Τα προβλήματα που απορρέουν από τη λανθασμένη χρήση του αλκοόλ ή άλλων ουσιών φαίνονται εκτεταμμένα στοις μέρες μας συγκριτικά με το παρελθόν και διεισδύουν σε όλα τα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα. Πλήττονται όλες οι ηλιακές ομάδες, αλλά περισσότερο ευάλωτοι είναι οι έφηβοι και οι νεαροί ενήλικοι. Εξαιτίας του γεγονότος ότι η χρήση του αλκοόλ και των άλλων ουσιών τείνει να λάβει διαστάσεις επιδημίας και έχοντας δημιουργηθεί ανησυχία της κοινής γνώμης, η κυβέρνηση ανταποκρίθηκε με το να αυξήσει τη χρηματοδότηση της σχετικής έρευνας. Έτσι έχουν θεσπιστεί αυστηροί πολιτειακοί νόμοι που επισείουν βαριές ποινές τόσο για την κατοχή όσο και για την εμπορία ναρκωτικών. Συγχρόνως, η θεώρηση της κατάχρησησς ουσιών ως νόσου ενθαρρύνει τα άτομα που κάνουν κατάχρηση είτε αλκόολ είτε καποιων άλλων ουσιών να αναζητήσουν βοήθεια των ειδικών. Ωστόσο η παροχή της κατάλληλης θεραπείας σε ενα επιβαρυμένο αλλά και ταυτόχρονα υποχρηματοδοτούμενο σύστημα αποτελεί μια διαρκή πρόκληση.
Η έννοια ενός γενικού συνδρόμου εξάρτησης από ουσίες έχει διαμορφωθεί στο DSM-IV-TR, το οποίο είναι αποδεκτό και από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Ο ορισμός της κατάχρησης μιας ουσίας προϋποθέτει ένα δυσπροσαρμοστικό πρότυπο χρήσης της ουσίας η οποία και οδηγεί σε σημαντική έκπτωση της λειτουργικότητας ή δυσφορίας σε τομείς όπως εργασία, σωματικός κίνδυνος, νομικά ζητήματα, διαπροσωπικές σχέσεις ενώ διαρκεί για τουλάχιστον 12 μήνες. Επιπλέον προκειμένου να διαγνωστεί η κατάχρηση το άτομο δεν πρέπει να πληρούσε ποτέ κατά το παρελθόν τα κριτήρια της κατάχρησης. Συγκεκριμένα, τα κριτήρια εστιάζουν στη συμπεριφορά που συνδέεται με τη χρήση της ουσίας, την έκπτωση λειτουργικότητας που προκαλείται από τη χρήση και την ανάπτυξη ανοχής ή συνδρόμου στέρησης κατά την απόσυρση της ουσίας. Τα κριτήρια αυτά αποσκοπούν στη διάκριση ατόμων με επικίνδυνη χρήση (εξάρτηση), από τα άτομα με επιβλαβή χρήση (κατάχρηση).
Ο ακοολισμός μπορεί να βλάψει τη σωματική και συναισθηματική υγεία του ατόμου και να οδηγήσει σε ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών προβλημάτων. Αναφέρονται ως ιατρικά προβλήματα η καλοήθης λιπώδης διήθηση του ήπατος και η ηπατική ανεπάρκεια. Σχεδόν όλα τα οργανικά συστήματα πλήττονται από την κατανάλωση αλκοόλ. Το γαστρεντερικό σύστημα πλήττεται ιδιαίτερα και στα πρώιμα συμπτώματα αναφέρονται η γαστρίτιδα και οι διάρροιες. Η λιπώδης διήθηση του ήπατος διαπιστώνεται σε όλα τα άτομα που πάσχουν από αλκοολισμό, η κίρρωση όμως αναπτύσσεται στο 10% περίπου των ατόμων που κάνουν βαριά κατανάλωση αλκοόλ. Είναι επίσης δυνατόν να αναπτυχθεί παγκρεατίτιδα που οδηγεί σε διαταραχές στη λειτουργία της πέψης ή σε σακχαρώδη διαβήτη. Έχουν επίσης αναφερθεί μυοκαρδιοπάθεια, αναιμία, θρομβοπενία και μυοπάθεια. Το κεντρικό και περιφερικό νευρικό σύστημα είναι δυνατόν να υποστούν βλάβη από τις έμμεσες και άμεσες επιδράσεις του αλκοόλ. H περιφερική πολυνευροπάθεια εμφανίζεται συνήθως ως το αποτέλεσμα μιας προκαλούμενης από το αλκοόλ ανεπάρκειας της βιταμίνης Β. Η εγκεφαλοπάθεια Wernicke μπορεί να προκληθεί ως αποτέλεσμα της ανεπάρκειας θειαμίνης, παρατηρείται νύστα, αταξία και διανοητική σύγχυση. Το σύνδρομο Wernicke-Korsakoff εμφανίζεται όταν υπάρχει έντονο το αίσθημα της έκπτωσης της μνήμης και των άλλων γνωστικών λειτουργιών. Το σύνδρομο αυτό περιλαμβάνει οπισθόδρομη/παλίνδρομη αμνησία που χαρακτηρίζεται από την έντονη παρουσία μυθοπλασιών κατά τις οποίες ο ασθενής επινοεί ιστορίες με σκοπό να καλύψει κενά μνήμης του. Το σύνδρομο αυτό συνδέεται με νεκρωτικές βλάβες των μαστίων και του θαλάμου καθώς και άλλων περιοχών του εγκεφαλικού στελέχους.
