Η κυβέρνηση στη Βρετανία δεν προτίθεται να προχωρήσει σε αλλαγή της νομοθεσίας που εμποδίζει την οριστική επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα στην Ελλάδα, παρά τις διακομματικές παρεμβάσεις που διατυπώθηκαν στη Βουλή των Λόρδων υπέρ της επανένωσής τους στην Αθήνα.
Η υφυπουργός Πολιτισμού, βαρόνη Τουάικρος, ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει σχεδιασμός για σχετική νομοθετική πρωτοβουλία από την κυβέρνηση στη Βρεταία, παραπέμποντας στις διαπραγματεύσεις μεταξύ του Βρετανικού Μουσείου και της ελληνικής πλευράς για μια ενδεχόμενη συμφωνία δανεισμού για τα Γλυπτά του Παρθενώνα, με πιθανό πρότυπο την περίπτωση της Ταπισερί της Μπαγιέ.
Το θέμα επανάφερε την Τρίτη (03/11/2026) ο ανεξάρτητος κόμης του Κλάνκαρτι, ζητώντας να πληροφορηθεί εάν η βρετανική κυβέρνηση έχει εξετάσει προτάσεις που θα επέτρεπαν την οριστική επιστροφή των Γλυπτών στην ελληνική πρωτεύουσα.
Απαντώντας, η Τουάικρος ανέφερε ότι δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία σχετική αξιολόγηση.
Ακόμη τόνισε ότι η τροποποίηση του νόμου περί Βρετανικού Μουσείου του 1963 δεν περιλαμβάνεται στο κυβερνητικό νομοθετικό πρόγραμμα.
«Η κυβέρνηση δεν έχει σχέδια να αλλάξει τον νόμο ή να εισαγάγει νομοθεσία που θα επέτρεπε τη μόνιμη επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Το νομοθετικό εμπόδιο και η πρόταση για δανεισμό
Ο νόμος του 1963 απαγορεύει στο Βρετανικό Μουσείο να απομακρύνει οριστικά αντικείμενα από τις συλλογές του, προβλέποντας περιορισμένες εξαιρέσεις για διπλά εκθέματα ή αντικείμενα που κρίνονται ακατάλληλα για διατήρηση.
Ειδικές νομοθετικές προβλέψεις επιτρέπουν, επίσης, την επιστροφή ορισμένων αντικειμένων που λεηλατήθηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο, καθώς και ανθρώπινων λειψάνων ηλικίας μικρότερης των 1.000 ετών.
Η υφυπουργός διευκρίνισε ότι το Βρετανικό Μουσείο λειτουργεί ανεξάρτητα από την κυβέρνηση, ωστόσο δεσμεύεται από τους περιορισμούς της ισχύουσας νομοθεσίας.
Στο μεταξύ, ο πρόεδρος του Βρετανικού Μουσείου, Τζορτζ Όσμπορν, συνεχίζει τις επαφές για μια πιθανή συμφωνία μακροχρόνιου δανεισμού των Γλυπτών στην Ελλάδα, με αντάλλαγμα την περιοδική παρουσίαση σημαντικών ελληνικών αρχαιοτήτων στη Βρετανία.
Το σημαντικότερο εμπόδιο στις διαπραγματεύσεις αφορά το ζήτημα της κυριότητας. Το Βρετανικό Μουσείο φέρεται να θέτει ως προϋπόθεση την αναγνώριση της ιδιοκτησίας του επί των Γλυπτών, καθώς και τη δέσμευση της ελληνικής πλευράς για την επιστροφή τους μετά τη λήξη του δανεισμού.
Πρόκειται για όρους που δεν αποδέχεται η Αθήνα.
Η Ταπισερί της Μπαγιέ ως πιθανό μοντέλο συμφωνίας
Ιδιαίτερη αναφορά στη συζήτηση έγινε στην Ταπισερί της Μπαγιέ, το ιστορικό γαλλικό έργο που πρόκειται να παραχωρηθεί προσωρινά στη Βρετανία και το οποίο παρουσιάζεται ως πιθανό πρότυπο για μια αντίστοιχη διευθέτηση με την Ελλάδα.
