Γράμμα στον πατέρα μου

5 Μάη ξανά… Πέρασαν τρία χρόνια… Και η αλήθεια είναι ότι ακόμα δεν το έχω συνειδητοποιήσει.

Δεν ξέρω που βρήκα τη δύναμη να σταθώ ξανά στα πόδια μου, όταν ένιωθα ότι δεν υπάρχει σταθερό έδαφος από κάτω και περπατούσα στον αέρα. Δεν είχα καταλάβει ότι η ασφάλεια και η σταθερότητα ήσουν εσύ και η «έπαρση» μου ότι μπορώ να τα καταφέρω όλα στηρίζονταν σε σένα…

Δεν ξέρω που βρήκα αυτό το παραμυθάκι για να πω στη Σοφία μας με τα αστέρια, όταν με ρωτούσε «που πήγε ο παππούς» και πως κρατήθηκα όταν σε χαιρετούσε ψηλά στον ουρανό από το μπαλκόνι.

Δεν ξέρω πως ξεπέρασα αυτό το πνίξιμο και τον κόμπο στο λαιμό που ένιωθα κάθε πρωί που ξεκινούσα τη μέρα μου, έχοντας πλέον την πλήρη ευθύνη των πράξεων μου και γνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει από πίσω η ασφάλεια του μπαμπά, που μόλις πάρω τηλέφωνο θα τα λύσει όλα.

Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω πως έβρισκα τις ισορροπίες μου όταν το βράδυ γυρνούσα σπίτι και έπρεπε να παλέψω εντελώς μόνη μου και να αποδεχτώ ότι πλέον δεν θα σε ξαναδούμε.

Λυπάμαι που έφυγες τόσο νωρίς και δεν είδες τη μεγάλη σου αδυναμία, τη Σοφία να μεγαλώνει και δεν γνώρισες το δεύτερο εγγονάκι σου. Λυπάμαι που δεν προλάβαμε να σου δώσουμε όλα αυτά που περιμένει ο πατέρας από τα παιδιά του.

Λυπάμαι που δεν θα μυρίσω ξανά τον καφέ σου στο σπίτι μας το απόγευμα και δεν θα σε ξαναδώ να τον απολαμβάνεις στην αυλή μας. Που δεν θα με ρωτήσεις ξανά «τι έχεις κορίτσι μου», που δεν θα ξαναπειράξουμε μαζί τη μαμά, που δεν θα ξανακούσω ότι σου μοιάζω… Κλαίω όταν δεν με περιμένεις πια να γυρίσω από την Αθήνα έξω από το σπίτι για να με πάρεις αγκαλιά.

Πλέον όμως, μετά από τρία χρόνια, μπορώ και να χαμογελάω λιγάκι όταν σε σκέφτομαι… Όταν θυμάμαι τα καλοκαίρια μας στην Άφησσο και στην Μπούφα, τα παγωτά μας στα Καλά Νερά, τις εκδρομές μας, τα τραγούδια και τα ποιήματα που μας έλεγες, τα σουβλάκια στο Σουτραλί και όλες τις όμορφες παιδικές αναμνήσεις που δεν θα μπορούσα να είχα καλύτερες και πιο γλυκές. Οι παιδικές μου αναμνήσεις από σένα, είναι γεμάτες από αγάπη, θάλασσα, βόλτες, χαρταετούς, τραγούδια, φωτάκια του λούνα παρκ και από μπαγκάζια στο αυτοκίνητο για τις εξορμήσεις μας… Αν είχαν άρωμα θα ήταν γιασεμί και αν είχαν γεύση θα ήταν η πιο γλυκιά σοκολάτα.

Δεν μου είπες ποτέ «όχι» ακόμη και στις πιο επιπόλαιες και επικίνδυνες αποφάσεις μου. Πάντα ήσουν εκεί διακριτικά να με σηκώσεις. Ήσουν ο δικός μας σούπερ ήρωας και όσο είχαμε εσένα, νιώθαμε την απόλυτη ασφάλεια.

Πήραμε τόση αγάπη, όση δεν ξέρατε ότι είχατε μέσα σας εσύ και η μαμά. Τόση αγάπη που κάλυψε τα πάντα. Πάντα έδινες, ποτέ δεν ζητούσες, ποτέ δεν έπαιρνες. Πάντα ήσουν εκεί για να βοηθάς, πάντα υπερασπιζόσουν το δίκαιο και όχι το συμφέρον και έφυγες αξιοπρεπής, μαχητής και μέσα στις αγκαλιές αυτών που λάτρευες.

Θα σε θυμάμαι, με το μεγαλύτερο γέλιο σου. Στην άκρη της κερκίδας να βλέπεις τους αγώνες μου, στο τραπέζι μας τις Κυριακές, πίσω από τη μηχανή σου στο μαγαζί με σηκωμένο το βλέμμα όταν έμπαινα, με το τσιγάρο σου στην αυλή σου να ανησυχείς για όλους τους άλλους, στο ζεϊμπέκικο στο γάμο του Μίμη, στον τρόπο που κοιτούσες και λάτρευες τη μαμά μας και στο πιο… πλατύ σου χαμόγελο όταν κρατούσες αγκαλιά τη Σοφία μας.

Αισθάνομαι τυχερή γιατί θεωρώ ότι καλύτερο πατέρα δεν θα μπορούσα να είχα. Καλύτερους γονείς δεν θα μπορούσα να είχα. Ξέρεις μπαμπά μας έχει λείψει πολύ. Έχουμε τόσα να σου πούμε από τότε που έφυγες…

Αυτό που μου έλειψε όμως περισσότερο, είναι ότι δεν είμαι πλέον το κοριτσάκι σου… Ότι όταν «έφυγες» έπρεπε να «φύγει» και αυτό μαζί σου και να καταλάβω ότι από δω και στο εξής δεν θα είμαι το κοριτσάκι κανενός και ότι δεν μπορώ να συμπεριφέρομαι έτσι…

Γιατί, κοριτσάκια για πάντα είμαστε μόνο για τους μπαμπάδες μας.

Αγγελική Θανασούλη