Μ. Σκορδίλης στο «Ράδιο-Ένα»: Τουλάχιστον ένας σεισμός 6 Ρίχτερ κάθε χρόνο στην Ελλάδα

Δεν υπάρχει καμία ασφαλής μέθοδος βραχυπρόθεσμης πρόγνωσης, ώστε να γνωρίζουμε που, πότε και πόση ένταση θα έχει ένας σεισμός
"Ασφαλής" η χώρα μας μετά τον σεισμό των 6,4 Ρίχτερ στην Αλβανία

Με τις μνήμες να έρχονται ξανά στο μυαλό, ξύπνησε χθες το πρωί ολόκληρη η χώρα κοιτάζοντας τις εικόνες από τον σεισμό των 6,4 Ρίχτερ, που σημειώθηκε στη γειτονική Αλβανία. Η χώρα μας ευτυχώς, σύμφωνα με τον γνωστό σεισμολόγο και Καθηγητή στο Εργαστήριο Γεωφυσικής του ΑΠΘ κ. Μανώλη Σκορδίλη, ο οποίος μίλησε στο Ράδιο ΕΝΑ 102,5 και στον Ηλία Κουτσερή, δεν «κινδυνεύει» να επηρεαστεί από τον σεισμό στη γείτονα χώρα, που στο πέρασμά του άφησε συντρίμμια και χαμένες ζωές. Παρόλα αυτά η Ελλάδα, όπως τόνισε ο καθηγητής, είναι μία σεισμογενής χώρα και κάθε χρόνο, στατιστικά, θα πρέπει να αναμένουμε ένα σεισμό πάνω από 6 Ρίχτερ.
Οι δείκτες των σεισμογράφων του Ενιαίου Εθνικού Δικτύου κατέγραψαν τον σεισμό που έσεισε όλη την Αλβανία. Σύμφωνα με τον κ. Σκορδίλη οι σεισμογράφοι του Δικτύου μπορούν να καταγράφουν σεισμούς παρόμοιας τάξεως, είτε αυτός εκδηλωθεί στην Κίνα, την Ιαπωνία, τις ΗΠΑ και την Ινδονησία.
Επειδή όμως ο σεισμός εκδηλώθηκε σε μια γειτονική χώρα και όχι πολύ μακριά από το χώρο που καλύπτει το Εθνικό Δίκτυο, οι Έλληνες σεισμολόγοι μπόρεσαν αξιόπιστα να υπολογίσουν τις εστιακές παραμέτρους του σεισμού, όπως την έντασή του, το επίκεντρό του κ.α..

Συνολικά 155 σεισμολογικοί σταθμοί σε όλη τη χώρα

Μάλιστα ο κ. Μανώλης Σκορδίλης, Καθηγητής στο Εργαστήριο Γεωφυσικής του ΑΠΘ, μίλησε και για το Δίκτυο που υπάρχει στην Ελλάδα και ποιος είναι ο αρμόδιος που ανακοινώνει επίσημα την σεισμική δραστηριότητα ή την καταγραφή ενός μεγάλου σεισμού.
«Αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα λειτουργεί το Ενιαίο Εθνικό Δίκτυο Σεισμογράφων, που απαρτίζεται από τους Σεισμολογικούς Σταθμούς τεσσάρων Κέντρων. Σύντομα θα μπουν άλλα δύο κέντρα, το Ινστιτούτο τεχνικής Σεισμολογίας Κατασκευών που αποτελεί παράρτημα του ΟΑΣΠ και το Τεχνολογικό Ίδρυμα της Κρήτης.
Τα τέσσερα Κέντρα είναι το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο της Αθήνας, το Εργαστήριο Γεωφυσικής του ΑΠΘ, το Εργαστήριο Σεισμολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και το Εργαστήριο Σεισμολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών.
Αυτή τη στιγμή υπάρχουν 155 σεισμολογικοί σταθμοί, που καλύπτουν τον ελληνικό χώρο και ανήκουν σ’ αυτούς τους φορείς. Ευθύνη έκδοσης ανακοινωθέντος σε περίπτωση εκδήλωσης κάποιου ισχυρού σεισμού έχει το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και το Εργαστήριο Γεωφυσικής του ΑΠΘ», εξήγησε ο Καθηγητής για την εικόνα που υπάρχει στην Ελλάδα σε ότι αφορά το δίκτυο καταγραφής σεισμών.