Ο Φιλελεύθερος Δημοκράτης λόρδος Άντινγκτον έθεσε το ερώτημα εάν η κυβέρνηση θα διέθετε κοινοβουλευτικό χρόνο για την προώθηση νομοθετικής αλλαγής, στην περίπτωση που επιτυγχανόταν συμφωνία με την ελληνική πλευρά.
Η Τουάικρος απάντησε ότι δεν υπάρχει ακόμη τέτοια συμφωνία και ότι το Βρετανικό Μουσείο «εργάζεται πολύ εντατικά προκειμένου να βρει μια διευθέτηση εντός του υφιστάμενου νομικού πλαισίου».
Πρόσθεσε ότι ο διευθυντής του Μουσείου έχει αναφέρει τον δανεισμό της Ταπισερί ως πιθανό μοντέλο, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η κυβέρνηση θα στήριζε μια συμφωνία που θα γινόταν αποδεκτή «από τους Έλληνες υπουργούς και τον ελληνικό λαό».
Ωστόσο, η συζήτηση απέκτησε διαφορετική διάσταση όταν ο ανεξάρτητος λόρδος Ρίκετς ζήτησε διαβεβαιώσεις ότι η Ταπισερί θα επιστραφεί στη Γαλλία μετά την ολοκλήρωση του δανεισμού της.
Η απάντηση της υφυπουργού ήταν κατηγορηματική:«Δεν υπάρχει απολύτως καμία πρόθεση, και θα έπρεπε να περάσουν πάνω από το πτώμα μου, να προσπαθήσουμε να κρατήσουμε την Ταπισερί της Μπαγιέ σε αυτή τη χώρα».
Η τοποθέτηση ανέδειξε την αντίθεση ανάμεσα στις δύο υποθέσεις: στην περίπτωση του γαλλικού έργου, η επιστροφή του στη χώρα προέλευσής του θεωρείται δεδομένη, ενώ για τα Γλυπτά του Παρθενώνα η βρετανική πλευρά εξακολουθεί να συζητά το ενδεχόμενο προσωρινής παραχώρησης.
«Αν η Γκερνίκα κοβόταν σε κομμάτια»
Στη διάρκεια της συζήτησης, ο κόμης του Κλάνκαρτι έθεσε και το ζήτημα της καλλιτεχνικής ενότητας του Παρθενώνα, υποστηρίζοντας ότι η επανένωση των Γλυπτών δεν αφορά μόνο νομικές ή εθνικές διεκδικήσεις, αλλά και την προστασία της πολιτιστικής τους συνοχής.
«Εάν η “Γκερνίκα” του Πικάσο κοβόταν σε κομμάτια και εκτίθετο σε διαφορετικά μουσεία, θα ξεσηκωνόταν τεράστια κατακραυγή για την επανένωσή της. Δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίσουμε με τον ίδιο τρόπο και το αριστούργημα του Φειδία;», διερωτήθηκε.
Ο ίδιος πρότεινε μια περιορισμένη τροποποίηση του νόμου, η οποία θα έδινε στο Βρετανικό Μουσείο τη δυνατότητα να αποφασίσει αυτοτελώς για την οριστική επιστροφή των Γλυπτών.
Αιχμηρή ήταν και η παρέμβαση της Εργατικής βαρόνης Τσακραμπάρτι, η οποία αμφισβήτησε τη λογική μιας συμφωνίας δανεισμού.
«Εάν κάποιος είχε αρπάξει ορισμένα από τα Κοσμήματα του Στέμματος, δεν νομίζω ότι θα ήμασταν τόσο ευχαριστημένοι με μια συμφωνία δανεισμού», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στον αντίποδα, ο Συντηρητικός υποκόμης Χέιλσαμ προειδοποίησε ότι μια ενδεχόμενη επιστροφή θα μπορούσε να δημιουργήσει «ένα εξαιρετικά ατυχές προηγούμενο», δεδομένου ότι τα βρετανικά μουσεία διαθέτουν μεγάλο αριθμό αντικειμένων που αποκτήθηκαν από άλλες χώρες, συχνά, όπως είπε, «υπό μάλλον αμφίβολες συνθήκες».
Από την πλευρά του, ο Εργατικός λόρδος Νταμπς ζήτησε διευκρινίσεις για το κατά πόσο απαιτείται νέα νομοθετική ρύθμιση προκειμένου να καταστεί δυνατή η επιστροφή, με την υφυπουργό να επαναλαμβάνει ότι ισχύουν οι υφιστάμενοι περιορισμοί.
