Μια θετική δήλωση, αλλά όχι αρκετή
Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα επιβεβαίωσε τη στρατηγική σημασία που αποδίδει η Ουάσιγκτον στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις και στη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο. Ανάμεσα στα ζητήματα που τέθηκαν ήταν και η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, ο Great Sea Interconnector, για την οποία ο Αμερικανός υπουργός δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν δεσμευμένες στην επιτυχία του έργου και θα συμβάλουν διπλωματικά στην αντιμετώπιση των εμποδίων.
Η αναφορά αυτή είναι ασφαλώς θετική. Θα ήταν, ωστόσο, περισσότερο καθησυχαστική εάν συνοδευόταν από σαφέστερη αναφορά στην ουσία του προβλήματος: στην τουρκική αμφισβήτηση και στις προσπάθειες παρεμπόδισης της υλοποίησης του έργου.
Η επιλογή του Ρούμπιο να μην κατονομάσει την Τουρκία και να αναφερθεί γενικότερα σε «ευαίσθητες καταστάσεις» και στην ανάγκη διπλωματικής διαχείρισης μπορεί να ερμηνευθεί ως συνειδητή επιλογή χαμηλών τόνων. Αφήνει, όμως, ένα κρίσιμο ερώτημα: μέχρι πού μπορεί να φτάσει η πολιτική της ισορροπίας όταν η μία πλευρά αμφισβητεί εμπράκτως δικαιώματα που η άλλη θεωρεί ότι απορρέουν από το διεθνές δίκαιο;
Δεν είναι ελληνοτουρκική υπόθεση – είναι ευρωπαϊκό έργο
Το ερώτημα αυτό δεν αφορά μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αφορά πρωτίστως την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο Great Sea Interconnector δεν είναι ένα ακόμη διμερές ελληνοτουρκικό ζήτημα. Είναι ευρωπαϊκό έργο στρατηγικής σημασίας, ενταγμένο στα Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος της ΕΕ και με σημαντική ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Στόχος του είναι να τερματίσει την ηλεκτρική απομόνωση της Κυπριακής Δημοκρατίας και να τη συνδέσει με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό δίκτυο.
Η υλοποίησή του, επομένως, αφορά την ενεργειακή ασφάλεια, την ανθεκτικότητα και τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης. Γι’ αυτό και η τουρκική αντίδραση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται απλώς ως μία ακόμη «ευαισθησία» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Η αναθεωρητική στρατηγική της Άγκυρας
Η Άγκυρα, στο πλαίσιο της ευρύτερης αναθεωρητικής πολιτικής της, αμφισβητεί εδώ και χρόνια την έκταση των ελληνικών θαλάσσιων δικαιωμάτων και προωθεί στην Ανατολική Μεσόγειο διαφορετική αντίληψη για τις θαλάσσιες ζώνες και την επήρεια των ελληνικών νησιών. Η πολιτική αυτή, που αποτυπώνεται και στη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας», δεν περιορίζεται σε ρητορικές διακηρύξεις. Εκδηλώνεται και όταν η Ελλάδα επιχειρεί να ασκήσει δικαιώματα που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο.
Η υπόθεση του καλωδίου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η Τουρκία επιχειρεί να συνδέσει την υλοποίηση μιας ευρωπαϊκής ενεργειακής υποδομής με τις δικές της αντιλήψεις για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες στην περιοχή. Έτσι, ένα έργο που έχει αποφασιστεί και χρηματοδοτηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση κινδυνεύει να καταστεί πεδίο όπου η Τουρκία θα αποκτήσει de facto δυνατότητα παρεμπόδισης της υλοποίησής του.
Το κρίσιμο ζήτημα: ποιος έχει δικαίωμα veto;
Και αυτό είναι το σημείο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.
Κανένα κράτος δεν μπορεί να αποκτά, de facto, δικαίωμα veto στην άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο επειδή διαφωνεί μονομερώς με τη νομική θέση ενός άλλου κράτους.
Η Ελλάδα οφείλει ασφαλώς να επιδιώκει την ειρήνη, την αποκλιμάκωση και την καλή γειτονία με την Τουρκία. Μια σταθερή και προβλέψιμη ελληνοτουρκική σχέση είναι προς το συμφέρον και των δύο χωρών.
Όμως η καλή γειτονία προϋποθέτει αμοιβαιότητα.
Δεν μπορεί να σημαίνει ότι η Ελλάδα θα αυτοπεριορίζεται για να μην ενοχλεί την Τουρκία ούτε ότι οι μονομερείς τουρκικές αξιώσεις θα μετατρέπονται σε «ευαισθησίες» που η Αθήνα οφείλει διαρκώς να συνυπολογίζει.
