της Ιωάννας Λιούτα*
Η κυβέρνηση θα μιλήσει για αύξηση της ταξιδιωτικής κίνησης, για περισσότερα ταξίδια, για περισσότερες διανυκτερεύσεις και για μια κοινωνία που υποτίθεται απολαμβάνει τους καρπούς της ανάπτυξης. Μόνο που πίσω από τους αριθμούς της ΕΛΣΤΑΤ κρύβεται μια αλήθεια που λέει ότι ούτε οι μισοί Έλληνες δεν κατάφεραν να πραγματοποιήσουν έστω ένα ταξίδι μέσα στο 2025.
Αυτό είναι το πραγματικό πρωτοσέλιδο. Όχι οι αυξήσεις στα ποσοστά, αλλά το γεγονός ότι εκατομμύρια πολίτες έμειναν εγκλωβισμένοι στην καθημερινότητα της ακρίβειας, των χαμηλών μισθών, των συντάξεων που δεν επαρκούν ούτε για τα βασικά και της φορολογικής ληστείας.
Ποια ανάπτυξη είναι αυτή όταν το δικαίωμα στις λίγες ημέρες ξεκούρασης μετατρέπεται σε πολυτέλεια; Όταν οι διακοπές, που κάποτε θεωρούνταν αυτονόητο κοινωνικό αγαθό, έχουν γίνει προνόμιο όσων αντέχει η τσέπη τους;
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το στοιχείο ότι το 52,1% των ταξιδιών πραγματοποιήθηκε σε μη ενοικιαζόμενα καταλύματα, δηλαδή σε εξοχικά ή με φιλοξενία από συγγενείς και φίλους. Οι Έλληνες δεν κάνουν διακοπές επειδή αυξήθηκε το εισόδημά τους. Κάνουν διακοπές επειδή κάποιος τους φιλοξενεί. Επειδή δεν μπορούν να πληρώσουν ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια και τις εξωφρενικές τιμές της τουριστικής αγοράς. Η ελληνική φιλοξενία λειτουργεί πλέον ως το τελευταίο κοινωνικό δίχτυ προστασίας απέναντι στην οικονομική ασφυξία.
Η εντυπωσιακή αύξηση των ταξιδιών διάρκειας μόλις μίας έως τριών διανυκτερεύσεων αποτελεί επίσης καμπανάκι και όχι λόγω πανηγυρισμού. Οι πολίτες επιλέγουν τα σύντομα ταξίδια επειδή δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά περισσότερες ημέρες. Οι διακοπές «συρρικνώνονται» για να χωρέσουν σε έναν οικογενειακό προϋπολογισμό που καταρρέει κάτω από το βάρος της ακρίβειας στα τρόφιμα, της στέγασης, της ενέργειας και των μεταφορών.
Η μεγαλύτερη αύξηση στους ταξιδιώτες άνω των 65 ετών μπορεί να φαίνεται ενθαρρυντική, όμως δύσκολα μπορεί να κρύψει το συνολικό πρόβλημα. Πολλοί ηλικιωμένοι αξιοποίησαν κοινωνικά προγράμματα ή επισκέφθηκαν συγγενείς, ενώ χιλιάδες άλλοι εξακολουθούν να στερούνται ακόμη και μια ολιγοήμερη απόδραση. Δεν πρόκειται για εικόνα ευημερίας, αλλά για μικρές ανάσες μέσα σε μια δύσκολη καθημερινότητα.
Και ενώ οι πολίτες μετρούν τα ευρώ πριν αποφασίσουν αν θα φύγουν για δύο ή τρεις ημέρες, η κυβέρνηση εξακολουθεί να παρουσιάζει την αύξηση των τουριστικών εσόδων ως απόδειξη ότι η οικονομία ευημερεί. Όμως οι αριθμοί αυτοί δεν αποτυπώνουν την κοινωνική πραγματικότητα. Αποτυπώνουν μόνο ότι όσοι έχουν εισόδημα συνεχίζουν να καταναλώνουν περισσότερο, ενώ όσοι δεν έχουν αποκλείονται όλο και περισσότερο από βασικά αγαθά και εμπειρίες.
Η Ελλάδα δεν είναι μια χώρα που οι πολίτες ταξιδεύουν περισσότερο. Είναι μια χώρα που χωρίζεται όλο και πιο βαθιά σε δύο κόσμους. Από τη μία, εκείνοι που μπορούν να πληρώνουν διακοπές χωρίς δεύτερη σκέψη. Από την άλλη, η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία που αναζητά φιλοξενία, περιορίζει τις ημέρες των διακοπών ή μένει τελικά σπίτι.
Αν αυτή είναι η «ανάπτυξη» που διαφημίζει η κυβέρνηση, τότε πρόκειται για ανάπτυξη που αφορά τους δείκτες και όχι τους ανθρώπους. Γιατί μια κοινωνία στην οποία περισσότεροι από τους μισούς πολίτες δεν μπορούν να απολαύσουν ούτε λίγες ημέρες ξεκούρασης δεν είναι κοινωνία ευημερίας. Είναι μια κοινωνία που φτωχοποιείται σιωπηλά, ενώ η εξουσία επιμένει να πανηγυρίζει πάνω στα ποσοστά.
*Πολιτική και οικονομική αναλύτρια


































