Αντιμέτωποι με λανθασμένες κτηματολογικές εγγραφές βρίσκονται χιλιάδες ιδιοκτήτες ακινήτων σε ολόκληρη τη χώρα, παρά το γεγονός ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης υπέβαλαν όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά ή ακόμη και δικαιώθηκαν από αρμόδιες επιτροπές ενστάσεων και δασικές υπηρεσίες. Σε πολλές περιπτώσεις, οι σχετικές αποφάσεις δεν ενσωματώθηκαν ποτέ στα στοιχεία του Κτηματολογίου, με αποτέλεσμα οι πολίτες να καλούνται σήμερα να διορθώσουν προβλήματα που δεν δημιούργησαν οι ίδιοι.
Το βασικό ερώτημα που ανακύπτει αφορά το ποιος επωμίζεται το κόστος αυτών των σφαλμάτων. Στην πράξη, οι περισσότεροι ιδιοκτήτες καλούνται να καταβάλουν σημαντικά ποσά για δικηγορικές αμοιβές, αμοιβές μηχανικών και λοιπά έξοδα, ακόμη και όταν έχουν δηλώσει εξαρχής ορθά τα στοιχεία της περιουσίας τους. Η δυνατότητα διόρθωσης εξαρτάται από τη φύση του λάθους και από το κατά πόσο η υπόθεση μπορεί να επιλυθεί διοικητικά ή απαιτεί δικαστική παρέμβαση.
Τα συνηθισμένα λάθη και πόσο κοστίζουν
Σύμφωνα με ειδικούς, τα λεγόμενα πρόδηλα σφάλματα αποτελούν την πιο συνηθισμένη κατηγορία λαθών που μπορούν να διορθωθούν χωρίς προσφυγή στη Δικαιοσύνη. Πρόκειται για εμφανή σφάλματα που προκύπτουν από τους τίτλους ιδιοκτησίας και τα στοιχεία του φακέλου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει αίτηση στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο, συνοδευόμενη από τα απαραίτητα έγγραφα. Εφόσον το αίτημα απορριφθεί ή δεν εξεταστεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, παρέχεται η δυνατότητα προσφυγής στον Κτηματολογικό Δικαστή.
Ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν οι περιπτώσεις πολιτών που δικαιώθηκαν από Επιτροπές Ενστάσεων κατά τη φάση της κτηματογράφησης, χωρίς όμως οι αποφάσεις αυτές να αποτυπωθούν στις τελικές εγγραφές. Στις συγκεκριμένες υποθέσεις δεν αμφισβητείται το ιδιοκτησιακό δικαίωμα, αλλά η εφαρμογή μιας ήδη εκδοθείσας διοικητικής πράξης. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ζητήσουν την ενσωμάτωση της απόφασης, προσκομίζοντας τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία.
Παράλληλα, σημαντικό ζήτημα παραμένουν τα ακίνητα που εξακολουθούν να εμφανίζονται ως «αγνώστου ιδιοκτήτη». Όταν υπάρχει νόμιμος τίτλος ιδιοκτησίας και πληρούνται οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις, η διόρθωση μπορεί να πραγματοποιηθεί εξωδικαστικά μέσω της διαδικασίας προδήλου σφάλματος, χωρίς να απαιτείται δικαστική προσφυγή.
Αντίθετα, η δικαστική οδός θεωρείται μονόδρομος σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν αντικρουόμενες διεκδικήσεις επί του ίδιου ακινήτου, ασαφείς τίτλοι ιδιοκτησίας, ζητήματα χρησικτησίας ή σοβαρές διαφωνίες ως προς τα όρια των ακινήτων. Δικαστική παρέμβαση απαιτείται επίσης όταν επηρεάζονται δικαιώματα τρίτων ή όταν το Κτηματολογικό Γραφείο απορρίπτει αιτιολογημένα το αίτημα του πολίτη.
Από τις πλέον κοστοβόρες διαδικασίες εξακολουθούν να θεωρούνται οι γεωμετρικές διορθώσεις, δηλαδή οι διορθώσεις που αφορούν τη θέση, το σχήμα, τα όρια ή το εμβαδόν ενός ακινήτου. Οι συγκεκριμένες υποθέσεις απαιτούν τεχνική τεκμηρίωση από μηχανικούς και σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, με το οικονομικό βάρος να μεταφέρεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στους ιδιοκτήτες.
Την ίδια ώρα, παραμένουν ανοιχτές εκκρεμότητες που συνδέονται με τους δασικούς χάρτες. Παρά το γεγονός ότι πολλοί πολίτες έχουν δικαιωθεί από τις αρμόδιες επιτροπές ή τις δασικές υπηρεσίες, σε αρκετές περιπτώσεις το
Δημόσιο εξακολουθεί να εμφανίζεται ως δικαιούχος στις κτηματολογικές εγγραφές. Η επιτάχυνση της ενσωμάτωσης των σχετικών αποφάσεων και η αποτελεσματική εφαρμογή των προβλεπόμενων διαδικασιών θεωρούνται κρίσιμες προϋποθέσεις για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το Κτηματολόγιο, αλλά και για τη μείωση του οικονομικού βάρους που καλούνται να επωμιστούν εξαιτίας λαθών που δεν οφείλονται στους ίδιους.
Πηγή: dnews.gr
































