Στον Ανακριτή θα οδηγηθεί σήμερα ο αστυνομικός του Βόλου, που κατηγορείται ότι λάμβανε χρήματα από πολίτες για να παραδώσει πινακίδες, που είχαν αφαιρεθεί μετά από τροχονομική παράβαση.
Η δικηγόρος του κατηγορούμενου τόνισε πως ο αστυνομικός παραδέχθηκε ό,τι έκανε λάθος και σκοπεύει να επιστρέψει στο ελληνικό Δημόσιο, όλα τα χρήματα που πήρε, χωρίς να υποστεί βλάβη το δημόσιο. Υποστήριξε πως δεν ιδιοποιήθηκε τίποτα από αυτά τα χρήματα και πως το λάθος που διέπραξε οφείλεται σε μεγάλο στρες και θολωμένη κρίση, επειδή έχει σοβαρά προσωπικά θέματα και προβλήματα υγείας.
Η σύλληψη
Η σύλληψή του έγινε τη Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου, καθώς μετά από κατάλληλη διερεύνηση καταγγελίας οδηγού, σύμφωνα με την οποία ο εν λόγω αστυνομικός φέρεται να ζήτησε από τον ίδιο να του καταβάλει σε δύο δόσεις το χρηματικό ποσό των 700 ευρώ, προκειμένου να του επιστρέψει πινακίδες κυκλοφορίας, οι οποίες είχαν αφαιρεθεί λόγω τροχονομικής παράβασης.
Ακολούθως ο οδηγός, έχοντας πειστεί ότι η διαδικασία είναι νόμιμη, μετέβη τις πρώτες μέρες του Σεπτεμβρίου στο Αστυνομικό Τμήμα, όπου παρέδωσε στον αστυνομικό το ποσό των 350 ευρώ και παρέλαβε τις πινακίδες.
Πριν την καταβολή της «δεύτερης δόσης», ο οδηγός ενημέρωσε για το περιστατικό αξιωματικό άλλης αστυνομικής Υπηρεσίας και ακολούθησε προανακριτική έρευνα από την Υποδιεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων Σωμάτων Ασφαλείας Βορείου Ελλάδος. Στο πλαίσιο αυτό, κατά τη συνάντηση για την καταβολή της «δεύτερης δόσης», ο αστυνομικός παρέλαβε προσημειωμένο χρηματικό ποσό 350 ευρώ και συνελήφθη.
Μάλιστα, κατά τη συνάντηση, ο κατηγορούμενος τοποθέτησε τα χρήματα μέσα σε φάκελο, πάνω στον οποίο είχαν τεθεί υπογραφές του ίδιου και του οδηγού, καθώς και υπηρεσιακή σφραγίδα.
Κατά την έρευνα στο γραφείο του, εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν 3 όμοιοι φάκελοι, που περιείχαν συνολικά 800 ευρώ, τα οποία, όπως διακριβώθηκε, ο αστυνομικός είχε παραλάβει από άλλους τρεις οδηγούς, ως αθέμιτο χρηματικό ωφέλημα.
Παράλληλα, κατά την προανάκριση προέκυψε ότι τον Αύγουστο του 2026, παρέλαβε με την ίδια διαδικασία συνολικά 1.280 ευρώ από ακόμα 3 οδηγούς.
Η «ταρίφα» που είχε επιβάλει φέρεται να κυμαινόταν από 250 έως και 700 ευρώ, ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης και το ύψος του διοικητικού προστίμου.
Μόλις λάμβανε τα χρήματα, επέστρεφε αμέσως στους οδηγούς τα κατασχεμένα στοιχεία κυκλοφορίας, όπως δίπλωμα οδήγησης, πινακίδες και άδεια, ενώ απέκρυπτε την κλήση που είχε επιβληθεί.
Με τον τρόπο αυτό, η βεβαιωμένη παράβαση δεν διαβιβαζόταν ποτέ στην αρμόδια εφορία ή τον δήμο, εμφανίζοντας την υπόθεση ως πλήρως τακτοποιημένη.
Για να προσδίδει μάλιστα μια επίφαση νομιμότητας στις έκνομες συναλλαγές του, φέρεται να τοποθετούσε τα χρήματα μέσα σε φακέλους, υποχρέωνε τον πολίτη να υπογράψει εξωτερικά, υπέγραφε και ο ίδιος και στη συνέχεια σφράγιζε τον φάκελο με την επίσημη υπηρεσιακή σφραγίδα της Ελληνικής Αστυνομίας. Η αντίστροφη μέτρηση για την αποκάλυψη της δράσης του ξεκίνησε στις αρχές Αυγούστου, ύστερα από καταγγελία ενός Πακιστανού.
