«Είναι δυνατόν να αυξηθούν οι γεννήσεις και η γονιμότητα των γενεών τις επόμενες δεκαετίες στην Ελλάδα; Οι προσήκουσες πολιτικές και τα όριά τους», είναι ο τίτλος του νέου επιστημονικού άρθρου του Καθηγητή Δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και ιδρυτικού μέλους του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών, Βύρωνα Κοτζαμάνη, που δημοσιεύεται στο ενημερωτικό δελτίο του Ινστιτούτου. Ο Καθηγητής εκπέμπει SOS για το δημογραφικό, τονίζοντας ότι είναι κάτι παραπάνω από αναγκαία τα μέτρα στήριξης του κοινωνικού ιστού, ξεκαθαρίζει όμως πως όποια μέτρα και αν ληφθούν, δεν θα αλλάξουν ριζικά τις υφιστάμενες τάσεις άμεσα, αλλά σε βάθος χρόνου.
Η 4η Φεβρουαρίου, είναι η ημέρα που γιορτάζεται κάθε χρόνο η Ευρωπαϊκή Ημέρα Δημογραφίας με στόχο την ανάδειξη της σημασίας της δημογραφικής έρευνας για την κατανόηση των κοινωνικών αλλαγών, όμως σύμφωνα με τον κ. Κοτζαμάνη, πέρασε και φέτος απαρατήρητη στη χώρας μας.
Με την ευκαιρία όμως της μέρας ετοιμάστηκε το 3ο τεύχος της σειράς PopNews του Ινστιτούτο Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ). Στο τεύχος αυτό θέτονται και απαντώνται δυο ερωτήματα που συχνά επανέρχονται στο δημόσιο διάλογο: ι) Είναι δυνατόν να αυξηθούν οι γεννήσεις και η γονιμότητα των γενεών τις επόμενες δεκαετίες στην Ελλάδα; και ιι) ποιες οι προσήκουσες πολιτικές και τα όρια τους;
Οι απαντήσεις στα δυο αυτά ερωτήματα είναι σαφείς και σύμφωνα με τον κ. Κοτζαμάνη αν η επάνοδος των γεννήσεων επόμενες δεκαετίες στα επίπεδα του 2011-20 (92 χιλ. ετησίως κατά μέσο όρο) δεν είναι δυνατή, η επιβράδυνση της μείωσής τους και η εν συνέχεια προοδευτική αύξησή τους από το χαμηλότερο επίπεδο που θα βρεθούν δεν είναι ανέφικτη.
Παράλληλα, η αύξηση της γονιμότητας των νεότερων γενεών (αύξηση του αριθμού των παιδιών που θα αποκτήσουν) από 1,45 στις γυναίκες που γεννήθηκαν γύρω από το 1985 στα 1,7-1,8 παιδιά σε αυτές που γεννήθηκαν στα τέλη του 2010, απαιτεί κυρίως το κλείσιμο του χάσματος που υπάρχει ανάμεσα στην επιθυμητή και την πραγματική γονιμότητα με την δημιουργία ενός εξαιρετικά ευνοϊκού περιβάλλοντος για την οικογένεια και το παιδί.
Ακόμη τονίζει ότι η δημιουργία του περιβάλλοντος αυτού και στη χώρα μας απαιτεί κυρίως διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και μέτρα που δεν θα στοχεύουν μόνον άμεσα τις αναπαραγωγικές συμπεριφορές, αλλά κυρίως τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που τις επηρεάζουν έμμεσα. Απαιτούνται μέτρα που δεν θα αλλάξουν ριζικά τις υφιστάμενες τάσεις βραχυπρόθεσμα αλλά σε βάθος χρόνου και μια πολιτική που θα λαμβάνει υπόψη αφενός μεν το σύνολο των συνιστωσών που επηρεάζουν τις δημογραφικές εξελίξεις, έχοντας σαν δεδομένο ότι οι συνιστώσες αυτές (θνησιμότητα, γονιμότητα, μετανάστευση -εσωτερική και εξωτερική-) δεν “λειτουργούν” αυτόνομα, συνδέονται με αμφίδρομες σχέσεις, επηρεάζονται από, και, ταυτόχρονα επηρεάζουν, πλήθος εξωγενών της δημογραφίας μεταβλητών (οικονομικές, κοινωνικές, πολιτισμικές…).
Δηλαδή, όπως εξηγεί ο κ. Κοτζαμάνης, οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα πρέπει να έχουν σαν στόχο την δημιουργία ενός υποστηρικτικού περιβάλλοντος για τις μεταβάσεις στον κύκλο ζωής και τον συνδυασμό της οικογενειακή πολιτικής, με παρεμβάσεις κυρίως στην εργασιακή επισφάλεια, στο στεγαστικό, στις υπηρεσίες προσχολικής αγωγής και φροντίδας, στην παιδεία- υγεία, και στην ισότητα των φύλων.
