«Θα ήθελα να πω ότι προσβάλλομαι πάρα πολύ από τον τρόπο που γίνεται ο διάλογος με αφορμή την υπόθεση του Κιμούλη.
Και εννοώ από τους ανθρώπους που βρίσκονται από την μπάντα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων, της αλληλεγγύης, της εναντίωσης στη συντήρηση.
Δεν μπορεί επειδή η Διαβάτη τοποθετείται με τρόπο αλαζονικό ή απαξιωτικό για όσα λέει η Δούκα ή οι άλλες ηθοποιοί να την αποκαλούμε σάπια ή κακιά γριά ή μέγαιρα ή κάργια.
Ή επειδή η Ντενίση βγήκε και είπε ότι δεν το κάνει μόνο ο Κιμούλης να αντιμετωπίζεται με χλευασμό για τις υποκριτικές της ικανότητες την ώρα που η ίδια είναι χίλια χρόνια θιασάρχισσα -μας αρέσει, δε μας αρέσει.
Ή επειδή ο Καταλειφός, τον οποίο υπεραγαπώ, να λέει ένα αυτονόητο για τον κλάδο του για το πώς διάφορες καλλιτεχνικές ιδιοφυίες είναι κακοποιητικές με τους ηθοποιούς γιατί υποστηρίζουν ότι με το βάσανο θα βγάλουν συναίσθημα, να λοιδορείται επειδή δεν είπε Κιμούλη έλα να σε φτύσω στη μάπα.
Αντί να δούμε πώς θα φτιάξουμε εκείνη τη συνθήκη για να μπορεί η κάθε εργαζόμενη και ο κάθε εργαζόμενος να μιλάει για τέτοια περιστατικά, αντί να δούμε πώς θα ενισχυθούν συλλογικά και οργανωτικά σχήματα σε κάθε εργασιακό κλάδο που θα τις και τους υπερασπίζονται απέναντι στον “προϊστάμενο” ή εργοδότη ή μέντορα ή ό,τι, αντί να δείξουμε την αλληλεγγύη μας ως υπερασπίστριες και υπερασπιστές και όχι ως λαϊκοί δικαστές, αντί να μιλήσουμε απελευθερωτικά για τις γυναίκες που δέχονται τέτοιες συμπεριφορές, μπαίνουμε σε μια αρένα αδιανόητου κανιβαλισμού για να κατασπαράξουμε κι εμείς, και όχι για να βάλουμε φραγμό στον ζόφο του κάθε λογής καταπιεστή.
Δεν μπορεί να δεχόμαστε να χτίζεται η αλληλεγγύη πάνω στο μίσος. Και προφανώς όχι μόνο στην περίπτωση της Δούκα.
Αλλιώς δεν ξέρω τι μας διαφοροποιεί από αυτό που υποτίθεται ότι αντιπαλεύουμε» σημειώνει η πρώην βουλευτής, κ. Ηρώ Διώτη.



































