά πάλι θα είχαμε την απόκλιση με τον υδροφόρο ορίζοντα», σημείωσε και τόνισε πως η γεωτεχνική μελέτη έγινε από τον ανάδοχο, ενώ υπογράμμισε πως όλα αυτά τα στοιχεία, είχαν επισημανθεί στη μελέτη στατικότητας και πως πρέπει να επαληθευτούν, καθώς η συλλογή αυτών είχε γίνει από όμορες οικοδομές.

Ο κ. Χατζηνικολάου έκανε λόγο για τοπική κρυμμένη γεωλογική λεπτομέρεια στην συγκεκριμένη περιοχή, όπου θα γίνει το Μουσείο της Αργούς και ανέφερε ότι το έδαφος μπορεί να είναι διαφορετικό στο σημείο όπου θα γίνει για παράδειγμα το Δικαστικό Μέγαρο Βόλου.
Είπε δε χαρακτηριστικά ότι στη γέφυρα στην Γ Προβλήτα, που έχει γίνει στο λιμάνι, που είναι πιο κάτω προς τη θάλασσα, το έδαφος είναι σταθερό 20-22 μέτρα, ενώ στην περίπτωση του Μουσείου οι αριθμοί ανεβαίνουν στα 28-36 μέτρα.
Τέλος, σχολίασε ότι «όταν χτίζεται και δομείται και το περιβάλλον αλλάζουν και τα υπόγεια ύδατα. Πολλές πολυκατοικίες τώρα δεν είχαν νερά, τώρα έχουν», ενώ συμπλήρωσε ότι οι νέες προβλέψεις του ευρωπαϊκού κώδικα είναι πιο αυστηρές, ιδίως όταν πρόκειται για κτήρια, που έχουν σπουδαιότητα.
Απόδοση ραδιοφωνικής μελέτης: Δήμητρα Παλαιοδημοπούλου































