Οι «Πέρσες» στην Επίδαυρο

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Της Μαρίας Σπανού
Ανυπομονώντας για την παράσταση «Πέρσες» φύγαμε νωρίς από το ξενοδοχείο. Ήμασταν μια μεγάλη ομάδα, εκδρομείς του Λυκείου των Ελληνίδων Βόλου. Στην Επίδαυρο και στο δρόμο προς το θέατρο παρακολουθήσαμε ένα μικρό δρώμενο, ενταγμένο στα εγκαίνια της έκθεσης ΧΟΡΩΝ ΧΩΡΟΣ, στον εκθεσιακό χώρο του Αρχαίου Θεάτρου Επιδαύρου (επιμέλεια Γ. Σαπουντζή) και απολαύσαμε την Δημοτική Χορωδία Επιδαύρου. Λίγο μετά, σιωπηλοί, σαν να μετείχαμε σε ιεροτελεστία ή ετήσιο τάμα, ενωθήκαμε με το πλήθος που ανέβαινε προς τον ιερό χώρο. Στο θέατρο λάβαμε τις θέσεις σας και ατενίσαμε προς την ορχήστρα της Επιδαύρου, παίρνοντας βαθιές αναπνοές. Ήταν σχεδόν γυμνή. Το ίδιο το θέατρο ήταν και σκηνικός χώρος. Τη θέση των σκηνικών καταλάμβανε το φως. Οι φωτισμοί της Ιωάννας Αθανασίου και του Τάσου Παλαιορούτα ιδιαίτερα ευρηματικοί. Γιατί, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια δεν έριξαν φως μόνο στη θεατρική πράξη έφτιαξαν οι ίδιοι τόπους και συναισθήματα. Το μοναχικό μικρόφωνο στην άκρη της σκηνής, εξυπηρετούσε συγκεκριμένο σκοπό.

