Η οικογένειά μου είχε ένα απλό σπιτάκι στο χωριό Μούρεσι, όπου μια βόμβα του ναζιστικού καθεστώτος το 1943 το κατέστησε ακατοίκητο, με αποτέλεσμα η οικογένειά μας να μείνει κυριολεκτικά στο δρόμο. Εκείνη την εποχή αναχωρούσε από το Μούρεσι για την Αίγυπτο ένας πλούσιος ομογενής μας που είχε μεγάλη περιουσία στην Αίγυπτο και παράλληλα είχε κτίσει και ένα αρχοντικό στο Μούρεσι, κάτω από το δικό μας οικόπεδο για τις διακοπές της οικογενείας του.
Πρότεινε το 1945 στην άστεγη οικογένειά μας (γονείς με 4 τέκνα) να κατοικήσει στο ευρύχωρο αρχοντικό του και να το φροντίζει, μέχρις ότου επισκευαστεί το μισογκρεμισμένο σπιτικό μας. Σε αυτό το αρχοντικό γεννήθηκα και εγώ το 1947 και αλώνιζα ως πιτσιρίκος όλο τον διώροφο χώρο του με τα 5 μεγάλα υπνοδωμάτια, με τα δύο μεγάλων διαστάσεων τζάκια, τα δύο ευρύχωρα σαλόνια, με εγκατάσταση εσωτερικού τηλεφώνου της εποχής εκείνης, με την μεγάλη κουζίνα, το μεγάλο υπόγειο, και την μεγάλη αυλή του. Απέναντι από το αρχοντικό υπήρχε ένα άλλο κτίσμα, το λεγόμενο παράσπιτο, όπου στεγάζαμε τα οικιακά μας ζώα, κότες, κατσίκες, κουνέλια, το γουρουνάκι για τα Χριστούγεννα, την ξυλεία για τη θέρμανση τον χειμώνα κ.λπ.
Στο ευρύχωρο αυτό αρχοντικό αυτό μπορούσαμε να φιλοξενήσουμε προσωρινά και τους νεοδιορισθέντες στο χωριό μου εκπαιδευτικούς Ο πατέρας μου Θεόδωρος πάντοτε καλοσυνάτος και η μητέρα μου Όλγα πάντα καλόκαρδη παρείχαν εσαεί ένα κλίμα αγαστής συστέγασής μας με τους εκπαιδευτικούς. Οι νεοφερμένοι εκπαιδευτικοί κατάγονταν από διάφορες περιοχές της Ελλάδας και μας ενημέρωναν στις βραδινές συζητήσεις στο σπίτι μας σχετικά με τις δικές τους οικογένειες και τα δικά τους ήθη και έθιμα. Σε αυτούς τους εκπαιδευτικούς, δασκάλες και δασκάλους, οφείλω την πρόωρη καλλιέργεια εντός μου ενός ανοικτού ορίζοντα για όλη την Ελλάδα και την οικουμένη.
Η μαθητική μου ζωή στο Μούρεσι δεν ήταν και τόσο ρόδινη. Μετά τις ώρες διδασκαλίας στο Δημοτικό σχολείο έπρεπε να μεταφέρω το μεσημεριανό κολατσιό στον πατέρα μου που ήταν διανομέας του νερού του χωριού μας και έπρεπε να το μοιράζει καθημερινά και εκ περιτροπής στους κήπους και στα χωράφια του χωριού μας. Κάθε μεσημέρι έπρεπε να ψάχνω να τον συναντήσω στις διάφορες μακρινές γειτονιές του χωριού μας. Το απόγευμα έπρεπε να φροντίσω με την μητέρα μου τις κατσίκες μας και να τις οδηγήσω επί τρίωρο σε τόπους βοσκής και εκτός του οικισμού. Επίσης έπρεπε καθημερινά να μεταφέρω στους ώμους μου δοχεία (γκιούμνια) με πόσιμο νερό για την οικογένειά μας από την μοναδική βρύση που υπήρχε στο κέντρο του χωριού μας.

Το πότισμα των κήπων πέριξ της οικίας με τα ζαρζαβατικά, η φροντίδα και το πότισμα των λουλουδιών της αυλής, το καθάρισμα των αγροτικών χώρων με ελιές, καστανιές και οπωροφόρα δέντρα και η μετέπειτα συγκομιδή των καρπών τους, ήταν τμήμα των ετησίων ασχολιών μου παράλληλα με τις σχολικές μου υποχρεώσεις.
Κάθε Κυριακή, με εντολή του ιερέα, χτυπούσα μελωδικά τις καμπάνες του Ναού της Αγίας Τριάδος του χωριού μας με τα δύο μου χέρια και το δεξιό μου πόδι στο οποίο είχα προσδέσει με σχοινί τη μία καμπάνα.

