Η φετινή Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης διεξάγεται σε μια κομβική συγκυρία, όπου η ελληνική οικονομία αναζητά ένα νέο σημείο ισορροπίας. Μετά από μια διετία υψηλών, ίσως και υπερβολικών, προσδοκιών, οι μακροοικονομικοί δείκτες αποτυπώνουν πλέον μια πραγματικότητα πολύ πιο σύνθετη και απαιτητική. Η ανάπτυξη επιβραδύνεται, η ακρίβεια παρουσιάζει ενδημικά χαρακτηριστικά, η παραγωγικότητα λιμνάζει, ενώ την ίδια στιγμή οι περιφερειακές ανισότητες εμφανώς διευρύνονται. Αυτή η εικόνα δεν συνιστά απαραίτητα οξεία κρίση, αποκαλύπτει όμως μια δομική αδυναμία που καθιστά επιτακτική τη μετάβαση σε μια νέα αρχιτεκτονική οικονομικής πολιτικής.
Οι αριθμοί της αποθέρμανσης και η επίμονη ακρίβεια
Τα δεδομένα του 2026 υποδεικνύουν ξεκάθαρα ότι η οικονομία έχει εισέλθει σε φάση κόπωσης. Ο ρυθμός ανάπτυξης, έχοντας αναθεωρηθεί περίπου στο 2% έναντι της αρχικής πρόβλεψης του 3,1%, σε συνδυασμό με ένα δημοσιονομικό έλλειμμα (1,8%) που υπερβαίνει τους στόχους και ένα δημόσιο χρέος καθηλωμένο στο 161% του ΑΕΠ, καταδεικνύουν τα όρια του τρέχοντος μοντέλου. Την ίδια ώρα, η παραγωγικότητα της εργασίας καταγράφει αρνητικό πρόσημο (-0,4% σε ετήσια βάση) σε πλήρη αναντιστοιχία με τη θετική τάση της ΕΕ, ενώ η ανεργία των νέων παραμένει στο δυσθεώρητο 22,4%.
Ωστόσο, το πιο πιεστικό κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα παραμένει η ακρίβεια. Με τον πληθωρισμό των τροφίμων στο 6,8% και της στέγασης στο 9,2%, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ-27, το 70% των νοικοκυριών βλέπει την αγοραστική του δύναμη να συρρικνώνεται ραγδαία. Η απάντηση της Πολιτείας εξαντλήθηκε σε βραχυπρόθεσμες, επιδοματικές παρεμβάσεις. Απουσιάζουν εμφατικά οι διαρθρωτικές λύσεις που θα μείωναν πραγματικά το κόστος παραγωγής και θα ενίσχυαν τον υγιή ανταγωνισμό, την ώρα που τρόφιμα και ενέργεια στη χώρα μας παραμένουν αισθητά ακριβότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η στασιμότητα της παραγωγικότητας εξηγείται εν πολλοίς από τη δομική υποεπένδυση. Η Ελλάδα επενδύει μόλις το 1,5% του ΑΕΠ σε Έρευνα και Ανάπτυξη (έναντι 2,3% της ΕΕ) και 0,9% στη βιομηχανική πολιτική, αναπτύσσοντας ένα μοντέλο υπερεξάρτησης από τον τουρισμό. Αυτό το μονοθεματικό παραγωγικό μοντέλο αποτυπώνεται σε στρεβλώσεις όπως η αύξηση των ενοικίων κατά 32% την ίδια στιγμή που κρίσιμα έργα υποδομών και μεταφορών μετρούν καθυστερήσεις άνω των πέντε ετών.Το Ταμείο Ανάκαμψης, που αποτέλεσε πρωτοφανές ταμείο στήριξης, λόγω της κυβερνητικής ανεπάρκειας στον σχεδιασμο και τη διαχείρισή του, απέτυχε να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο της χώρας και να οδηγήσει στην περιφερειακή ανάπτυξη. Η μεγαλύτερη μεταρρυθμιστική ευκαιρία της γενιάς μας, λιμνάζει, καθώς μόλις το 31% των έργων έχει ολοκληρωθεί, ενώ ένα μεγάλο τμήμα των πόρων κατευθύνεται σε έργα χαμηλής προστιθέμενης αξίας.
Η ανάγκη για ρεαλιστικές λύσεις
Η ΔΕΘ κινδυνεύει να μετατραπεί εκ νέου σε μια επικοινωνιακή πλατφόρμα υπερφόρτωσης εξαγγελιών, στερούμενη στρατηγικού βάθους.
Αυτό που απουσιάζει είναι ένα συνεκτικό, κοστολογημένο σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης. Χρειαζόμαστε ένα Εθνικό Σχέδιο Παραγωγικότητας με αύξηση των επενδύσεων στον τομέα της έρευνας και της ανάπτυξης και ουσιαστική αναβάθμιση των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων. Είναι αναγκαία η περιφερειακή ανάπτυξη με πραγματική αποκέντρωση.Κάθε περιφέρεια χρειάζεται δικό της παραγωγικό σχέδιο, βασισμένο στα πραγματικά συγκριτικά της πλεονεκτήματα.Για την Κρήτη αυτό σημαίνει σύνδεση του τουρισμού με την αγροδιατροφή, επένδυση στην πράσινη ενέργεια, δημιουργία τεχνολογικών και ερευνητικών clusters και ολοκλήρωση των κρίσιμων υποδομών με δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα. Παράλληλα, απαιτείται μια Πολιτική νέας γενιάς, η οποία θα πρέπει να εστιάσει στη χρηματοδότηση προγραμμάτων στέγασης, και στη δημιουργία συνθηκών πρόσβασης σε αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, ώστε οι νέοι να μείνουν και να δημιουργούν στην πατρίδα μας.
Κανένα σχέδιο δεν μπορεί να είναι ολοκληρωμένο χωρίς μια Στοχευμένη Κοινωνική Πολιτική: από την εξασφάλιση νέων θέσεων στην προσχολική φροντίδα, μέχρι την στηριξη των δημόσια παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας και εκπαίδευσης.
Καθώς, βέβαια, κάθε αναπτυξιακός σχεδιασμός μένει ατελέσφορος, κρατώντας την αγοραστική δύναμη των πολιτων στην τελευταία θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών, θα πρέπει να ληφθούν μέτρα ουσιαστικής αντιμετώπισης της δομικής ακρίβειας και των ολιγοπωλιακών όρων της αγοράς.
Η ΔΕΘ 2026 είναι ο καθρέφτης της εθνικής μας οικονομίας. Η πολιτική αξιοπιστία και καταξίωση κατακτώνται με σοβαρότητα, τεκμηρίωση και σχεδιασμό, αφήνοντας πίσω την επιδοματική πλειοδοσία και τον λαϊκισμό.Η Ελλάδα έχει ανάγκη από μια νέα οικονομική πολιτική που θα συνδυάζει την παραγωγική δυναμική με την κοινωνική δικαιοσύνη, τη διαφάνεια και την περιφερειακή ισορροπία. Αυτή είναι η μόνη προοπτική που μπορεί να διασφαλίσει το μέλλον της χώρας.



































