Ελληνική οικονομία πριν και μετά την πανδημία

Του Ευθύμιου Ζιγγιρίδη BEng MSc AMIEE MILT*

Το 2019 σηματοδότησε το τρίτο συνεχόμενο έτος αύξησης του ΑΕΠ της Ελλάδας. Αυξήθηκε κατά 1,9%, ξεπερνώντας τον αντίστοιχο μέσο όρο της ΕΕ-28 του 1,5% και το 1,2% της ευρωζώνης. Το ποσοστό ανεργίας δεν βελτιώθηκε το τελευταίο τρίμηνο, του 2019 παραμένοντας στο 16,4 τοις εκατό, αλλά εξακολουθεί να καταγράφει το χαμηλότερο ποσοστό της προηγούμενης περιόδου των 105 μηνών – μετά την ανάκαμψη σημαντικά από τις απώλειες θέσεων εργασίας την τελευταία περίοδο κρίσης, ειδικά στους σημαντικούς τομείς του τουρισμού, εξαγωγών, μεταποίησης και δημόσιας διοίκησης. Ο πληθωρισμός διατηρήθηκε επίσης υπό έλεγχο, μειώθηκε το 2019 από το 2018 λόγω της πτώσης των τιμών του πετρελαίου και της μείωσης της έμμεσης φορολογίας. Υπήρχαν και άλλα θετικά σημάδια που καταγράφηκαν το 2019 τόσο στους δείκτες εμπιστοσύνης των επιχειρήσεων όσο και των καταναλωτών, οι οποίοι σημείωσαν τις υψηλότερες τιμές τους από το 2001, ενώ ο δανεισμός του δημόσιου μειώθηκε δραματικά. Το μοναδικό απογοητευτικό σημάδι σημειώθηκε στις επενδύσεις: παρά το βελτιωμένο οικονομικό κλίμα, τόσο ο ακαθάριστος όσο και ο καθαρός σχηματισμός παγίου κεφαλαίου παρέμειναν σε αρνητική περιοχή. Αυτά συνέβησαν πριν το ξέσπασμα της πανδημίας.
Η πανδημία COVID-19 επηρέασε σοβαρά την παγκόσμια οικονομία, αλλά επηρέασε δυσανάλογα την ανάκαμψη της Ελλάδας, η οποία εξακολουθεί να αγωνίζεται να αντιμετωπίσει τα μέτρα λιτότητας που επέβαλαν οι διεθνείς πιστωτές της, καθώς και να αντιμετωπίσει κλιμάκωση του αριθμού των προσφύγων που πολεμικές ζώνες στη Συρία και αλλού. Δεδομένης της εχθρικής στάσης της Τουρκίας έναντι της Ευρώπης γενικά και της Ελλάδας ειδικότερα, η επιτήρηση των θαλάσσιων συνόρων μερικών νησιών στο Ανατολικό Αιγαίο κοντά στην Τουρκία υπήρξε δύσκολο έργο για την ελληνική κυβέρνηση. Αυτές οι προκλήσεις δεν βοηθούν στις οικονομικές προοπτικές της Ελλάδας και έχουν επηρεάσει αρνητικά το επιχειρηματικό επίπεδο εμπιστοσύνης που είναι ζωτικής σημασίας για τη συνεχή οικονομική ανάκαμψη της χώρας.
Αυτό που είναι σημαντικό να αναγνωριστεί σε περίπτωση πανδημίας είναι ότι η επακόλουθη παύση των οικονομικών δραστηριοτήτων συνεπάγεται ταυτόχρονο σοκ στην προσφορά – καθώς οι μη απαραίτητες παραγωγικές δραστηριότητες σταματούν – καθώς και στη ζήτηση, όταν οι εργαζόμενοι σε τέτοιες επιχειρήσεις σταματούν να κερδίζουν οποιοδήποτε εισόδημα. Στην ορολογία των οικονομολόγων, αυτό ισοδυναμεί με μια σοβαρή διαρθρωτική ρήξη, η οποία είναι πιθανό να αλλάξει τη συμπεριφορά των καταναλωτών και των επιχειρηματιών.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ 2020) και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΚ 2020α, 2020β) δημοσίευσαν τις τελευταίες τους προβλέψεις για την Ελλάδα, δείχνοντας ότι το πραγματικό ΑΕΠ το 2020 αναμένεται να μειωθεί κατά 10% και 9,7 τοις εκατό, αντίστοιχα , σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη πτώση μεταξύ των αναπτυγμένων και των οικονομιών της ΕΕ. Οι προβλέψεις του ΔΝΤ και της ΕΚ δείχνουν ότι το ποσοστό ανεργίας το 2020 αυξάνεται σε 22 τοις εκατό και 19,9 τοις εκατό, αντίστοιχα, και στη συνέχεια μειώθηκε το 2021 σε 19 τοις εκατό και 16,8 τοις εκατό.
Αυτές φυσικά οι προβλέψεις βασίζονται στο γεγονός ότι μέχρι τον Μάρτιο του 2021 θα επανέλθει κανονική οικονομική δραστηριότητα στις χώρες της ΕΕ, κάτι το οποίο φαντάζει απίθανο αυτή τη στιγμή.