Η αποκλιμάκωση είναι επιλογή ειρήνης. Η αυτοσυγκράτηση, όμως, δεν πρέπει να μετατρέπεται σε αυτοπεριορισμό.
Τι πρέπει να ζητήσει η Ελλάδα από τους συμμάχους
Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να αξιολογηθεί και η στάση των συμμάχων μας. Η δήλωση Ρούμπιο υπέρ του καλωδίου είναι θετική, αλλά η Ελλάδα δικαιούται να αναμένει από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση μεγαλύτερη σαφήνεια ως προς τη θεμελιώδη αρχή που διακυβεύεται: ότι τα ευρωπαϊκά έργα και τα δικαιώματα των κρατών-μελών δεν μπορούν να υπόκεινται σε μονομερείς απαγορεύσεις ή παρεμβάσεις τρίτων χωρών.
Δεν ζητείται από τους συμμάχους να υιοθετήσουν άκριτα κάθε ελληνική θέση.
Ζητείται να υπερασπιστούν τους κανόνες, το διεθνές δίκαιο.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ευθύνη της ελληνικής διπλωματίας: να μην επιτρέψει να μετατραπεί το ζήτημα του καλωδίου σε μια ακόμη ελληνοτουρκική διαφορά, στην οποία οι δύο πλευρές εμφανίζονται απλώς να έχουν διαφορετικές διεκδικήσεις.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να χρηματοδοτεί και να παρακολουθεί
Το ζήτημα είναι ευρύτερο.
Είναι ζήτημα διεθνούς δικαίου και ενεργειακής ασφάλειας. Είναι, τελικά, ζήτημα της ικανότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης να υλοποιεί τις στρατηγικές υποδομές που η ίδια αποφασίζει και χρηματοδοτεί, χωρίς η υλοποίησή τους να εξαρτάται από την αποδοχή τρίτων χωρών.
Εάν ένα κράτος μπορεί στην πράξη να δημιουργεί εμπόδια σε μια ευρωπαϊκή υποδομή χωρίς να διαθέτει σχετικό νομικό δικαίωμα, τότε το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την Ελλάδα και την Κύπρο. Αφορά την αξιοπιστία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Διάλογος με την Τουρκία, αλλά όχι διάλογος υπό όρους
Η Ελλάδα πρέπει να επιδιώκει τον διάλογο με την Τουρκία, αλλά ταυτόχρονα να καθιστά σαφές ότι ο διάλογος δεν μπορεί να αποτελεί μηχανισμό νομιμοποίησης μονομερών αξιώσεων.
Η ειρήνη δεν οικοδομείται με την εξίσωση του δικαίου με την αμφισβήτησή του.
Ο διάλογος έχει νόημα όταν οδηγεί σε κανόνες που γίνονται αποδεκτοί και από τις δύο πλευρές. Δεν μπορεί να σημαίνει ότι, προκειμένου να διατηρηθούν χαμηλοί τόνοι, η μία πλευρά αποκτά σταδιακά δυνατότητα να καθορίζει τι επιτρέπεται στην άλλη.
Το καλώδιο ως τεστ αξιοπιστίας
Το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου είναι, επομένως, κάτι πολύ περισσότερο από ένα ενεργειακό έργο. Είναι μια δοκιμασία για την αξιοπιστία της Ελλάδας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των συμμάχων της.
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να επιδιώκει την αποκλιμάκωση. Έχει όμως και κάθε δικαίωμα να απαιτεί σεβασμό των δικαιωμάτων που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο, εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων και απρόσκοπτη υλοποίηση ενός έργου στρατηγικής σημασίας.
Γιατί η πραγματική καλή γειτονία δεν οικοδομείται όταν ο ένας γείτονας αποφεύγει διαρκώς να ενοχλήσει τον άλλον.
Οικοδομείται όταν και οι δύο αποδέχονται τους ίδιους κανόνες.
* Δρ. Θωμάς Ν. Χατζηαθανασίου
Αντιπτέραρχος (Ι) εα
Επίτιμος Διοικητής Διοίκησης Αεροπορικής Εκπαίδευσης (ΔΑΕ)
Αν. Γραμματέας Τομέα Άμυνας ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής
Γεν. Γραμματέας ΔΣ Αεροπορικής Ακαδημίας Ελλάδος (Α.ΑΚ.Ε.)
Αντιπρόεδρος Ελληνικής MENSA



































