Η μνήμη και το μέλλον

Του Αρχιμήδη Γ. Καρεκλίδη

Ψάχνοντας ανάμεσα σε παλιά αντικείμενα στο σπίτι μου, έπεσα πάνω σε μια δισκέτα αποθήκευσης (floppy disk) 1,4 MB. Κάποτε χρησιμοποιούνταν κατά κόρον για την αποθήκευση και μεταφορά δεδομένων από υπολογιστή σε υπολογιστή, όταν το διαδίκτυο ήταν ακόμη στα σπάργανα και δεν είχαμε καν Μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η εξέλιξη των υπολογιστών και η διαρκώς αυξανόμενη απαίτηση για περισσότερη μνήμη και μεγαλύτερη επεξεργαστική ισχύ είναι ταυτισμένη με την πορεία της τεχνολογίας και κατ΄επέκταση της κοινωνίας μας. Όλο και ισχυρότεροι υπολογιστές, μερικοί από αυτούς χωράνε σήμερα στη συσκευή που κουβαλάμε πάντοτε μαζί μας με όλο και περισσότερη μνήμη, για να χωρέσουν εμπειρίες, αναμνήσεις στις οποίες θα ανατρέξουμε στο μέλλον.

Η μνήμη για όσους δεν το έχουν αντιληφθεί είναι ένα «νόμισμα» το οποίο, σε παράλληλη πορεία με τη γνώση, είναι πολύτιμο, εξ ου και το μέγεθός της καθορίζει την αξία πολλών αντικειμένων. Το ίδιο θα έπρεπε να ισχύει και με τον άνθρωπο, η αξία του οποίου θα έπρεπε να καθορίζεται, μεταξύ άλλων, από τις γνώσεις του που βασίζονται στη μνήμη σε συνδυασμό με την κρίση του. Η οξυδέρκεια είναι σημαντικό κεφάλαιο για την περαιτέρω εξέλιξή μας. Μια είδηση που έπεσε στην αντίληψή μου και έχει να κάνει με την ερευνητική ομάδα Ασύρματων και Φωτονικών Συστημάτων και Δικτύων (ΕΡΑΦΩΣ) του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ερευνητές του οποίου, όπως αναφέρει η Εφημερίδα των Συντακτών, δημιούργησαν τη γρηγορότερη μνήμη RAM στον κόσμο, που αποθηκεύει φως αντί για ηλεκτρικό ρεύμα, «συντρίβοντας» τεχνολογικά εταιρείες – κολοσσούς, όπως η IBM και η Intel! Με χαροποίησε η σημαντική αυτή επιστημονική εξέλιξη, κυρίως διότι προέρχεται από ερευνητές ελληνικού ακαδημαϊκού ιδρύματος και αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα ότι η χώρα μας δεν έχει «στερέψει» ακόμη από μυαλά, όπως κάποιοι νομίζουν. Η επιστημονική έρευνα δίνει «ζωή» σε πολλές ομάδες των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων της χώρας που εκτιμώ ότι θα προσελκύσουν όλο και περισσότερο εταιρίες κολοσσούς από όλο τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι τα τελευταία χρόνια εταιρίες όπως η Tesla και η Samsung έκαναν αισθητή την παρουσία τους. Η πρώτη ιδρύοντας ερευνητικό κέντρο στην Αθήνα που θα στελεχώνεται από έλληνες μηχανικούς απόφοιτους ελληνικών πανεπιστημίων και η δεύτερη με την εξαγορά της νεοφυούς επιχείρησης Innoetics που ασχολείται με τις τεχνολογίες ομιλίας σε συνδυασμό με την τεχνητή νοημοσύνη. Αυτό που με προβλημάτισε ωστόσο είναι ότι ο βαθμός της επιστημονικής εξέλιξης στα εγχώρια ακαδημαϊκά ιδρύματα, είναι μεγαλύτερος από αυτόν που μπορεί να απορροφήσει η ελληνική πραγματικότητα προκειμένου η ταλαιπωρημένη ελληνική οικονομία να ανακτήσει τις δυνάμεις της και να ανταγωνιστεί επί ίσοις όροις, καθώς μπορεί, τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές. Δεν αμφιβάλλω ότι η κρίση μας ανάγκασε να αναζητήσουμε ευκαιρίες σε νέες υπηρεσίες και προϊόντα που γεννήθηκαν μέσα σε εργαστήρια πανεπιστημίων και διοχετεύτηκαν ως εξαγώγιμη ύλη στις αγορές του εξωτερικού. Ο όγκος και η συχνότητα αυτών όμως δεν επαρκεί για να δώσει την απαιτούμενη ώθηση στην οικονομία μας. Η «μηχανή» της οικονομίας μας είναι οι άνθρωποι. Οι επενδύσεις εντάσεως κεφαλαίου είναι περιορισμένες και κυρίως προέρχονται από ξένους επενδυτές. Εάν δεν αντιληφθούμε ότι η γνώση είναι το πολυτιμότερο «κεφάλαιο» που μπορούμε να επενδύσουμε, ενισχύοντας τις δομές και τις υποδομές των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων της χώρας, τότε θα συνεχίσουμε μάταια να προσπαθούμε, με δανεικά από τους εταίρους μας, να βγούμε από την κρίση. Η μνήμη που ανέφερα πιο πάνω είναι εξίσου πολύτιμο «νόμισμα» και για τον άνθρωπο, καθώς από αυτήν μπορεί να αντλεί μαθήματα με βάση προηγούμενες εμπειρίες. Το ζητούμενο είναι βέβαια, αν εμείς ως Έλληνες πήραμε τα απαιτούμενα μαθήματα που επιφύλασσε η δεκαετής δοκιμασία μας. Θεωρώ πως πήραμε ορισμένα. Γι’ αυτό και νιώθω αισιόδοξος για το μέλλον. Βλέποντας την πόλη μας και την περιφέρειά μας να ξεχωρίζει σε όσα πρέπει και σε όσα αξίζει να επενδύσουμε. Η χθεσινή παρουσία του υπουργού Παιδείας Κώστα Γαβρόγλου για πολλοστή φορά στην πόλη μας, προκειμένου να συζητηθούν οι προοπτικές του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, μου δίνουν την αίσθηση ότι βαδίζουμε τον σωστό δρόμο. Στον δρόμο που οδηγεί τον Βόλο να γίνει το επίκεντρο παραγωγής γνώσης με την προσέλκυση περισσότερων φοιτητών σε νέα τμήματα που θα λειτουργήσουν από τον Σεπτέμβριο. Γιατί όχι και ξένων φοιτητών, όπως είπε προχθες ο καθηγητής μάνατζμεντ Δημήτρης Μπουραντάς, φέρνοντας ως παράδειγμα την Κύπρο. Η δημιουργία του Κέντρου Καινοτομίας και Έρευνας «Ιάσων» και οι υπόλοιπες κτιριακές υποδομές που χρηματοδοτούνται από κρατικούς πόρους και το ΕΣΠΑ της Περιφέρειας Θεσσαλίας, θέτουν το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας στο επίκεντρο ενός επενδυτικού «οργασμού» τα τελευταία αλλά και τα επόμενα χρόνια, με το μέλλον να διαγράφεται ευοίωνο για τον τόπο μας. Ευτυχώς η πόλη, αν μη τι άλλο, θα γίνει πανεπιστημιούπολη. Ευτυχώς!