Το παζάρι του Σωτήρος όταν άνοιγε τις πύλες του, οι Βολιώτες περιμέναμε πώς και πώς να το επισκεφτούμε. Μπροστά μας ένας κόσμος προς εξερεύνηση. Ειδικά τα παιδιά δηλώναμε άγνοια κινδύνου.
Στη Μπαλαρίνα μας έπιανε ίλιγγος και υψοφοβία. Μας κοβόταν η ανάσα, θέλαμε να βγάλουμε τα σωθικά μας. Για κάποιους, όπως η γράφουσα, μια φορά ήταν αρκετή.
Στον γύρο του θανάτου στροβιλιζόμαστε μαζί με τον αναβάτη της μηχανής, όρθιο χωρίς χέρια στο τιμόνι, να παίζει την κεντρομόλο στα δάχτυλα. Η ατμόσφαιρα μύριζε αποπνικτικά από τα αέρια της εξάτμισης. Ιδρώναμε από την αγωνία αν θα βγει ζωντανός.

Τα συγκρουόμενα αυτοκίνητα, όπου όσο και να προσπαθούσαμε να αποφύγουμε το αναμενόμενο, η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη όπως και τα γέλια μέχρι δακρύων. Με συνοδεία γονέα. Ήταν ωραία όταν μας άφηνε να πιάσουμε για λίγο το τιμόνι (κυριολεκτικά και μεταφορικά).
Ψώνια για το χειμώνα, ειδικά για όσους κατέβαιναν από Πήλιο. Εσώρουχα, κάλτσες, κουβέρτες, είδη για την κουζίνα και όχι μόνο. Ό,τι βάλει ο νους, το είχε!
Κασέτες με τα σουξέ της χρονιάς. Και της προηγούμενης. Δημοτικά τραγούδια, Ρίτα Σακελλαρίου, Γιάννης Πάριος, Δούκισσα, Λίτσα Διαμάντη στις πρώτες δόξες τους. Μαθαίναμε τα τραγούδια απέξω κι ανακατωτά ακούγοντάς τα στο κασετόφωνο, αφού στο ραδιόφωνο δεν ακούγονταν συνήθως λαϊκά, αλλά Νέο Κύμα και τύπου μπουάτ.
Στόχος με βελάκια, που ποτέ δεν έβρισκαν κέντρο, όλο κάπου εκεί τριγύρω καρφώνονταν, όταν δεν έπεφταν κάτω. Αεροβόλα, για τα αγόρια, κρίκοι σε μπουκάλια με κρασιά για τα κορίτσια. Κέρδιζες όταν ο κρίκος περνούσε μέσα στο λαιμό του μπουκαλιού. Το δώρο ήταν ένα παιχνιδάκι ευτελούς αξίας, αλλά όπως και να το κάνουμε λογιζόταν ως κάτι σπουδαίο.
Χαλβάς Φαρσάλων «Η αγαπούλα», με την δυνατή και λιπαρή γεύση όπως έπρεπε και τη λιγούρα που δεν σου επέτρεπε να φας πάνω από τρεις μπουκιές. Καλαμπόκι μη γενετικά τροποποιημένο, με γεύση που οι επόμενες γενιές ποτέ δεν θα γνωρίσουν. Σουβλάκια με ψωμί, τόσο νόστιμα που ποτέ δεν σε χόρταιναν.
Ήχοι από μουσικές ανακατεμένες με φωνές των επισκεπτών και διάφορων ψυχαγωγικών θεαμάτων του λούνα παρκ.
Φώτα που υπερθέρμαιναν όσους στέκονταν πίσω και μπροστά από τους πάγκους και τις πραμάτειες τις ίδιες.
Μυρωδιές εδάφους, χώματος και ξερόχορτων, ψησίματος καθώς και των ζώων της εμποροπανήγυρης.

Πέλματα σκονισμένα και ιδρωμένα που γλιστρούσαν στα σανδάλια. Μαλλιά που τα είχε πάρει το αεράκι στη Μπαλαρίνα. Κρατιόσουν μέχρι να γυρίσεις σπίτι να κατουρήσεις, αφού είχες προηγουμένως κατουρηθεί από τον φόβο σου στα ύψη. Γύρω από τα χείλη, ρίγανη από το σουβλάκι και βούτυρο από τον χαλβά συναγωνίζονταν για την επικράτηση.
Δεν είμαι σίγουρη αν θυμάμαι αρκούδα να χορεύει εκεί. Το γράφω με επιφύλαξη. Θέαμα μοναδικό και λυπητερό για ένα παιδί που είχε τελειώσει το Δημοτικό.
Τα πανηγύρια αν δεν τα βιώσεις ως παιδί δεν γίνεται να νοιώσεις τις διαστάσεις τους μεγάλος. Γιατί όσα έχουν τρυπώσει μέσα σου εκείνα τα χρόνια έβαζαν τις βάσεις για τις αντοχές σου και τις υπερβάσεις. Ακλόνητες στα χρόνια για τους περισσότερους.
Σήμερα είναι αλλιώς. Κάθε εποχή έχει το δικό της αφήγημα, τις δικές της αναμνήσεις. Το θέμα είναι ποιες από αυτές κρατάς. Είναι κι αυτό θέμα επιλογής της κάθε εποχής.
*Η Γκέλη Ντηλιά είναι Βολιώτισσα που κατοικεί στο Ναύπλιο. Είναι ποιήτρια βραβευμένη Ιδρύματος Ουράνη Ακαδημίας Αθηνών και συγγραφέας.



































