Γράφει ο Γιάννης Παπαϊωάννου*

Η Τουρκία έχει αναβαθμιστεί στρατηγικά και οικονομικά από την εποχή της εισαγωγής του ευρώ και της δημιουργίας της Ευρωζώνης. Από εκείνη τη στιγμή, πολλές μεγάλες ευρωπαϊκές βιομηχανίες, για προφανείς λόγους κόστους και ανταγωνιστικότητας, μετακινήθηκαν εκτός ευρωζώνης και κατευθύνθηκαν προς την Ανατολική Ευρώπη και την Τουρκία. Σήμερα υπολογίζεται οτι βρίσκονται εκεί πάνω από 400 μεγάλες διεθνείς επιχειρήσεις, που δραστηριοποιούνται σε κάθε κλάδο της οικονομίας, με πιο εμβληματικές εκείνες της αυτοκινητοβιομηχανίας και της άμυνας.
Η περίοδος αυτή συμπίπτει με την ανάδειξη του Ερντογάν στο πολιτικό σκηνικό και με τη σταδιακή στροφή της Τουρκίας: από τον ευρωπαϊσμό και την προσπάθεια ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση —μια πορεία που θα συνεπαγόταν παραχωρήσεις υποχωρήσεις και περιορισμούς— προς μια πιο ανεξάρτητη και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική απέναντι στην ΕΕ, τις ΗΠΑ και τη Ρωσία.
Από αυτή τη στρατηγική η Άγκυρα εισπράττει πλέον πολιτικά, γεωστρατηγικά και οικονομικά οφέλη, όπως βλέπουμε ολοένα και πιο καθαρά και τις τελευταίες ημέρες.
Το πρόβλημα θα ενταθεί, καθώς η Ευρώπη, στην προσπάθειά της να αναζωογονήσει τον καπιταλισμό της, τον καθιστά ολοένα και πιο ακριβό μέσω της μετατροπής του σε καπιταλισμό παροχής υπηρεσιών, της πράσινης μετάβασης και της αποστροφής της φθηνής ενέργειας από άνθρακα. Έτσι παραχωρεί το πλεονέκτημα σε ανταγωνιστές στην Ασία ή σε γειτονικές χώρες όπως η Τουρκία. Αυτό πλήττει ιδιαίτερα τις ενεργοβόρες βιομηχανίες: μέταλλα, χημικά, δομικά υλικά, λιπάσματα, γυαλί, χαρτί.
Αυτό θα φέρει νομοτελειακά και το ψηφιακό και τεχνολογικό έλλειμμα που ήδη γνωρίζουμε, αλλά και θα μεταβάλει τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό από παραγωγικό σε καταναλωτικό. Πλέον οι Ευρωπαίοι δεν παράγουν· αλλά περισσότερο καταναλώνουν προϊόντα που εισάγονται από χώρες εκτός ευρωζώνης και μεταπωλούνται ακριβότερα.
Έτσι, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που είναι εκτός ευρωζώνης μάς ξεπέρασαν σε παραγωγικότητα, σε αύξηση μισθών και σε αγοραστική δύναμη.
Σε αυτή την κίνηση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού συμμετείχαν και δεκάδες εμβληματικές ελληνικές επιχειρήσεις, οι οποίες δραστηριοποιούνται πλέον στην Τουρκία. Μεταξύ των κυριότερων είναι οι εξής: Titan Group, Chipita, Ελληνικοί Λευκόλιθοι, Πλαστικά Κρήτης, Palaplast, Alumil, Isomat, Eurodrip, Kleemann κ.α.
Στην Ελλάδα, η πολιτική τάξη θα είναι αδύναμη να ψελλίσει κάτι για τη διαρκώς επιδεινούμενη οικονομική κατάσταση της χώρας μας. Αντιλαμβανόμενη τη διαρκή υποτίμηση της ελληνικής οικονομίας που οδηγεί σε ανάλογη αύξηση του χρέους, προσανατολίζεται σχεδόν μονοθεματικά:
α) στο να παίζει άμυνα και να αντιδρά σε κάθε αναβάθμιση των σχέσεων της Τουρκίας με χώρες μέλη της ΕΕ και την ίδια και την ΕΕ και
β) στην απορρόφηση κονδυλίων από την ΕΕ, τα οποία στη συνέχεια μοιράζει για ψηφοθηρικούς λόγους και για αγορά εκλογικής επιρροής.