Και τα δύο ιδρύματα παρουσιάζουν για την χώρα μας ότι η πανδημία θα έχει πολύ σοβαρό αντίκτυπο στην Ελλάδα λόγω της εξάρτησής της από τον τουρισμό. Πράγματι, το 2019 η χώρα κατέγραψε εισροή άνω των 18 δισεκατομμυρίων ευρώ – σχεδόν το 10 τοις εκατό του ΑΕΠ το 90% των οποίων αποκτήθηκε μεταξύ Μαΐου και Οκτωβρίου. Είναι λογικό λοιπόν να υποθέσουμε ότι τα συγκεκριμένα δεδομένα είναι μειωμένα δραστικά το 2020, Επιπλέον, η νομισματική εισροή από τον τουρισμό είναι μόνο η αφετηρία μιας πολλαπλασιαστικής διαδικασίας: Η απασχόληση σε δραστηριότητες που σχετίζονται με τον τουρισμό είναι ένα σημαντικό μερίδιο της συνολικής απασχόλησης (9,8 τοις εκατό το 2019), με έντονη εποχιακή αύξηση στο δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο του καθενός έτος. Τα έσοδα από την πώληση υπηρεσιών σε τουρίστες γίνονται τόσο μισθοί για Έλληνες εργαζόμενους όσο και κέρδη για την τουριστική βιομηχανία. Η μείωση αυτών των εσόδων, με τη σειρά της, μειώνει την κατανάλωση και τις επενδύσεις σύμφωνα με ένα τυπικό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα.
Διάφορα σενάρια είχαν μελετηθεί και συμφωνούσαν στα παρακάτω : Μείωση κατά 70% του αριθμού των τουριστών που έρχονται στην Ελλάδα τα τρία πρώτα τρίμηνα του 2020 και 50% το τελευταίο τρίμηνο του έτους. Αυτή η πρόβλεψη αποδείχθηκε ακριβής και τα έσοδα από τον τουρισμό παρουσιάστηκαν μειωμένα κατά 78,2% κατά το πρώτο εννεάμηνο τους έτους, διαμορφούμενα στα €3,5 δισ., έναντι των €16,1 δισ. κατά το αντίστοιχο διάστημα του 2019. Παράλληλα, η διεθνής αεροπορική κίνηση επιβατών μειώθηκε κατά 72% μεταξύ Ιανουαρίου και Οκτωβρίου 2020, σε σχέση με την ίδια περίοδο το 2019. Οι προβλέψεις λένε ότι ο τουρισμός θα ξαναρχίσει το 2021, αλλά θα παραμείνει περίπου στο 60% του επιπέδου που έφτασε το 2019. Θα υπάρξει μείωση της κατανάλωσης σε διαφορετικές κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών κατά τα δύο πρώτα τρίμηνα του 2021. Ενώ η ζήτηση για τρόφιμα και ποτά, η επικοινωνία, η υγεία και η εκπαίδευση δεν θα μειωθεί σημαντικά λόγω του απαγορευτικού , η ζήτηση για ρούχα, φυσικό αέριο, κ.λπ., θα μειωθεί σημαντικά. Το δημόσιο χρέος αναμένεται να αυξηθεί στο 207% του ΑΕΠ το 2020 και, καθώς η οικονομία ανακάμπτει, θα μειωθεί στο 192% του ΑΕΠ έως το τέλος της περιόδου προσομοίωσης το 2022.
Η εύθραυστη οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας παρεμποδίστηκε από την πανδημία COVID-19 που ανέστρεψε όλες τις θετικές οικονομικές τάσεις. Η μόνη υποστήριξη έχει προέλθει από τον δημόσιο τομέα, ο οποίος παρενέβη με διάφορα προγράμματα που χρηματοδοτήθηκαν είτε από την ΕΚ είτε από τα αποθεματικά δανείων του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας. Το πρόσφατα ανακοινωθέν Ταμείο Ανάκτησης 750 δισεκατομμυρίων ευρώ, που αποτελείται από επιχορηγήσεις (500 δισεκατομμύρια ευρώ) και δάνεια (250 δισεκατομμύρια ευρώ), αποτελείται από μερίδιο περίπου 32 δισεκατομμυρίων ευρώ για την Ελλάδα (22,5 δισεκατομμύρια ευρώ σε επιχορηγήσεις και 9,5 ευρώ δισεκατομμύρια δάνεια) που θα εκταμιευθούν για μια τετραετή περίοδο θα συμβάλει σημαντικά στην αναχαίτιση μιας ακόμη σοβαρότερης κρίσης από αυτήν που βίωσε η Ελλάδα την τελευταία 8ετία.
Η πανδημία επέφερε αλλαγές, όχι μόνο στον τρόπο που ζούμε, αλλά και στον τρόπο που εργαζόμαστε και σκεφτόμαστε. Σίγουρα θα είναι μια δύσκολη χρονιά το 2021 για την Ευρώπη και την χώρα μας, ωστόσο στο χέρι μας είναι να διαχειριστούμε και αυτήν την κρίση με τέτοιο τρόπο ώστε να υποστούμε τις λιγότερες απώλειες και να εκμεταλλευτούμε την οικονομική ενίσχυση από την ΕΕ και την ΕΚΤ προκειμένου να ανακάμψουμε γρήγορα στο τέλος αυτού του εφιάλτη.
*Σύμβουλος Στρατηγικών Επενδύσεων