Σταδιακή εδραίωση των διατακτικών και καρτών σίτισης ως εργαλείου ενίσχυσης του εισοδήματος των εργαζομένων παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, όπως δείχνουν τα στοιχεία έρευνας του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ και της Edenred.
Όπως αναδεικνύεται από τη σχετική έρευνα, το 23,1% των εργαζομένων λαμβάνει παροχή σίτισης από τον εργοδότη του, ενώ το 71,3% των επιχειρήσεων που δεν προσφέρουν τη συγκεκριμένη παροχή δηλώνει ότι θα επανεξέταζε τη στάση του εφόσον θεσπίζονταν πρόσθετα φορολογικά κίνητρα.
Η έρευνα δείχνει ότι σχεδόν ένας στους τέσσερις εργαζόμενους (23,1%) λαμβάνει παροχή σίτισης είτε τακτικά είτε περιστασιακά, ενώ για τη συντριπτική πλειονότητα όσων τη λαμβάνουν (87,5%) το ποσό κινείται κάτω από το ισχύον αφορολόγητο όριο. Παράλληλα, το 46,7% των δικαιούχων λαμβάνει την παροχή για περισσότερα από τρία χρόνια και το 42,4% για διάστημα από ένα έως τρία έτη.
Οι διατακτικές και οι κάρτες σίτισης χρησιμοποιούνται κυρίως για αγορές σε σούπερ μάρκετ, καθώς το 95,7% των εργαζομένων τις αξιοποιεί για τον συγκεκριμένο σκοπό. Το 92,4% δαπανά εκεί το μεγαλύτερο μέρος του ποσού της παροχής, ενώ το 89,7% πραγματοποιεί στα σούπερ μάρκετ τη συχνότερη χρήση της. Επιπλέον, το 64,7% των εργαζομένων εξαντλεί το διαθέσιμο ποσό μέσα στις πρώτες δέκα ημέρες από τη χορήγησή του.
Η παροχή σίτισης αξιολογείται ως αρκετά ή πολύ σημαντική από το 73,4% των εργαζομένων που τη λαμβάνουν. Περισσότεροι από τους μισούς (52,7%) θεωρούν ότι τους επιτρέπει να διαθέτουν περισσότερα χρήματα για αγορές τροφίμων, ενώ το 50% δηλώνει ότι συμβάλλει στη μείωση του άγχους για την κάλυψη των σχετικών δαπανών. Παράλληλα, το 55,4% τη χαρακτηρίζει πρακτική λύση για την καθημερινή διατροφή.
Σε περίπτωση διπλασιασμού του ποσού της παροχής, το 50,5% των εργαζομένων δηλώνει ότι θα αγόραζε περισσότερες πρώτες ύλες για την παρασκευή γευμάτων στο σπίτι, ενώ το 33,7% ότι θα μπορούσε να καλύπτει καθημερινά ένα γεύμα χωρίς ανησυχία για την εξάντληση του ποσού. Αντίθετα, ενδεχόμενη διακοπή της παροχής θα οδηγούσε το 36,4% σε περιορισμό άλλων δαπανών και το 34,2% σε μείωση των δαπανών για αγορά τροφίμων.
Η έρευνα καταγράφει ακόμη ότι το 66,3% των εργαζομένων συνεχίζει να επιλέγει επιχειρήσεις του ίδιου δικτύου ακόμη και μετά την εξάντληση του ποσού της διατακτικής ή της κάρτας. Το 52,2% δηλώνει ότι γνωρίζει τον θεσμό της παροχής σίτισης, ωστόσο το 73,1% αναφέρει ότι δεν γνωρίζει το φορολογικό πλαίσιο που τον διέπει.
Μεταξύ όσων δεν λαμβάνουν σήμερα παροχή σίτισης, το 40,2% εκτιμά ότι θα είχε περισσότερα χρήματα διαθέσιμα για άλλες δαπάνες, ενώ το 33,3% θεωρεί ότι θα αντιμετώπιζε λιγότερες δυσκολίες μέχρι το τέλος του μήνα. Συνολικά, το 66% των εργαζομένων αξιολογεί θετικά τον θεσμό, ενώ το 73,2% δηλώνει ευαισθητοποιημένο σε θέματα ισορροπημένης διατροφής και το 81,2% σε θέματα σπατάλης τροφίμων.