Καμία ανησυχία απ΄τον σεισμό στην Αλβανία

Καθησυχαστικός εμφανίστηκε ο κ. Σκορδίλης σχετικά με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει ο σεισμός της Αλβανίας στην χώρα μας, λέγοντας πως δεν προκαλεί στους επιστήμονες κάποια ανησυχία.
«Θα έλεγα πως δεν μας προκαλεί ανησυχία, γιατί ο σεισμός δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλος για να μπορεί να επηρεάσει μεγαλύτερες περιοχές. Στην πολύ γειτονική περιοχή θα μπορούσε ίσως εάν κάποιο ρήγμα βρισκόταν σε μία φάση να πούμε ωριμότητας, δηλαδή ο σεισμός αυτός θα μπορούσε να αποτελέσει την αφορμή για να γίνει η κίνηση σ’ αυτό το υποψήφιο ρήγμα και να εκδηλωθεί κι εκεί ένας σχετικά μεγάλος ή μικρότερος σεισμός.
Για τον ελληνικό χώρο νομίζω ότι η απόσταση είναι μεγάλη . Η πλησιέστερη περιοχή της Ελλάδος που είναι κοντά, είναι οι βόρειες ακτές της Κέρκυρας, οι οποίες απέχουν 180-190 χιλιόμετρα από το επίκεντρο. Η Θεσσαλονίκη απέχει περίπου 300 χλμ από το επίκεντρο. Δηλαδή είμαστε μακριά για να θεωρήσουμε ότι οι σεισμοί αυτής της τάξεως μεγέθους θα μπορούσαν πρωτογενώς να επηρεάσουν την περιοχή μας. Δευτερογενώς μόνο στη γειτονιά του συγκεκριμένου επικέντρου, αν υπάρχουν ρήγματα που έχουν περάσει σε φάση αστάθειας , με άλλα λόγια είναι ώριμα να εκδηλώσουν έναν ισχυρό σεισμό, δεν αποκλείεται να έχουμε κάποια εκδήλωση φαινομένου. Προς το παρόν δεν φαίνεται να έχουμε τέτοιες ενδείξεις», ανέλυσε ο Καθηγητής.

Μία φορά το χρόνο σεισμός άνω των 6 Ρίχτερ στην Ελλάδα

Ερωτηθείς εάν υπάρχουν σεισμικές δονήσεις που κρατούν τους επιστήμονες σε εγρήγορση στην Ελλάδα, ο κ. Σκορδίλης ανέφερε πως καθημερινά καταγράφονται σεισμοί στον ελληνικό χώρο
«Σεισμούς καταγράφουμε καθημερινά στον ελληνικό χώρο, 15 με 20 κάθε μέρα με μεγέθη που δεν υπερβαίνουν τους 4 βαθμούς Ρίχτερ. Είναι σχετικά μικροί σεισμοί και αυτή η δραστηριότητα αποτελεί μία πάγια δραστηριότητα στον ελληνικό χώρο. Ξέρουμε ότι η Ελλάδα είναι μία περιοχή με υψηλή σεισμικότητα. Η εκδήλωση τέτοιων σεισμών καθημερινά ουσιαστικά το επαληθεύει. Από την άλλη πλευρά ξέρουμε ότι στον ελληνικό χώρο στατιστικά τουλάχιστον αναμένουμε ένα σεισμό πάνω από 6 Ρίχτερ, κάθε χρόνο», υπογράμμισε ο Καθηγητής.
Συμπλήρωσε πως αυτό το συμπέρασμα απορρέει από τη γνώση του παρελθόντος, λέγοντας πως δεν είναι κανόνας, καθώς ένα χρόνο μπορεί να μην έχουν έναν τέτοιο σεισμό και έναν άλλο χρόνο να σημειωθούν δύο, όπως το 2017 που καταγράφηκαν δύο σεισμοί πάνω από 6 Ρίχτερ, ο ένας στη Λέσβο κι ο άλλος στην Κω.
Μάλιστα ο καθηγητής τόνισε πως σεισμοί στην Ελλάδα της τάξεως των 4 ή των 5 Ρίχτερ δεν είναι κάτι σπάνιο.

Αδύνατη παραμένει η βραχυπρόθεσμη πρόγνωση σεισμών

Ο κ. Σκορδίλης απάντησε όμως και στο ερώτημα εάν υπάρχει ή άμεσα μπορεί να υπάρξει, η δυνατότητα για βραχυπρόθεσμη πρόγνωση των σεισμών, δηλαδή να γνωρίζουμε εκ των προτέρων πότε, που και πόσα Ρίχτερ θα γίνει ένας σεισμός, προκειμένου να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα ή να εκκενωθούν περιοχές. «Αυτό το θέμα θα το συζητάμε για …αρκετές δεκαετίες ακόμη. Δεν υπάρχει καμία ασφαλής μέθοδος βραχυπρόθεσμης πρόγνωσης. Να γνωρίζουμε το που, το πότε και πόση ένταση για να έχει μία πρακτική σημασία, δηλαδή να εκκενώσουμε κάποιες περιοχές . Πουθενά στον κόσμο δεν μπορεί να γίνει. Οι σεισμοί είναι φαινόμενα που ακλουθούν σχέσεις δύναμης, είναι χαοτικά φαινόμενα, που αν δεν γνωρίζουμε με απόλυτη ακρίβεια τις αρχικές συνθήκες είναι αδύνατον να οδηγηθούμε σε ασφαλή πρόγνωση. Κάτι τέτοιο δεν το γνωρίζουμε, τις ακριβείς δηλαδή συνθήκες του τι συμβαίνει στα 20χλμ μέσα στη γη σε ένα ρήγμα. Υπάρχει ένα έλλειμμα γνώσης παγκόσμια που μας περιορίζει τη δυνατότητα να ελπίζουμε ότι θα λυθεί σύντομα το πρόβλημα της βραχυπρόθεσμης πρόγνωσης», είπε χαρακτηριστικά.