Αποκαλυπτικά είναι τα αποτελέσματα της έρευνας PISA, που δημοσιεύθηκαν σήμερα, Τρίτη (08.09.2026) για τις επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών και των μαθητριών, καθώς όπως διαπιστώθηκε σχεδόν ένας στους δύο έχει δυσκολίες στην κατανόηση κειμένου, ενώ πάνω από το 40% αντιμετωπίζει προβλήματα στα Μαθηματικά και τη Φυσική.
Στην έρευνα της PISA διαπιστώθηκε μια συνολικότερη πτώση των επιδόσεων των μαθητών στα μαθήματα αυτά ακόμη και σε εκπαιδευτικά συστήματα που παραδοσιακά παρουσίαζαν εξαιρετικά αποτελέσματα, όπως η Φινλανδία, η Εσθονία και Ιρλανδία. Συγκεκριμένα στην Ελλάδα, οι μαθητές και οι μαθήτριες σημείωσαν πτώση 6 μονάδων στα Μαθηματικά, 7 μονάδων στις Φυσικές Επιστήμες και 16 μονάδων.
Τα αποτελέσματα της έρευνας PISA 2025, ανακοινώθηκαν σήμερα παρουσία της Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων & Αθλητισμού, Σοφίας Ζαχαράκη από τον Εθνικό συντονιστή του προγράμματος PISA στην Ελλάδα, Καθηγητή Κώστα Δημόπουλο, ταυτόχρονα με την παρουσίαση από τον Andreas Schleicher, Διευθυντή Εκπαίδευσης και Δεξιοτήτων του ΟΟΣΑ στο Παρίσι.
Στην ανάλυση και συζήτηση των αποτελεσμάτων η οποία πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά στο Υπουργείο Παιδείας, παρουσία της ηγεσίας του ΥΠΑΙΘΑ, παραβρέθηκαν ο Γ.Γ. Αβάθμιας και Ββάθμιας Εκπαίδευσης & Ειδικής Αγωγής, Γ.Παπαδομαρκάκης και ο Αντιπρόεδρος του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, Κ.Λολίτσας.
Στην έρευνα PISA 2025 συμμετείχαν 765.000 μαθητές/τριες, εκπροσωπώντας συνολικά 33εκ. μαθητές/τριες από 91 χώρες, δηλαδή δέκα επιπλέον χώρες σε σχέση με την έρευνα PISA 2022. Αξιολογήθηκαν στις Φυσικές Επιστήμες (αντικείμενο εστίασης), στην Κατανόηση Κειμένου, στα Μαθηματικά και (για πρώτη φορά) στην Επίλυση Προβλημάτων σε Ψηφιακά Περιβάλλοντα (Computational Problem Solving).
Επίσης, σε 22 χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, αξιολογήθηκε η ικανότητα των μαθητών/τριών στα Αγγλικά (τα αποτελέσματα για αυτό το πεδίο θα ανακοινωθούν το Μάϊο του 2027).
Στην Ελλάδα συμμετείχαν 6.858 μαθητές/τριες από 229 σχολεία, καλύπτοντας το 95% του πληθυσμού-στόχου (101.850 μαθητές/τριες), το υψηλότερο μέχρι σήμερα ποσοστό από το 2000. Η χώρα συμμετείχε αυτήν τη φορά στην έρευνα με καλύτερους όρους σε σχέση με το παρελθόν.
Τα αποτελέσματα
Οι επιδόσεις των 15χρονων μαθητών/τριών στις Φυσικές Επιστήμες, τα Μαθηματικά και την Κατανόηση Κειμένου διεθνώς ήταν οι χαμηλότερες από την έναρξη της έρευνας PISA (2000), με σημαντική πτώση, ιδιαίτερα στην Κατανόηση Κειμένου, ακόμη και σε παραδοσιακά ισχυρά εκπαιδευτικά συστήματα (π.χ. Φινλανδία, Εσθονία και Ιρλανδία στην Ευρώπη, Κορέα, Σιγκαπούρη και Χόνγκ-Κόνγκ στην Ασία).
Σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο οι επιδόσεις των μαθητών/τριών στην Ελλάδα σημείωσαν μικρότερη πτώση στα Μαθηματικά, και παραπλήσια πτώση στην Κατανόηση Κειμένου και στις Φυσικές Επιστήμες σε σχέση με την αντίστοιχη πτώση στο μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια η χώρα ανακόπτει μια διαρκή πορεία απόκλισής της από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ και της Ε.Ε.27. Στα Μαθηματικά μάλιστα φαίνεται να υπάρχει μια σαφής τάσης σύγκλισης.

Γράφημα: Μέση απόκλιση ανά κύκλο της Ελλάδας από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ για την περίοδο 2009-2022 και 2022-25 (σε μονάδες επίδοσης PISA)
Σημείωση: Οι αποκλίσεις με θετικό πρόσημο σημαίνουν αύξησης της απόστασης της επίδοσης των μαθητών/τριων στην Ελλάδα από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ ενώ οι αποκλίσεις με αρνητικό πρόσημο σημαίνουν μείωση της σχετικής απόστασης.
Ειδικότερα οι μαθητές/τριες στην Ελλάδα σημείωσαν πτώση 6 μονάδων στα Μαθηματικά (έναντι πτώσης 11 μονάδων στον ΟΟΣΑ-23 και 12 μονάδων στην ΕΕ27), 7 μονάδων στις Φυσικές Επιστήμες (έναντι πτώσης 5 μονάδων στον ΟΟΣΑ-23 και 5 μονάδων στην ΕΕ27) και 16 μονάδων (έναντι πτώσης 16 μονάδων στον ΟΟΣΑ-23 και 18 μονάδων στην ΕΕ27). Γενικότερα, οι επιδόσεις των μαθητών/τριών στην Ελλάδα σημείωσαν μικρότερη πτώση από ό,τι παραδοσιακά πολύ ισχυρές εκπαιδευτικά χώρες όπως (ενδεικτικά) η Φιλανδία, η Δανία, η Σουηδία, η Νορβηγία, η Ισπανία, η Ιρλανδία, το Ισραήλ, το Χόνγκ-Κόνγκ, κ.ά..
Αναφορικά με το αντικείμενο της Επίλυσης Προβλημάτων σε Ψηφιακά Περιβάλλοντα, το οποίο εξετάστηκε για πρώτη φορά το 2025, οι μαθητές στην Ελλάδα είχαν μέση επίδοση 461 μονάδες έναντι 500 μονάδων κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ, καταλαμβάνοντας την 47η θέση ανάμεσα σε 91 χώρες.
Καταγράφονται μεγάλες διαφοροποιήσεις μεταξύ σχολείων. Στα επιμέρους αντικείμενα περίπου 38 σχολεία, εκ των οποίων 32 δημόσια (περίπου 1 στα 6 σχολεία του δείγματος), πέτυχαν επιδόσεις από πολύ υψηλότερες έως κοντά στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Η επίδραση των κοινωνικο-οικονομικών ανισοτήτων στις επιδόσεις είναι στην Ελλάδα σχετικά μικρότερη, κυρίως επειδή οι επιδόσεις είναι συνολικά συμπιεσμένες σε χαμηλότερα επίπεδα. Παράλληλα, οι επιδόσεις επιβαρύνονται από το γεγονός ότι οι μαθητές/τριες μεταναστευτικού υπόβαθρου προέρχονται συχνά από χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα και σε ποσοστό άνω του 50% δεν μιλούν ελληνικά στο σπίτι.
Οι μαθητές/τριες στην Ελλάδα εμφανίζουν γενικά αρνητικότερες στάσεις απέναντι στη μάθηση από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, κυρίως ως προς την περιέργεια, την επιμονή, την αυτορρύθμιση και τη γνωστική προσαρμοστικότητα. Αντίθετα, διαθέτουν σε μεγαλύτερο βαθμό την πεποίθηση ότι οι ικανότητες και οι δεξιότητές τους μπορούν να αναπτυχθούν μέσω προσπάθειας, μάθησης και επιμονής (growth mindset), καλύτερη στοχοθεσία και συνεπέστερο προγραμματισμό της προσπάθειάς τους.
Ευνοϊκότερες στάσεις καταγράφονται κυρίως στα κορίτσια, στους γηγενείς μαθητές και σε μαθητές ΓΕΛ, ιδιωτικών και κοινωνικοπολιτισμικά προνομιούχων σχολείων, με τις σχετικές διαφορές να είναι εντονότερες στην Ελλάδα από ό,τι στον ΟΟΣΑ. Τέλος οι μαθητές/τριες εκφράζουν μεικτές απόψεις για την αξία και τη συνεισφορά του σχολείου στη μελλοντική τους προοπτική.