Κάτι ανάλογο θα συμβαίνει και στην Ευρώπη που παρακμάζει.
Το γεγονός ότι η χώρα βρίσκεται στην παραμεθόριο του ευρωπαϊκού καπιταλισμού την οδηγεί να διαλυθεί πρώτη απ’ όλες, βυθιζόμενη σε μια κρίση που σιγοβράζει εδώ και χρόνια και εξαπλώνεται, οδηγώντας τις ευρωπαϊκές κοινωνίες στη διάλυση και πολιτικά προς την Ακροδεξιά.

Δυστυχώς, το μόνο που φαίνεται να έχει απομείνει στην Ελλάδα για να αντισταθμίσει την αυξανόμενη τουρκική ισχύ και τη διαρκή υποτίμηση της ελληνικής οικονομίας και της διεθνούς θέσης της χώρας μας, είναι η ελληνική ομογένεια στην Αμερική, η οποία συχνά δίνει σχεδόν μόνη της τη μάχη για να αναχαιτίσει την τουρκική επιρροή.
Και αυτό πολλές φορές σε απόσταση από την ελληνική πολιτική ηγεσία, η οποία επιμένει σε μια πολιτική κατευνασμού και σε μια στρατηγική χαμηλών προσδοκιών, επιλέγοντας συχνά να περνά κάτω από τα ραντάρ της αμερικανικής διοίκησης και φοβικά να αποφεύγει πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη θέση της χώρας.
Από την ελληνική ομογένεια στις Ηνωμένες Πολιτείες είδαμε μια πρώιμη σύμπλευση δύο ισχυρών λόμπι, του ελληνοαμερικανικού και του εβραϊκού, η οποία έδωσε καρπούς στην πρωτοβουλία του EastMed.
Από εκεί προέκυψε μια σειρά παρεμβάσεων και πρωτοβουλιών γύρω από το πλαίσιο του CAATSA στις ΗΠΑ, αλλά και ένας ευρύτερος στρατηγικός σχεδιασμός που υπερβαίνει κατά πολύ την οπτική της ελληνικής Κυβέρνησης
Μιας κυβέρνησης που μοιάζει να έχει ως βασικό στόχο όχι τη διαμόρφωση εθνικής στρατηγικής, αλλά την απορρόφηση ευρωπαϊκών κονδυλίων και τη διανομή τους σε κομματικά και εκλογικά ακροατήρια.
Γι’ αυτό και η ελληνική πολιτική ηγεσία εμφανίζεται κατώτερη των περιστάσεων: χωρίς ουσιαστική ανάλυση, χωρίς στρατηγικό βάθος, χωρίς συνέπεια και χωρίς εθνική αυτοπεποίθηση αναζητά μόνο να «χρησιμοποιηθεί» για να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα των ισχυρών στην περιοχή. Κι όταν τελικά τους εξυπηρετήσουμε επαρκώς όπως συνέβη στο πόλεμο στην Ουκρανία και στο ΙΡΑΝ αδυνατούμε να κεφαλαιοποιήσουμε αυτή την εξέλιξη για να προωθήσουμε τα εθνικά μας αιτήματα.
Έτσι η Ελλάδα αντί να διαμορφώνει όρους αντιπαράθεσης, ισορροπίας και τελικά την ατζέντα απέναντι στην Τουρκία, και συχνά καταλήγει να την ακολουθεί παθητικά, αντιδρώντας εκ των υστέρων στις κινήσεις της Άγκυρας.
*Ο Γιάννης Παπαϊωάννου είναι μέλος της Γραμματείας του Τομέα Άμυνας του ΠΑΣΟΚ
και μέλος του Περιφερειακού Συμβουλίου ΠΑΣΟΚ Θεσσαλίας!



