Η σκηνοθετική ματιά του Θεοδωρίδη αρχικά μας παραξένεψε. Ένας άλλος ρυθμός, με πολλές παύσεις, που θεωρούσες ότι κάτι δεν πάει καλά σε τεχνικό επίπεδο και ότι από στιγμή σε στιγμή θα διορθωθεί, η αναπνοή των ηθοποιών αργή και η εκφορά του λόγου πιο τελετουργική. Στο επίκεντρο αυτής της μυσταγωγίας και της συνεχούς εναγώνιας προσμονής για τα μελλούμενα βρέθηκαν οι πρωταγωνιστές Δημήτρης Καταλειφός, Μαρία Ναυπλιώτου, Αναστάσης Ροϊλός και Σταύρος Σβήγκος (ανατριχιαστικός ως αγγελιοφόρος), οι οποίοι, πλαισιωμένοι από έναν δυναμικό 17μελή Χορό, ενσάρκωσαν το συλλογικό τραύμα μιας κοινωνίας που έρχεται αντιμέτωπη με την απόλυτη καταστροφή. Η τραγωδία βασίζεται σ’ ένα πραγματικό ιστορικό γεγονός, τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.) και γράφτηκε από τον Αισχύλο «όχι για τη νίκη αλλά για τη συμπόνια», όπως δήλωσε σε συνέντευξή του ο Καταλειφός, κι ότι «δεν επαίρεται για τον θρίαμβο των συμπατριωτών του» αλλά μας βάζει στη θέση των ηττημένων.
Η παράσταση αποτελούσε οργανικό κομμάτι αυτής της σκηνικής σύνθεσης, απόλυτα δεμένη με την κίνηση της Ξένιας Θεμελή. Δυνατή στιγμή επίσης, οι σειρήνες πολέμου που έσπασαν φρικιαστικά τη σιωπή της Επιδαύρου, αλλά και εκείνη με το παραδοσιακό θρακιώτικο μοιρολόι «Γιατί πουλί μ’ δεν κελαηδείς», δίνοντας στον περσικό θρήνο την οικουμενικότητα του πολέμου. Σαν μοιρολόι ακούστηκε και η κουκουβάγια, που ως θεατής είχε λάβει τη θέση της στο γειτονικό πεύκο, συμβάλλοντας με τη χροιά της στη μοναδικότητα της ατμόσφαιρας. Και η παρέμβαση του σκηνοθέτη ήταν πιο δραματουργική. Δεν ήταν πιστή αντιγραφή του κειμένου. Στον Αισχύλο, ο Χορός αποτελείται από τους γέροντες των Σούσων, οι οποίοι αναπλήρωναν την απουσία του Ξέρξη. Ο Χορός ξεκίνησε να απαγγέλει ονόματα θυμάτων. Εκτός από περσικά, ακούσαμε ονόματα από πολλά άλλα μέρη, από κάθε γωνιά του πλανήτη όπου ο πόλεμος σκορπίζει τη φρίκη διαχρονικά. Εδώ, ο Χορός είχε, εκτός από φωνή, πολιτική υπόσταση γιατί είναι οι ίδιος ο λαός, άνθρωποι νέοι αλλά και όλοι, όσοι καλούνται να ξεπληρώσουν το τίμημα των επιλογών των ηγετών τους, στους οποίους έχει ανατεθεί η διακυβέρνηση κατά την απουσία του Ξέρξη. Στοιχείο που άλλαξε την πολιτική ισορροπία του έργου.
Και το φινάλε… Στο αισχύλειο κείμενο, ο Χορός συμπορεύεται με τον Ξέρξη στον κοινό θρήνο. Εδώ, διακρίναμε κάτι άλλο. Δεν είναι εξέγερση. Είναι η στιγμή που ο λαός καταλαβαίνει πως η εξουσία δεν είναι αυτονόητη. Η παράσταση δεν θίγει μόνον τους ηγέτες. Μιλάει και για την ευθύνη των πολιτών. Καμία ισχυρή δύναμη δεν είναι αήττητη, όταν χάνει το μέτρο και την ανθρωπιά της. Έτσι, ο Χορός κλωτσάει με λύσσα το χώμα για να εκτονώσει το θυμό του. Ο κουρνιαχτός που σηκώνεται είναι χοές «στα νιάτα που πήρε το χώμα σε τόσους πολέμους».
Γενικά, ο Χορός σ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης είναι ο μέγας πρωταγωνιστής. Όλοι που τον απαρτίζουν συνθέτουν έναν ζωντανό οργανισμό, που συντετριμμένος, αναπνέει, αγωνιά, θρηνεί, αγανακτεί και μετασχηματίζεται. Και παρά τα συν και τα πλην της παράστασης που σίγουρα υπάρχουν, αυτό που αντιληφτήκαμε είναι ότι η παράσταση δεν έκλεισε με το παρατεταμένο χειροκρότημα των 9.000 θεατών και το σβήσιμο των φώτων της σκηνής. Συνεχίστηκε στις πρώτες κουβέντες μεταξύ μας, συνεχίστηκε και αργότερα εντός μας, μας συνόδευε και μέσα στο λεωφορείο της επιστροφής και θα μας συνοδεύει για καιρό.

Η τραγωδία άλλωστε αυτή δεν μιλάει μόνον για το τότε. Γίναμε μάρτυρες για τα συλλογικά τραύματα του σύγχρονου κόσμου. Κι όπως εύστοχα σημειώνει η δρ Αναστασία Παρθένη-Αντωνακάκη «Οι Πέρσες – μια βαθιά αντιπολεμική κραυγή, επίκαιρη όσο ποτέ, τώρα που ο πόλεμος μαίνεται παντού, με όλους τους τρόπους του κόσμου. Με τα όπλα, τη βία, την ακατάπαυστη ροή πληροφορίας που δεν προλαβαίνουμε να επεξεργαστούμε, τον τεχνητό εγκέφαλο που φοβόμαστε ότι θα μας αντικαταστήσει, τα χρήματα που δεν μας φτάνουν για φαγητό, τα κτίρια που σωριάζονται γύρω μας, τη φύση που εμείς οι ίδιοι καταστρέφουμε ξεχνώντας πως είμαστε φιλοξενούμενοί της και όχι αφέντες της».
Κοντολογίς, η παράσταση αυτή μας έθεσε έναν βαθύ προβληματισμό για τις κοινωνίες που δεν έπαψαν ποτέ να ταυτίζονται με ηγέτες, όταν εκείνοι τους υπόσχονται μεγαλείο και αναζητούν εξιλέωση όταν έρθει το κακό, όπως ο Ξέρξης…

Εγγραφείτε στην ομάδα Magnesianews στο Viber για να λαμβάνετε ενημερώσεις.
Ακολουθήστε τη ροή Magnesianews στο Google News και μείνετε σε επαφή με ότι συμβαίνει.
Γίνετε μέλος στο κανάλι Magnesianews στο Messenger για όλες τις τελευταίες ειδήσεις.