Τα άτομα με βαρύ αλκοολισμό είναι δυνατόν να αναπτύξουν γνήσια άνοια ως αποτέλεσμα των άμεσων επιδράσεων του αλκοόλ είτε της ανεπάρκειας βιταμινών, αν και η ακριβής αιτία παραμένει^[Υ- άγνωστη. Το αλκοολικό εμβρυϊκό σύνδρομο έχει περιγραφεί σε βρέφη οι μητέρες των οποίων έπασχαν από αλκοολισμό. Το σύνδρομο αυτό σχετίζεται με υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ από πλευράς της μητέρας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ιδίως σε περιπτώσεις επεισοδιακής υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ (bingr drinking) που προκαλεί αύξηση των επιπέδων του αλκοόλ στο αίμα.
Η κατανάλωση αλκοόλ είναι μια συχνή αιτία τραυματισμών και ευθύνεται για περισσότερους από τους μισούς θανάτους εξαιτίας των τροχαίων ατυχημάτων κάθε χρόνο. Επιπλέον η συχνότητα διαφόρων μορφών καρκίνου, όπως της στοματικής κοιλότητας, του οισοφάγου, του ήπατος και του παγκρέατος είναι επίσης αυξημένοι στα άτομα που πάσχουν από αλκοολισμό ενώ το κάπνισμα διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο επίσης.
Στις ψυχιατρικές διαταραχές του αλκοολισμού περιλαμβάνονται η οξεία τοξίκωση (μέθη), οι διαταραχές που σχετίζονται με την απόσυρση του αλκοόλ (πχ. σύνδρομο στέρησης), αμνησιακά σύνδρομα όπως το σύνδρομο Wernicke-Korsakoff ή και η συνδεόμενη με το αλκοόλ άνοια. Η κατάθλιψη εμφανίζεται σε ποσοστό έως και 60% των ατόμων που πάσχουν από αλκοολισμό. Το ίδιο το αλκοόλ μπορεί να προκαλέσει κατάθλιψη εξαιτίας των άμεσων επιδράσεών του στον εγκέφαλο. Η κατάθληψη συμβάλλει σε αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονίας η οποία επισυμβαίνει σε 2-3% των ατόμων που πάσχουν από αλκοολισμό.
Μία από τις πλέον ανησυχητικές τάσεις είναι η κατάχρηση πολλαπλών ουσιών. Κατά κανόνα η χρήση μιας ουσίας αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα το άτομο να κάνει και χρήση κάποιας άλλης ουσίας. Κάποιες ναρκωτικές ουσίες συντίθενται ηθελλημένα, προκειμένου να παράγουν το επιθυμητό αποτέλεσμα (π.χ το speedball, ένα συνδιασμό ηρωϊνης και κοκαϊνης). Η έκταση της χρήσης συνδιασμού ναρκωτικών ουσιών μολις τώρα γίνεται εμφανής. Στο DSM-IV-TR αυτό το πρότυπο χρήσης ταξινομείται ως εξάρτηση από πολλαπλές ουσίες, κάτι που σημαίνει ότι τρείς ή περισσότερες ουσίες έχουν χρησιμοποιηθεί επανηλειμμένως, χωρίς κάποια από αυτές να επικρατεί. Συγκεκριμένα η συνδυασμένη επίδραση των γονιδίων και του ατομικού βιολογικού υποστρώματος, του περιβάλλοντος του ατόμου και της ίδιας της ουσίας οδηγεί στις διαταραχές χρήσης ουσιών. Κανένας παράγοντας δεν καθορίζει μόνος του αν ένα άτομο θα αναπτύξει εξάρτηση από ουσίες. Κάποιοι χρήστες ουσιών φαίνεται να έχουν μια κληρονομική ευαλωτότητα στην κατάχρηση ουσιών. Η έρευνα δείχνει ότι η εξάρτηση από συγκεκριμένες ουσίες (π.χ καπνός, ναρκωτικά, αλκόολ) είναι οικογενής. Υοθετημένα άτομα των οποίων οι βιολογικοί γονείς έκαναν κατάχρηση ουσιών εμφανίζουν αυξημένη πιθανότητα χρήσης ουσιών, μολονότι ανατράφηκαν σε οικογενειακό περιβάλλον ελεθερο ουσιών. Οι γενετικοί παράγοντες εκτιμάται ότι συμβάλλουν στο 40-60% του κινδύνου για εξάρτηση. Οι νευροβιολογικοί μηχανισμοί μεσω των οποίων οι περιβαλλοντικοί παράγοντες αλληλεπιδρούν με τα γονίδια προκειμένου να δημιουργηθεί η ευαλωτότητα στην εξάρτηση έχουν μόλις αρχίσει να μελετώνται.