Στην Ελλάδα οι μαθητές/τριες περιγράφουν ένα λιγότερο υποστηρικτικό και γνωστικά ενισχυτικό μαθησιακό περιβάλλον σε σχέση με τις χώρες του ΟΟΣΑ: αναφέρουν μικρότερη υποστήριξη από τους/τις εκπαιδευτικούς, περιορισμένη χρήση διδακτικών τεχνικών γνωστικής τους ενεργοποίησης κατά τη διάρκεια των μαθημάτων και μικρότερη αξιοποίηση ψηφιακών τεχνολογιών και ΤΝ στο σχολείο.
Σε σχέση με τον ΟΟΣΑ, σύμφωνα με τις σχετικές δηλώσεις των ίδιων των μαθητών, το σχολικό κλίμα στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από συχνότερες συμπεριφορές χαμηλής παραβατικότητας, όπως προβλήματα πειθαρχίας, απουσίες και καθυστερήσεις, οι οποίες μάλιστα έχουν επιδεινωθεί την τελευταία δεκαετία.
Αντίθετα, τα σοβαρότερα περιστατικά παραβατικότητας παραμένουν λιγότερα από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ ενώ ο σχολικός εκφοβισμός κινείται σε παρόμοια επίπεδα με τον αντίστοιχο μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Ωστόσο, γενικότερα και σε σχέση με το 2022, στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί το αίσθημα ασφάλειας των μαθητών και το αίσθημα του ανήκειν στο σχολείο.
Σύμφωνα με τις δηλώσεις των ίδιων των μαθητών, το μέτρο της απαγόρευσης των κινητών στα σχολεία έχει λειτουργήσει, καθώς σε σχέση με το 2022 είναι πολύ αυξημένα τα ποσοστά των μαθητών που δηλώνουν ότι δεν τα χρησιμοποιούν καθόλου ή τα χρησιμοποιούν πολύ λίγο στα σχολεία.
Παρά τους μαζικούς διορισμούς εκπαιδευτικών κατά τα τελευταία χρόνια, οι διευθυντές/ντριες στην Ελλάδα αναφέρουν εντονότερες ελλείψεις προσωπικού από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ιδίως σε κοινωνικά ευάλωτες και σχολικές μονάδες της περιφέρειας. Ωστόσο, δεδομένης της χαμηλότερης αναλογίας μαθητών ανά εκπαιδευτικό και του μικρότερου μεγέθους τάξης στην Ελλάδα από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ, το πρόβλημα φαίνεται να αφορά κυρίως την κατανομή, τη διαχείριση και την αξιοποίηση του προσωπικού και λιγότερο τη συνολική αριθμητική του επάρκεια.
Παρότι σύμφωνα με τις δηλώσεις των διευθυντών τα σχολεία στην Ελλάδα εξακολουθούν να υστερούν σε υλικοτεχνικές υποδομές και ψηφιακό εξοπλισμό έναντι του ΟΟΣΑ, μετά το 2018 καταγράφεται σημαντική βελτίωση, ιδιαίτερα στον ψηφιακό εξοπλισμό. Ενδεικτικά, οι διαθέσιμοι Η/Υ ανά πλήθος μαθητών για εκπαιδευτική χρήση αυξήθηκαν την περίοδο 2018–2025, με σχεδόν διπλάσιο ρυθμό βελτίωσης από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Οι μαθητές/τριες στην Ελλάδα αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στη μελέτη και στην εξωσχολική υποστήριξη, εμφανίζουν παρόμοια επίπεδα ικανοποίησης από τη ζωή και δηλώνουν ισχυρότερη οικογενειακή υποστήριξη συγκριτικά με τους αντίστοιχους μέσους όρους του ΟΟΣΑ. Παράλληλα, χρησιμοποιούν λίγο περισσότερο τις ψηφιακές συσκευές για ψυχαγωγία, αν και ο χρόνος ενασχόλησής τους με αυτές σε σχέση με το 2022 έχει μειωθεί.
