Της Μαρίας Σπανού
Κάθε τέτοια εποχή, λίγο πριν της Παναγίας, τα ντόπια αχλάδια ήταν στο φόρτε τους. Φρούτο αγαπημένο, που, η ωρίμανσή του συμπίπτει με την κορύφωση του καλοκαιριού. Το γεύεσαι με την ιδιαίτερη και ζουμερή λευκή σάρκα του και απολαμβάνεις. Ο Όμηρος στην Οδύσσεια αποκάλεσε τα αχλάδια «δώρο των θεών» καθώς περιέγραψε τους κήπους του βασιλιά των Φαιάκων Αλκίνοο, τιμώντας τη νοστιμιά και τις θεραπευτικές τους ιδιότητες.
Αυτό το δώρο είχαμε την τύχη να καλλιεργείται στην Ελλάδα από πολύ παλιά, δίνοντας ζωή σε παραδοσιακές γεωργικές περιοχές, με ποικιλίες που χαρακτήριζαν τη γευστική ταυτότητα κάθε τόπου. Ειδικότερα, στα μέσα του 20ού αιώνα, μετά από μία προσπάθεια ολοκλήρωσης των δομών και υποδομών που απουσίαζαν από τη χώρα, υιοθετήθηκε ένα νέο μοντέλο γεωργικής παραγωγής που εκφράστηκε, μέσω των πρώτων περιφερειακών πολιτικών. Μια τέτοια πολιτική ήταν η στροφή και σε άλλου είδους καλλιέργειες.
Ο τόπος μας, η Κορόπη ή Μπούφα επίνειο των Μηλεών, είχε όλα τα εχέγγυα για την καλλιέργεια μεγάλης γκάμας οπορωφόρων δέντρων. Ήδη, ένα σημαντικό μέρος των κατοίκων της που διέθετε γη και τεχνογνωσία, είχε νωρίτερα στραφεί στην καλλιέργεια των αχλαδιών κάθε ποικιλίας, με έμφαση τα κρυστάλλια.
Έτσι, σποραδικά μετά τον Πόλεμο, ολόκληρη η περιοχή, από την κάτω πλευρά του επαρχιακού δρόμου και κατά μήκος των δύο ποταμιών της Μπούφας, φυτεύτηκε με αχλαδιές. Παράλληλα με το Σχέδιο Μάρσαλ, ο κάμπος της, όπως περιγράφει ο Κώστας Γ. Αγριγιάννης, ο οποίος γνωρίζει σε βάθος τη δημιουργία του οικισμού της Κορόπης, εξυγιαίνεται από τους νοσηρούς βάλτους, δημιουργώντας εγκαρσίως και καθέτως σούδες, που εξασφάλιζαν την αποστράγγιση των νερών.

Αχλαδιές, λοιπόν, σε μεγάλο εύρος που έδιναν ιδιαίτερο τόνο στην έτσι κι αλλιώς πανέμορφη φύση της Κορόπης. Ειδικά στον Απρίλιο που άνθιζαν. Μια απέραντη λουλουδιασμένη δενδροκαλλιέργεια, και το υγρό ανοιξιάτικο αεράκι να σκορπά παντού τη λεπτή εκείνη μυρωδιά από τα λευκορόδινα ανθάκια της. Κι όταν μάλιστα η ανθοφορία τους συνέπιπτε με το Πάσχα, γινόταν ένα με τα σεντόνια από τις λευκές μαργαρίτες και τις κόκκινες παπαρούνες που πλημμύριζαν τους ελαιώνες. Ωδές στον Επιτάφιο.