Το καθοριστικό πλήγμα δόθηκε όταν ένας άλλος οδηγός, στον οποίο ζητήθηκαν 700 ευρώ για την επιστροφή πινακίδων, κατέβαλε αρχικά 350 ευρώ στις αρχές Σεπτεμβρίου πιστεύοντας πως επρόκειτο για νόμιμο παράβολο.
Όταν συνειδητοποίησε τι συνέβαινε, ενημέρωσε αξιωματικό άλλης υπηρεσίας για τη «δεύτερη δόση». Στήθηκε άμεσα επιχειρησιακή κηδεμονία από τους «Αδιάφθορους» και ο αστυνομικός συνελήφθη επ’ αυτοφώρω να κατέχει τα προσημειωμένα χαρτονομίσματα. Από τις αρχές εκτιμάται πως το παράνομο όφελος του αστυνομικού ξεπερνούσε τα 2.000 με 3.000 την εβδομάδα. Η έρευνα για να διαπιστωθούν και άλλες υποθέσεις στις οποίες παρενέβη ο φερόμενος ως δράστης, συνεχίζεται.
Η ανακοίνωση της Αστυνομίας
Από την Υποδιεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων Σωμάτων Ασφαλείας Βορείου Ελλάδος συνελήφθη απογευματινές ώρες της Δευτέρας, 21 Σεπτεμβρίου 2026, σε περιοχή της Θεσσαλίας, στο πλαίσιο της αυτόφωρης διαδικασίας, αστυνομικός για δωροληψία, ψευδή βεβαίωση και παράβαση της νομοθεσίας για τις ταυτότητες.
Προηγήθηκε κατάλληλη διερεύνηση καταγγελίας οδηγού, σύμφωνα με την οποία ο εν λόγω αστυνομικός ζήτησε από τον ίδιο να του καταβάλει σε δύο δόσεις το χρηματικό ποσό των -700- ευρώ, προκειμένου να του επιστρέψει πινακίδες κυκλοφορίας, οι οποίες είχαν αφαιρεθεί λόγω τροχονομικής παράβασης.
Ακολούθως ο οδηγός, έχοντας πειστεί ότι η διαδικασία είναι νόμιμη, μετέβη τις πρώτες μέρες του Σεπτεμβρίου στο Αστυνομικό Τμήμα, όπου παρέδωσε στον αστυνομικό το ποσό των -350- ευρώ και παρέλαβε τις πινακίδες.
Πριν την καταβολή της «δεύτερης δόσης», ο οδηγός ενημέρωσε για το περιστατικό Αξιωματικό άλλης αστυνομικής Υπηρεσίας και ακολούθησε προανακριτική έρευνα από την Υποδιεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων Σωμάτων Ασφαλείας Βορείου Ελλάδος. Στο πλαίσιο αυτό, κατά τη συνάντηση για την καταβολή της «δεύτερης δόσης», ο αστυνομικός παρέλαβε προσημειωμένο χρηματικό ποσό -350- ευρώ και συνελήφθη.
Μάλιστα, κατά τη συνάντηση, ο κατηγορούμενος τοποθέτησε τα χρήματα μέσα σε φάκελο, πάνω στον οποίο είχαν τεθεί υπογραφές του ίδιου και του οδηγού, καθώς και υπηρεσιακή σφραγίδα.
Κατά την έρευνα στο γραφείο του, εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν -3- όμοιοι φάκελοι, που περιείχαν συνολικά -800- ευρώ, τα οποία, όπως διακριβώθηκε, ο αστυνομικός είχε παραλάβει από έτερους -3- οδηγούς, ως αθέμιτο χρηματικό ωφέλημα.
Παράλληλα, κατά την προανάκριση προέκυψε ότι τον Αύγουστο του 2026, παρέλαβε με την ίδια διαδικασία συνολικά -1.280- ευρώ από ακόμα -3- οδηγούς.
Ο συλληφθείς οδηγήθηκε στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή και παραπέμφθηκε σε Ανακριτή.
