Τέλος, οι μαθητές/τριες στην Ελλάδα εμφανίζουν υψηλότερες εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προσδοκίες για το μέλλον και παρόμοια αισιοδοξία στην προοπτική ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας σε σύγκριση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Ωστόσο, στην Ελλάδα οι σχετικές προσδοκίες διαφοροποιούνται εντονότερα ανάλογα με το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο, τη μεταναστευτική προέλευση, τον τύπο εκπαίδευσης και τον δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα του σχολείου.
Συμπέρασμα
Η συνολική εικόνα για τη χώρα είναι μεικτή αλλά με σαφείς ενδείξεις σταθεροποίησης: ανακόπτεται η πολυετής διεύρυνση της απόστασης από τον ΟΟΣΑ και την Ε.Ε.27 και σε ορισμένα πεδία, ιδίως στα Μαθηματικά, υπάρχει σαφής τάση σύγκλισης. Παράλληλα βελτιώνονται οι ψηφιακές υποδομές, το αίσθημα ασφάλειας και του ανήκειν, εμπεδώνεται και διευρύνεται η κουλτούρα αξιολόγησης και λογοδοσίας στο εκπαιδευτικό μας σύστημα, ενώ παράλληλα οι μαθητές εκφράζουν υψηλές εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προσδοκίες σχετικά με το μέλλον τους.
Τόσο η ευρύτερη εκπαιδευτική πολιτική της χώρας τα τελευταία χρόνια όσο και η προσπάθεια αναβάθμισης των όρων συμμετοχής της έρευνας στην έρευνα PISA έχουν ορατό αποτέλεσμα. Φυσικά δεν έχουν εκλείψει τα δομικά προβλήματα του εκπαιδευτικού συστήματος, όπως αυτά έχουν αναδειχθεί άλλωστε και σε όλους τους προηγούμενους κύκλους της έρευνας. Η χώρα υστερεί ακόμα σημαντικά στις επιδόσεις των μαθητών/τριών της έναντι του μέσου όρου του ΟΟΣΑ.
Παράλληλα, σημαντικά υψηλότερο ποσοστό μαθητών/τριών στην Ελλάδα (40,9% στις Φ.Ε., 43,8% στην Κατανόηση Κειμένου και 49,5% στα Μαθηματικά) τελειώνει την υποχρεωτική εκπαίδευση χωρίς να διαθέτει το βασικό επίπεδο λειτουργικού εγγραμματισμού, το οποίο απαιτείται ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της καθημερινότητας, κατανοώντας απλά φαινόμενα, το νόημα απλών κειμένων και κάνοντας απλούς μαθηματικούς συλλογισμούς και πράξεις.
Ωστόσο, τα βασικά ζητήματα/προκλήσεις αφορούν πλέον λιγότερο την αριθμητική επάρκεια πόρων και περισσότερο την αποτελεσματική αξιοποίησή τους: καλύτερη κατανομή του προσωπικού, ενίσχυση της ποιότητας της διδασκαλίας και της γνωστικής ενεργοποίησης των μαθητών, ουσιαστικότερη αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών και της ΤΝ, βελτίωση της πειθαρχίας και της μαθητικής εμπλοκής, καθώς και στοχευμένη στήριξη μεταναστευτικών και κοινωνικά ευάλωτων ομάδων.
Κεντρική πρόκληση, συνεπώς, είναι η μετατροπή των διαθέσιμων ανθρώπινων και υλικών πόρων σε καλύτερες μαθησιακές εμπειρίες, υψηλότερες επιδόσεις και μικρότερες ανισότητες.
Η χώρα, επενδύοντας τα επόμενα χρόνια σε δρομολογημένες μεταρρυθμίσεις όπως είναι το Εθνικό Απολυτήριο, η εφαρμογή των νέων Προγραμμάτων Σπουδών και του συστήματος του Πολλαπλού Βιβλίου, η περαιτέρω ψηφιακή σύγκλιση και, κυρίως, συνεχίζοντας και επεκτείνοντας την προσπάθεια αναβάθμισης της λογικής PISA στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, μπορεί βάσιμα να ελπίζει ότι οι πρώτες θετικές ενδείξεις που προέκυψαν στην έρευνα PISA 2025 θα είναι ακόμα περισσότερο ορατές στον επόμενο κύκλο της έρευνας το 2029.































