Αυτό που συμβαίνει το τελευταίο διάστημα στον Βόλο δεν αποτελεί έξαρση εγκληματικότητας. Πρόκειται για πλήρη κατάρρευση της προστασίας της περιουσίας, της εργασίας και της αξιοπρέπειας των ανθρώπων που κρατούν αυτή την πόλη όρθια.
Δεκάδες διαρρήξεις σε καφετέριες, καταστήματα εστίασης, πρατήρια καυσίμων και εμπορικά καταστήματα. Σπασμένες βιτρίνες. Κατεστραμμένες πόρτες. Κλεμμένα ταμεία. Χιλιάδες ευρώ σε ζημιές.
Και το ίδιο ερώτημα κάθε πρωί: Ποιος είναι ο επόμενος;
Το σύνολο σχεδόν των επιχειρηματιών του Βόλου βιώνει θυμό, απόγνωση, ανασφάλεια και έντονη αίσθηση εγκατάλειψης, ως αποτέλεσμα των καθημερινών περιστατικών που πλήττουν την τοπική αγορά.
Ως πολίτες κι ως επιχειρηματίες νιώθουμε θυμό κι αίσθηση αδιαφορίας γιατί η πολιτεία από εμάς απαιτεί:
- να πληρώνουμε φόρους χωρίς καμία καθυστέρηση,
- να τηρούμε κανονισμούς, άδειες, ελέγχους και διαδικασίες — πολλές φορές παράλογες και υπερβολικές,
Και εμείς τα κάνουμε. Κάθε μήνα. Κάθε χρόνο. Χωρίς δικαιολογίες.
Τι κάνει όμως η πολιτεία για εμάς;
Τι κάνει η αστυνομία για να προστατεύσει τις επιχειρήσεις μας;
Η απάντηση, εκ του αποτελέσματος, δυστυχώς, είναι σχεδόν τίποτα.
Η ίδια αστυνομία που επιδεικνύει υπερβάλλοντα ζήλο όταν οι πολίτες διαμαρτύρονται, που κατεβάζει ΜΑΤ και «επιβάλλει τον νόμο και την τάξη» σε ειρηνικές κινητοποιήσεις, είναι οριακά απούσα όταν η κοινωνική και οικονομική ζωή της πόλης λεηλατείται νύχτα με τη νύχτα.
Τα παραπάνω δεν αποτελούν υπερβολές. Όταν μια επιχείρηση, που ήδη δοκιμάζεται από μειωμένο τζίρο και αυξημένα λειτουργικά κόστη, υφίσταται μέσα σε μία νύχτα ζημιά χιλιάδων ευρώ, το πλήγμα είναι ιδιαίτερα βαρύ. Μέσα σε όλα αυτά οι επαγγελματίες καλούνται να σηκώσουν ένα επιπλέον βάρος που πολύ απλά μπορεί να μην αντέξουν.
Δεν μιλάμε πια για μεμονωμένα περιστατικά. Μιλάμε για καθημερινό φαινόμενο.
Μιλάμε για επιχειρήσεις που δουλεύουν ένα ολόκληρο διάστημα για να πληρώνουν ζημιές ενός λεπτού.
Και σε όλα αυτά θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η τεράστια ψυχολογική πίεση που δέχεται ένας άνθρωπος όταν βλέπει την επιχείρησή του παραβιασμένη, τον κόπο του κατεστραμμένο και την ασφάλειά του ανύπαρκτη.
Οι πολίτες και οι επιχειρηματίες αυτής της πόλης δεν ζητάμε χάρη. Δεν ζητάμε προνόμια. Ζητάμε το αυτονόητο, να μπορούμε να εργαζόμαστε χωρίς τον φόβο ότι αύριο το πρωί θα βρούμε το κατάστημά μας σπασμένο.
Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί και δεν πρέπει ο πολίτης να πάρει τον νόμο και την ασφάλεια στα χέρια του. Αυτός είναι ο ρόλος ενός ευνομούμενου κράτους. Οι επιχειρηματίες ασφαλίζουν τις επιχειρήσεις τους, τοποθετούν συναγερμούς και λαμβάνουν όλα τα προβλεπόμενα μέτρα. Όταν όμως το κράτος και η αστυνομία δεν επιτελούν τον ρόλο τους, καμία ιδιωτική πρόληψη δεν αρκεί.
Πώς θα φαινόταν στους αρμόδιους αν καλούνταν να αποζημιώσουν κάθε επιχειρηματία που υφίσταται ένα τέτοιο πλήγμα;
Ας κάνει επιτέλους η πολιτεία την δουλειά της σωστά.



