Σε επίπεδο επιχειρήσεων, το 40,4% χορηγεί κάποια μορφή πρόσθετης παροχής στο προσωπικό του. Από αυτές, το 70,8% παρέχει σίτιση και το 59,4% χρησιμοποιεί διατακτικές ή κάρτες σίτισης. Στις περισσότερες περιπτώσεις η συγκεκριμένη παροχή χορηγείται εδώ και περισσότερα από τρία χρόνια (51,7%), ενώ το συνηθέστερο μηνιαίο ποσό κυμαίνεται μεταξύ 101 και 132 ευρώ 45%.
Βασικοί λόγοι χορήγησης της παροχής είναι η στήριξη της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων (62,5%), τα φορολογικά οφέλη (54,2%), η διατήρηση προσωπικού (40%) και η ενίσχυση της εταιρικής κουλτούρας και της κοινωνικής ευθύνης (39,2%). Το 77,5% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι η φορολογική μεταχείριση της παροχής επηρέασε σημαντικά την απόφασή του να την υιοθετήσει.
Παράλληλα, το 79,2% των επιχειρήσεων εκτιμά ότι η παροχή σίτισης βελτιώνει την ικανοποίηση των εργαζομένων, ενώ το 67,5% θεωρεί ότι λειτουργεί ως παράγοντας προσέλκυσης ή και διατήρησης προσωπικού. Για τις επιχειρήσεις που δεν χορηγούν σήμερα παροχή σίτισης, κυριότεροι λόγοι είναι η έλλειψη ενημέρωσης για τον θεσμό (32,8%), οι οικονομικοί περιορισμοί (27,3%) και η παροχή άλλων ωφελημάτων προς το προσωπικό (25,3%).
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το 71,3% των επιχειρήσεων που δεν χορηγούν παροχή σίτισης δηλώνει ότι θα επανεξέταζε τη στάση του εφόσον θεσπίζονταν πρόσθετα φορολογικά κίνητρα. Παράλληλα, το 91,7% των επιχειρήσεων που ήδη παρέχουν τη συγκεκριμένη παροχή αντιμετωπίζει θετικά ή μάλλον θετικά το ενδεχόμενο αύξησης του σχετικού ποσού.
Ωστόσο, η ενημέρωση γύρω από τον θεσμό παραμένει περιορισμένη, καθώς το 34,9% των επιχειρήσεων δηλώνει πλήρη άγνοια και το 21,2% ελλιπή γνώση του πλαισίου λειτουργίας του. Παρά ταύτα, το 51,7% αξιολογεί θετικά ή μάλλον θετικά τις διατακτικές και κάρτες σίτισης ως εργαλείο στήριξης εργαζομένων και επιχειρήσεων.
Στον κλάδο τροφίμων και εστίασης, το 17,9% των επιχειρήσεων αποδέχεται διατακτικές ή κάρτες σίτισης ως μέσο πληρωμής, ενώ ένα επιπλέον 21,1% εξετάζει το ενδεχόμενο να τις αποδεχθεί στο μέλλον. Για το 70,5% των επιχειρήσεων που τις αποδέχονται, οι συναλλαγές μέσω αυτών αντιστοιχούν σε έως 5% του συνολικού τζίρου τους. Επιπλέον, το 18,2% αναφέρει αύξηση του κύκλου εργασιών, το 47,8% αύξηση της μέσης δαπάνης των πελατών, το 54,6% διεύρυνση του πελατολογίου, το 59,2% μεγαλύτερη σταθερότητα της πελατειακής βάσης και το 50% ενίσχυση της προβολής της επιχείρησης.
Τέλος, το 59,1% των επιχειρήσεων που αποδέχονται τις συγκεκριμένες παροχές χαρακτηρίζει υψηλές ή πολύ υψηλές τις σχετικές προμήθειες, ενώ μεταξύ όσων δεν τις αποδέχονται κυριότεροι λόγοι είναι η ελλιπής ενημέρωση (34,9%), η περιορισμένη ζήτηση από τους πελάτες (27,8%) και οι προμήθειες των παρόχων (14,1%).
