Όλη αυτή η πολύπλευρη και εν πολλοίς επώδυνη εργασία μου σημάδευσε ανεξίτηλα το φυσικό, ψυχικό και συναισθηματικό μου δεσμό μου με το χωριό μου. Μετά την αποφοίτησή μου από το Δημοτικό Σχολείο η μεγαλύτερη αδελφή μου Ευανθία που εργάζονταν στο εργοστάσιο κοπής μαρμάρων και μωσαϊκών Μεφσούτ του Βόλου με πήρε μαζί της για να φοιτήσω στο Α΄ Γυμνάσιο του Βόλου, όπου και παρέμεινα για δύο χρόνια. Λόγω οικονομικών δυσκολιών έπρεπε να μεταβαίνω πεζή από τον Άναυρο στο Γυμνάσιο και από εκεί στον ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου για να λάβω μέρος στο καθημερινό μεσημβρινό συσσίτιο της Μητρόπολης Δημητριάδος. Καθημερινά πήγαινα επίσης στο εργοστάσιο Μεφσούτ για να συντροφεύσω την αδελφή μου που εργαζόταν στην κορδέλα κοπής μαρμάρων. Αξέχαστα παραμένουν στη μνήμη μου ο εκκωφαντικός θόρυβος και η αποπνικτική ατμόσφαιρα με τη σκόνη από την κοπή των μαρμάρων, που ταλαιπωρούσαν επί 8ωρο την αδελφή μου.

Ακόμη και μετά τις σπουδές μου στην Εκκλησιαστική Σχολή της Αγίας Αναστασίας Χαλκιδικής και στη Θεολογική Σχολή Αθηνών και μετά την μετανάστευσή μου στη Γερμανία (1972) ζούσα και ζω ακόμη μέχρι σήμερα τις ετήσιες διακοπές μου στο χωριό μου με την σύζυγό μου Αθανασία, τις 4 θυγατέρες μου και τους γαμπρούς μου που ζουν στη Γερμανία και την Ελβετία και τα 10 εγγόνια μου. Βιώνω με συγκίνηση κάθε καλοκαίρι τις αναμνήσεις μου από την παιδική μου ηλικία.
Η θυγατέρα μου Ζωή βαπτίστηκε στο Μούρεσι από τον τότε Μητροπολίτη Δημητριάδος και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλο. Ο Σεβ. Μητροπολίτης Γερμανίας κ. Αυγουστίνος και ο Σεβ. Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος τέλεσαν στο Μούρεσι τον γάμο της θυγατέρας μου Όλγας και του συζύγου της Στεφάνου.
Επίσης το πρώτο τους τέκνο, ο Αθανάσιος βαπτίστηκε στο χωριό μου. Ευχαριστώ πολύ τον Σεβ. Μητροπολίτη Δημητριάδος κ. Ιγνάτιο για την πρόσκλησή του να λάβω μέρος στην πρωτοβουλία του για την «Μαγνήτων Κιβωτό» και το «Μεγάλο Μονοπάτι του Πηλίου».
Στη Γερμανία και στην Ελβετία μιλούμε σε όλους, Έλληνες και μη, με μεγάλη καύχηση και νοσταλγία για το Μούρεσι, το Πήλιο και τον Βόλο και προσκαλούμε φίλους και γνωστούς μας να έλθουν και να γνωρίσουν από κοντά τον ευλογημένο αυτό τόπο.


Ο π. Απόστολος Μαλαμούσης
Ο π. Απόστολος Μαλαμούσης, Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Αρχιερατικός Επιτετραμμένος για τις δημόσιες σχέσεις με τη Βαυαρική Πολιτεία, γεννήθηκε το 1947 στο Μούρεσι, πήγε Δημοτικό Σχολείο επίσης στο Μούρεσι, ενώ Γυμνάσιο και Λύκειο, στο Γυμνάσιο Βόλου και στην Εκκλησιαστική Σχολή Αγίας Αναστασίας, Χαλκιδική. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1972 παντρεύτηκε με την Αθανασία Ζαχαράκη, ενώ ακολούθησε η μετανάστευση την ίδια χρονιά στη Γερμανία και η χειροτονία του ως Διακόνου και πάλι στη Γερμανία. Χρημάτισε ως Εφημέριος απ΄το 1972 μέχρι το 1982 στα κρατίδια Ρηνανίας – Παλατινάτου και Βάδης-Βυρτεμβέργης και εφημέριοςαπ΄το 1982 – 2022 στο Μόναχο. Παράλληλα, Πρεσβυτέρον ήταν καθηγητής Θρησκευτικών απ΄το 1979 -1982 στο Γυμνάσιο στη πόλη Ludwigshafen και απ΄το 1982 – 2012 σε Βαυαρικό Γυμνάσιο Μονάχου, στο Ευρωπαϊκό Σχολείο Μονάχου και στο Ελληνικό Λύκειο Μονάχου. Εκπρόσωπος της Ιεράς Μητρόπολης Γερμανίας σε Βαυαρικές Διορθόδοξες, Διεκκλησιαστικές, διαθρησκειακές Επιτροπές, σε Βαυαρικές και Γερμανικές Πολιτειακές και Δημοτικές Δομές απ΄το 1982- 2015, Αντιπρόεδρος της «Μαγνήτων Κιβωτού» της Ι.Μ.Δ. από 2020. Έλαβε τιμητικές διακρίσεις από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, την Αρχιεπισκοπή Αθηνών, την Μητρόπολη Δημητριάδος, την Μητρόπολη Γερμανίας, την Βαυαρική Πολιτεία, την Βαυαρική Βουλή, τον Γερμανο-Τουρκικό ιατρικό σύλλογο κ.α.
Επιμέλεια: Ηλίας Κουτσερής
Πηγή: Περιοδικό Volos Summer 2026 του Ομίλου Καρεκλίδη





























