Διευκρινίσεις για την πρόσθετη αμοιβή των εργαζομένων, αλλά και για τον χρόνο έναρξης της τοκοφορίας στην προσαύξηση 100% λόγω μη χορήγησης άδειας αναψυχής, παρέχει η υπ’ αριθμόν 134/2026 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Το ανώτατο δικαστήριο αναίρεσε εν μέρει απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, κρίνοντας ότι δεν αρκεί η απόδειξη εκτέλεσης πρόσθετων καθηκόντων για να επιδικαστεί αυτομάτως επιπλέον αμοιβή στον εργαζόμενο. Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι οι τόκοι επί της προσαύξησης άδειας δεν αρχίζουν από το τέλος κάθε έτους, αλλά από την επίδοση της αγωγής.
Η απόφαση θεωρείται σημαντική, καθώς περιορίζει τον κίνδυνο αυτόματης επιδίκασης πρόσθετων αμοιβών χωρίς να εξετάζεται η πραγματική συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, ενώ παράλληλα αποσαφηνίζει τον τρόπο υπολογισμού των τόκων στις αξιώσεις που σχετίζονται με τη μη χορήγηση άδειας.
Δεν αρκεί η εκτέλεση επιπλέον εργασιών για πρόσθετο μισθό
Η υπόθεση αφορούσε εργαζόμενο σε βιοτεχνία επίπλων, ο οποίος είχε προσληφθεί αρχικά ως οδηγός και στη συνέχεια απασχολήθηκε ως χειριστής μηχανημάτων.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι παράλληλα εκτελούσε καθημερινά και άλλες εργασίες, όπως φορτοεκφορτώσεις, τακτοποίηση προϊόντων και μεταφορά τους σε πελάτες. Για τις συγκεκριμένες εργασίες, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είχε επιδικάσει πρόσθετη αμοιβή ύψους 5.538,75 ευρώ.
Ο Άρειος Πάγος, ωστόσο, έκρινε ότι η απόφαση δεν είχε αιτιολογηθεί επαρκώς, καθώς δεν εξετάστηκε αν υπήρχε συμφωνία για καταβολή πρόσθετης αμοιβής ή αν οι συγκεκριμένες εργασίες καλύπτονταν ήδη από τον συμφωνημένο μισθό.
Καθοριστική η συμφωνία εργοδότη και εργαζομένου
Σύμφωνα με την απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου, όταν ένας εργαζόμενος παρέχει διαρκή πρόσθετη εργασία, διαφορετική και μη συναφή με την κύρια απασχόλησή του, μπορεί να δικαιούται τον συνηθισμένο μισθό που αντιστοιχεί στη συγκεκριμένη εργασία.
Ωστόσο, πριν από οποιαδήποτε επιδίκαση ποσού, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν είχε συμφωνηθεί πρόσθετη αμοιβή, αν η εργασία θα παρεχόταν χωρίς επιπλέον αποζημίωση ή αν είχε ήδη ενταχθεί στις υποχρεώσεις που απορρέουν από την αρχική συμφωνία.
Με άλλα λόγια, η απλή διαπίστωση ότι ένας εργαζόμενος ανέλαβε επιπλέον καθήκοντα δεν δημιουργεί αυτομάτως δικαίωμα για επιπλέον χρήματα. Καθοριστικό ρόλο έχει το περιεχόμενο της συμφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών.
Τα δικαστήρια θα πρέπει πλέον να αιτιολογούν ειδικά τις αποφάσεις τους και να μην περιορίζονται μόνο στο γεγονός ότι παρασχέθηκε πρόσθετη εργασία.
Τι ισχύει για την προσαύξηση 100% λόγω μη χορήγησης άδειας
Η δεύτερη σημαντική διευκρίνιση της απόφασης αφορά την προσαύξηση 100% των αποδοχών άδειας, η οποία οφείλεται όταν ο εργαζόμενος ζητήσει τη νόμιμη άδειά του και ο εργοδότης, από υπαιτιότητά του, δεν τη χορηγήσει.
Ο Άρειος Πάγος επιβεβαίωσε ότι για να θεμελιωθεί η αξίωση αρκεί να αναφέρεται στην αγωγή πως ο εργαζόμενος ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης αρνήθηκε να τη χορηγήσει στο σύνολό της.
Δεν απαιτείται να αναφέρονται αναλυτικά οι ακριβείς ημερομηνίες κατά τις οποίες υποβλήθηκαν τα αιτήματα για τη χορήγηση της άδειας.
Οι τόκοι ξεκινούν από την επίδοση της αγωγής
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η κρίση του Αρείου Πάγου για την έναρξη της τοκοφορίας.
Το δικαστήριο έκρινε ότι η προσαύξηση 100% έχει χαρακτήρα αστικής ποινής και δεν υπάρχει από τον νόμο συγκεκριμένη ημερομηνία κατά την οποία καθίσταται αυτομάτως απαιτητή.
Για τον λόγο αυτό, οι τόκοι δεν υπολογίζονται από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους, όπως είχε δεχθεί το εφετείο, αλλά από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής.
Στην υπόθεση που εξετάστηκε, η αγωγή επιδόθηκε στις 18 Δεκεμβρίου 2020 και έτσι η τοκοφορία έπρεπε να ξεκινήσει από τις 19 Δεκεμβρίου 2020.
Η υπόθεση επιστρέφει πλέον στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση, με διαφορετική σύνθεση, τόσο ως προς την πρόσθετη αμοιβή όσο και ως προς την έναρξη υπολογισμού των τόκων της προσαύξησης άδειας.
Πηγή: dnews.gr
