Ταυτόχρονα χρειάζονται και μέτρα που θα στοχεύουν, μεταξύ άλλων στη μείωση άμεσου και έμμεσου του εξαιρετικά υψηλού κόστους που προκύπτει από τη γέννηση και το μεγάλωμα ενός παιδιού στη χώρα μας, στην εναρμόνιση της οικογενειακής με την επαγγελματική ζωή, στην άμβλυνση των έμφυλων διακρίσεων στον δημόσιο και στον ιδιωτικό βίο, στην άμβλυνση του οξύτατου στεγαστικού προβλήματος μέσω ενός εκτεταμένου προγράμματος αλλά και στη στήριξη των νεών γενεών κατά την είσοδό τους στην ενήλικη ζωή και στην αύξηση του διαθέσιμου πραγματικού τους εισοδήματός (της αγοραστικής τους δηλ. δύναμης),
Τα προαναφερθέντα μέτρα όμως, ακόμη και αν ληφθούν, δεν αναμένεται , όπως επισημαίνει ο κ. Κοτζαμάνης, να οδηγήσουν σε ένα αριθμό παιδιών που θα υπερβαίνει τα 1,8 καθώς κάποιες νέες τάσεις που αναδύονται μετά το 2000 στις ανεπτυγμένες χώρες , θα επηρεάσουν πιθανότατα και τη χώρα μας.
Οι τάσεις αυτές, ακόμη και στις χώρες εκείνες που σήμερα διαθέτουν ένα εξαιρετικά ευνοϊκό περιβάλλον για την δημιουργία οικογένειας και παιδιού, έχουν αρχίσει να επηρεάζουν τις αναπαραγωγικές συμπεριφορές των νεότερων γενεών.
Οι πολιτικές και τα όρια τους
Ο Καθηγητής υπογραμμίζει όμως αναφορικά με τη λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση του δημογραφικού ότι όποια δημογραφική πολιτική δεν συνίσταται στη συνάθροιση μέτρων ατάκτως ειρημένων και οι στόχοι της οφείλουν να είναι συμβατοί με τους στόχους “συγγενών” πολιτικών (αναπτυξιακής, κοινωνικής, οικονομικής κλπ.). Επισημαίνει δε ότι όποια μέτρα και αν ληφθούν, δεν θα αλλάξουν ριζικά τις υφιστάμενες τάσεις άμεσα, αλλά σε βάθος χρόνου, ενώ υπογραμμίζει ότι οι επιδοματικές πολιτικές έχουν άκρως περιορισμένη εμβέλεια και δεν έχουν ιδιαίτερα αποτελέσματα μεσο -μακροπροθεσμα εάν δεν έχει αρχίσει να δημιουργείται ένα ευνοϊκότατο περιβάλλον για την ανακοπή και την αναστροφή των όποιων ανεπιθύμητων δημογραφικών εξελίξεων.
Ταυτόχρονα, σημειώνει ότι μεμονωμένες παρεμβάσεις έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα και μικρές βελτιώσεις σε ένα μόνο πεδίο δεν αρκούν, ενώ η συνοχή και η συνέχεια μιας πολιτικής αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους. Αποσπασματικά ή διακοπτόμενα μέτρα υπονομεύουν την αποτελεσματικότητά της και διαβρώνουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στην ικανότητα του κράτους να στηρίξει τις επιλογές τους (όπως πχ την δημιουργία οικογένειας).
Ο Καθηγητής ωστόσο ξεκαθαρίζει ότι η δημογραφική πολιτική δεν ταυτίζεται με την οικογενειακή. Η οικογενειακή πολιτική, έτσι τουλάχιστον όπως εφαρμόζεται στις πλέον ανεπτυγμένες χώρες, αφορά ένα πλέγμα μέτρων τα οποία στοχεύουν κυρίως τη μείωση των διαφορών του επιπέδου ζωής των νοικοκυριών ανάλογα με την οικογενειακή τους κατάσταση, και ταυτόχρονα στη βιολογική, κοινωνική και νοητική ανάπτυξη των παιδιών τους (και, εμμέσως και στη στήριξη της γονιμότητας).
«Στη χώρα μας η πολιτική αυτή χαρακτηρίζεται δυστυχώς από περιορισμένους πόρους, επιλεκτική κάλυψη και κατακερματισμό. Οι δράσεις στο πλαίσιο της πολιτικής αυτής θα πρέπει να είναι πολύπλευρες, καθώς οφείλουν να λάβουν υπόψη τις διαφοροποιημένες ανάγκες των οικογενειών και την διαφοροποίηση των μορφών όχι μόνο της οικογενειακής ζωής (πυρηνικές οικογένειες, μονογονεϊκές οικογένειες, ανασυγκροτημένες οικογένειες, συναινετικές ενώσεις…). αλλά και εργασιακής ζωής. Πρέπει, δε, να συνδυαστούν κατά προτεραιότητα με τις οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές, γεγονός που καθιστά την εφαρμογή τους αρκετά πολύπλοκη», επισημαίνει ο ίδιος.
Διαβάστε αναλυτικά το άρθρο- ανάλυση του κ. Κοτζαμάνη ΕΔΩ






























