Στις 28 Αυγούστου 1963, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στάθηκε μπροστά στο Μνημείο του Λίνκολν και εκφώνησε μια από τις πιο εμβληματικές ομιλίες του 20ού αιώνα.
Το «I Have a Dream» δεν ήταν μια ωραία φράση για τα βιβλία της Ιστορίας. Ήταν μια απαίτηση. Μια απαίτηση η Αμερική να γίνει, επιτέλους, αυτό που διακήρυττε ότι είναι.
Εξήντα τρία χρόνια μετά, το ερώτημα δεν είναι αν ο κόσμος έχει αλλάξει. Προφανώς και έχει. Το ερώτημα είναι αν άλλαξε αρκετά.
Η απάντηση είναι λιγότερο αισιόδοξη απ` όσο θα θέλαμε. Οι νόμοι μπορεί να άλλαξαν, τα δικαιώματα να κατοχυρώθηκαν και η γλώσσα των δημόσιων θεσμών να έγινε πιο προσεκτική. Όμως οι ανισότητες δεν εξαφανίστηκαν. Απλώς έμαθαν να προσαρμόζονται.
Και η σημερινή Αμερική προσφέρει μια σχεδόν ειρωνική σύμπτωση.
Την ώρα που συμπληρώνονται 63 χρόνια από την πορεία στην Ουάσιγκτον, η χώρα βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο μιας σκληρής συζήτησης για το ποιος έχει πραγματικά πρόσβαση στα δικαιώματα, στην πολιτική συμμετοχή και στην ίδια την υπόσχεση της αμερικανικής δημοκρατίας. Χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στην Ουάσιγκτον, προειδοποιώντας για πιθανές υποχωρήσεις στα εκλογικά και πολιτικά δικαιώματα.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι πολιτικές της κυβέρνησης Τραμπ δεν μπορούν να μείνουν εκτός της συζήτησης.
Η προσπάθεια περιορισμού της επιστολικής ψήφου, που έχει ήδη οδηγήσει σε νέες δικαστικές συγκρούσεις, η επιθετική μεταναστευτική πολιτική και οι επανειλημμένες δικαστικές αποφάσεις που αμφισβητούν κυβερνητικές πρακτικές ως προς την ελευθερία της έκφρασης έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο ένα παλιό, αλλά καθόλου ξεπερασμένο ερώτημα: πόσο ασφαλή είναι τα δικαιώματα όταν αλλάζει η πολιτική εξουσία;
Το παράδοξο είναι ότι η υπεράσπιση της «ελευθερίας» μπορεί να σημαίνει πολύ διαφορετικά πράγματα, ανάλογα με το ποιος την επικαλείται και για ποιον.
Μια κυβέρνηση μπορεί να δηλώνει ότι υπερασπίζεται την ελευθερία του λόγου, ενώ την ίδια στιγμή τα δικαστήρια να εξετάζουν ή να μπλοκάρουν ενέργειές της που, σύμφωνα με επικριτές και δικαστικές αποφάσεις, περιορίζουν την έκφραση, τη διαμαρτυρία ή την πρόσβαση συγκεκριμένων ομάδων σε δικαιώματα.
Αυτό ακριβώς είναι που κάνει την κληρονομιά του Κινγκ τόσο άβολη ακόμη και σήμερα.
Το «I Have a Dream» έχει μετατραπεί σε σχολικό απόσπασμα, σε επέτειο, σε μια ασφαλή αναφορά που όλοι μπορούν να χειροκροτήσουν. Όμως ο ίδιος ο Κινγκ δεν υπήρξε ποτέ «ασφαλής». Δεν μιλούσε για μια αόριστη καλοσύνη. Μιλούσε για εξουσία, ανισότητα και αποκλεισμό. Ζητούσε αλλαγή.
Αυτό είναι ίσως το πιο επίκαιρο κομμάτι του μηνύματός του. Τα δικαιώματα δεν είναι ένα κεκτημένο που κατακτάται μία φορά και μετά τοποθετείται πίσω από γυαλί. Δοκιμάζονται διαρκώς. Στις κάλπες, στους δρόμους, στα δικαστήρια, στα σύνορα και στον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αποφασίζει ποιος δικαιούται να ακουστεί.
Εξήντα τρία χρόνια μετά, το «I Have a Dream» δεν χρειάζεται περισσότερο χειροκρότημα. Χρειάζεται περισσότερη ειλικρίνεια. Διότι το όνειρο του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ δεν απέτυχε. Αλλά ούτε και ολοκληρώθηκε. Και η πιο επικίνδυνη στιγμή για ένα όνειρο είναι όταν μια κοινωνία αρχίζει να πιστεύει ότι το έχει ήδη πραγματοποιήσει. Γιατί τότε παύει να το υπερασπίζεται και ό,τι κατακτήθηκε με αγώνα μπορεί να χαθεί ξανά.
Πηγή: newsit.gr


