Μολονότι δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο προτυπο ευαλωτότητας που να συνδέεται με την κατάχρηση ουσιών η συχνότητα των διαταραχών προσωπικότητας είναι πολύ υψηλή μεταξύ των ατόμων που κάνουν κατάχρηση ουσιών. Η αντικοινωνική και η μεταιχμιακή ή οριακή διαταραχή προσωπικότητας φαίνεται να προδιαθέτουν στη χρήση ουσιών. Τα να ρκισσιστικά χαρακτηριστικά προσωπικότητας έχουν αναγνωριστεί ως ένας πιθανός παράγοντας κινδύνου σε χρήστες κοκαϊνης. Άλλα ψυχολογικά χαρακτηριστικά που έχουν διαπιστωθεί σε χρήστες ουσιών είναι η εχθρικότητα, η μειωμένη ανοχή στη ματαίωση, η ανελαστικότητα, χαμηλή προσαρμοστικότητα και η χαμηλή αυτοεκτίμηση. Αρκετές προοπτικές (longitudinal) μελέτες έχουν δελίοξει ότι πολλά από αυτά τα χαρακτηριστικά προηγούνται και προβλεπουν τη χρήση ψυχοδραστικών ουσιών, όπως ο χρόνιος πόνος, οι αγχώδεις διαταραχές και η κατάθλιψη. Πολλοί ασθενείς που βιώνουν σωματικό και ψυχικό πόνο συχνά επιζητούν ανακούφιση μέσω του αλκοόλ ή άλλες ουσίες και φάρμακα και βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο για κατάχρηση ή εξάρτηση.
Το νομικό πλαίσιο μπορεί να παρουσιάζει την παράνομη χρήση ουσιών. Νόμοι κατά των να ρκωτικών έχουν τεθεί σε εφαρμογή εδώ και αιώνες, με μικτά αποτελέσματα. Το μεγάλο πειραμα της απαγόρευσξς στις Η.Π.Α κατά τη δεκαετία του 1920 είναι ένα από τα καλύτερα παραδείγματα, ίσως επειδή ήταν μια αποτυχημένη επιλογή κι αυτό επειδή οι νόμοι κατά των ναρκωτικών είναι γενικά πιο επιτυχείς σε απολυταρχικά καθεστώτα όπου η συμπεριφορά μπορεί να βρίσκεται υπό παρακολούθηση ευκολότερα σε σύγκριση με πιο ανοικτές και με μεγαλύτερη πολυφωνία κοινωνίες, όπως είναι οι Η.Π.Α.
Οι κοινωνικές και οικογενειακές αξίες επηρεάζουν τη χρήση παράνομων ουσιών. Όταν οι γονείς καπνίζουν τσιγάρα, πίνουν αλκοολούχα ποτά ή χρησιμοποιούν άλλες ουσίες, τότε τα παιδιά τους είναι περισσότερο ευάλωτα στη χρήση των ουσιών αυτών, λαμβάνοντας το λανθάνον μήνυμα ότι η χρήση ουσιών είναι κοινωνικά αποδεκτή. Τα άτομα που οι φίλοι τους κάνουν χρήση ουσιών είναι πιθανότερο να κάνουν χρήση ουσιών και τα ίδια, γεγονός που υποδηλώνει ότι το περιβάλλον των συνομηλίκων επηρεάζει τις επιλογές του ατόμου. Η εαλωτότητα στην επιρροή των συνομιλήκων έχει συνδεθεί με την έλλειψη στενού δεσμού του ατόμου με τους γονείς του, με το να περνά το άτομο πολύ χρόνο εκτός σπιτιού και με το να επαφίεται πολυ περισσότερο στους φίλους και συνομιλήκους παρά στους γονείς.



