Η μεγάλη και άριστη παραγωγή των αχλαδιών έφερε σταδιακά την Κορόπη στο επίκεντρο του εμπορικού ενδιαφέροντος. Από τη δεκαετία του 1960 έως σχεδόν και του 1990 που η παραγωγή γνώρισε ακμή, ήταν μεγάλη πρόσκληση για τους Αθηναίους χονδρεμπόρους ο τόπος μας, όπου κατέφθαναν στα μέσα του καλοκαιριού για να καπαρώσουν το εμπόρευμα. Αυτό περίμεναν και οι ντόπιοι παραγωγοί αγωνιωδώς όλο το χρόνο, επισφράγισμα του μόχθου τους για «καλή σοδειά» και καλή τιμή. Το ίδιο βεβαίως και οι τοπικοί έμποροι. Η παραγωγή της Κορόπης έφτανε σχεδόν στα τρία εκατομμύρια κιλά, συμπεριλαμβανομένου και της παραγωγής των γειτονικών κτημάτων των Καλών Νερών και των Αφετών. Τα αχλάδια λοιπόν, πόλος έλξης κάθε Αύγουστο, για πολύ κόσμο, άνδρες και γυναίκες που αποζητούσαν εργασία, από κάθε σημείο του Πηλίου, του Βόλου και της Θεσσαλίας. Υπαίθριοι κατασκηνωτές, άνθρωποι που μετακινούνταν καθημερινά πάνω στις καρότσες των αγροτικών, άλλοι με λεωφορεία κι άλλοι με ζώα, ανθρωπομελίσσι σωστό, σφυρίγματα, πειράγματα και φωνές. Η δουλειά όμως της συγκομιδής ήταν απαιτητική, που γινόταν δυσκολότερη με τη ζέστη του κατακαλόκαιρου. Παρόλα αυτά, κάτω από τον ίσκιο των δέντρων, οι παρέες των «συνεργείων» ήταν πάντα εύθυμες. Και η θάλασσα από δίπλα, ευκαιρία για δρόσισμα μʹένα μπανάκι στα πεταχτά, την ώρα της σχόλης. Ντεκόρ της εποχής οι σκάλες, οι κλούβες, τα υλικά περιτυλίγματος, τα ψαλιδόχαρτα και, κυρίως, τα τελάρα. Τελάρα παντού στα συνεργεία ή στοιβαγμένα σε ντάνες έστεκαν για να φιλοξενήσουν τον πολύτιμο καρπό, και, μετά τη συσκευασία, να μεταφερθούν με τα τεράστια εκείνα φορτηγά, που κάθε βράδυ αργά, αγκομαχώντας από το φορτίο, έφευγαν γραμμή για τη λαχαναγορά Αθηνών. Ένας πόλεμος δηλαδή, από τον πιο μικρό και ανυποψίαστο δουλευτή έως τον βαθύτερο γνώστη, που ήξεραν ότι όλο εκείνο το ανθρωπολόι έπρεπε να δουλέψει σαν μια καλοκουρδισμένη μηχανή. Τα αχλάδια είναι από τα φρούτα που δεν περιμένουν. Έπρεπε να γίνουν όλα στην ώρα τους. Ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω. Ο τοπικός έμπορος Παναγιώτης Απ. Δημητρούλιας που έζησε τα αχλάδια επί πολλές δεκαετίες, επισημαίνει πως «η συγκομιδή ήταν βεβιασμένη γιατί αλλιώς κινδύνευε να μην είναι ανθεκτική στα ψυγεία». Και παράλληλα, ο ίδιος εξηγεί την σταδιακή καθήλωση της παραγωγής, που οδήγησε στην απώλεια της αίγλης των ντόπιων αχλαδιών.

Δεν ξέρουμε, εάν ποτέ, καταδείχτηκε επιστημονικά γιατί τα κρυστάλλια της Μπούφας ήταν τα καλύτερα, από άποψης ποιότητας και γεύσης. Ήταν το έδαφος, το κλίμα, ο τρόπος της καλλιέργειας, ήταν οι άνθρωποι, που από την αρχή τα περιέβαλαν με ξεχωριστή φροντίδα; Ποιους να πρωτοθυμηθούμε από τους καλλιεργητές παραγωγούς, μεταξύ πολλών άλλων: τον Κωνσταντή, Παρίση και Κώστα Ακριβό, τον Γιώργο Ευαγγελινάκη, από τους πρώτους οικιστές της Κορόπης και Κώστα Ευαγγελινάκη, τις οικογένειες Φιλιππίδη, Μαργώνη, Μαργαρώνη, Παπαοικονόμου, Φαρδέλου και Διαννέλου, τους Αλέκο Χρυσοχοΐδη, Γιώργο και Κώστα Αγριγιάννη, Βασίλη Δήμτσα, Γιάννη Βαρβέρη, Θανάση Λιάπη, Γιώργο Παπαστάθη, Γιώργο Παρίση, Αχιλλέα Βαρέτα, Αντώνη Λάμπο, Βασίλη Μαλαμάκη, Ανδρέα και Κώστα Καπτσιανό, Γιώργο Βλάχο, Γιώργο Παπαδημητρίου, Δημήτρη Βεργώνη ή τον Στάθη Κώστιο, που στα αχλάδια ενστάλαξε όλη του την ενέργεια.
Σήμερα, σχεδόν παντού στην Ελλάδα, η θρυλική αυτή παραγωγή συρρικνώθηκε. Εκτός από αντικειμενικούς εξωγενείς παράγοντες, οι καταναλωτικές προτιμήσεις άλλαξαν, το κόστος της καλλιέργειας υψηλό και οι τιμές παραγωγού δεν καλύπτουν ούτε τα έξοδα. Και στην Κορόπη η εικόνα άλλαξε. Εκεί όπου ήταν οι αχλαδιές, έχουν κτιστεί σπίτια πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής, με πέργκολες και όμορφους κήπους. Επιβιώνουν βέβαια κάποια αχλαδοχώραφα, ή μεμονωμένες αχλαδιές, μάρτυρες του παρελθόντος, υπενθυμίζοντάς μας την ενδιαφέρουσα αυτή πτυχή της τοπικής μας οικονομίας.
Άραγε, μπορεί να γίνει επιστροφή, τι μας επιφυλάσσει το μέλλον;
Τουλάχιστον, παραμένει η αναλλοίωτη μνήμη της γεύσης του θεσπέσιου αυτού φρούτου.



