Οι παρεμβάσεις υπέρ της ελληνικής θέσης και του Μουσείου της Ακρόπολης
Υπέρ της ελληνικής διεκδίκησης τοποθετήθηκε και η βαρόνη Τζόουνς του Μούλσκομπ, μέλος των Πρασίνων και πρώην αρχαιολόγος, η οποία επισήμανε ότι τα Γλυπτά αποκτήθηκαν από τις οθωμανικές αρχές και όχι από το ελληνικό κράτος.
«Έχω επισκεφθεί τον Παρθενώνα και υπάρχουν ορισμένα εμφανώς γυμνά σημεία, όπου θα έπρεπε να βρίσκονται τα Γλυπτά», σημείωσε.
Η Φιλελεύθερη Δημοκράτισσα βαρόνη Χουσεΐν-Ετζέ υπενθύμισε ότι η Ελλάδα διεκδικεί την επιστροφή τους εδώ και δεκαετίες, έχοντας μάλιστα δημιουργήσει ειδικά το Μουσείο της Ακρόπολης, ώστε να μπορούν να φιλοξενηθούν κοντά στον αρχικό τους χώρο.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι το Βρετανικό Μουσείο διαθέτει σημαντικό αριθμό αντικειμένων στις αποθήκες του, τα οποία θα μπορούσαν να εκτεθούν στη θέση των Γλυπτών.
Η ελληνική διεκδίκηση συνδέεται με την απομάκρυνσή τους από την Ακρόπολη στις αρχές του 19ου αιώνα από τον Τόμας Μπρους, έβδομο κόμη του Έλγιν, ο οποίος υποστήριζε ότι είχε εξασφαλίσει σχετική άδεια από τις οθωμανικές αρχές.
Η ελληνική πλευρά αμφισβητεί τη νομιμότητα της διαδικασίας και ζητά την επανένωση των Γλυπτών στον φυσικό και ιστορικό τους χώρο.
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει παρομοιάσει στο παρελθόν τον διαχωρισμό των Γλυπτών με το ενδεχόμενο να κοπεί η «Μόνα Λίζα» στα δύο.
Η στάση της κυβέρνησης και το αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις
Ιδιαίτερη πολιτική σημασία αποκτά η άρνηση της κυβέρνησης να εξετάσει νομοθετική αλλαγή, καθώς ο σημερινός πρωθυπουργός, Άντι Μπέρναμ, είχε υποστηρίξει στο παρελθόν την επιστροφή των Γλυπτών χωρίς όρους, συμμετέχοντας μάλιστα σε πρωτοβουλία για την τροποποίηση του νόμου του 1963.
Μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας, ωστόσο, παρέπεμψε την ευθύνη για τις σχετικές αποφάσεις στο Βρετανικό Μουσείο, χωρίς να αναλάβει συγκεκριμένη δέσμευση για νομοθετική παρέμβαση.
Η Τουάικρος επιχείρησε να διατηρήσει ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας με την Αθήνα, υπογραμμίζοντας ότι Ελλάδα και Βρετανία διατηρούν «μια πραγματικά ισχυρή σχέση, θεμελιωμένη σε κοινές αξίες και ιστορία».
Παρά τις διακομματικές παρεμβάσεις στη Βουλή των Λόρδων, το Λονδίνο δεν εμφανίζεται διατεθειμένο να άρει το νομοθετικό εμπόδιο που εμποδίζει την οριστική επιστροφή των Γλυπτών. Την ίδια στιγμή, η Αθήνα εξακολουθεί να απορρίπτει οποιαδήποτε συμφωνία προϋποθέτει την αναγνώριση της βρετανικής κυριότητας.
Το αποτέλεσμα είναι να παραμένει ανοιχτό το χάσμα μεταξύ των δύο πλευρών, με τη λύση του δανεισμού να αποτελεί τη βασική επιλογή που προωθεί το Βρετανικό Μουσείο, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει εξασφαλίσει τη συναίνεση της ελληνικής πλευράς.































