Μείωση φόρων και δημοσιονομικό χώρο ζητεί η Alpha Bank

Την αντιμετώπιση των βασικών προκλήσεων της οικονομίας θέτει η Alpha Bank ως προϋπόθεση προκειμένου να ενισχυθεί η αναπτυξιακή πορεία και να περιοριστούν οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας.

Συγκεκριμένα, στο εβδομαδιαίο οικονομικό της δελτίο, η ελληνική τράπεζα τονίζει ότι η χάραξη της δημοσιονομικής πολιτικής και ο σχεδιασμός της φορολογικής διοίκησης θα πρέπει να στοχεύoυν στη διαχείριση των βασικών προκλήσεων της οικονομίας και συγκεκριμένα στην ανοδική πορεία του λόγου έμμεσων προς άμεσων φόρων, στη φοροδιαφυγή και στη δημιουργία δημοσιονομικού χώρου μετά το 2018.

Διακοπή της συνεχούς ανοδικής πορείας του λόγου έμμεσων προς άμεσων φόρων

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μία σταθερά ανοδική πορεία του λόγου των έμμεσων προς τους άμεσους φόρους. Ο λόγος αυτός έχει αυξηθεί από 1,15 το 2014 σε 1,21 το 2016, ενώ αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω το 2017, εγείροντας ένα ζήτημα δίκαιης κατανομής των φορολογικών βαρών, καθώς πρόκειται για ένα αναλογικό και όχι προοδευτικό προς το εισόδημα φόρο.

Συνεπώς, η συμμετοχή των έμμεσων φόρων στο σύνολο των φορολογικών εσόδων θα αυξηθεί στο 51,8% το 2017, έναντι 49,5% το 2014. Οι έμμεσοι φόροι αναμένεται να αυξηθούν κατά 5,6% το 2016 και 5,3% το 2017, ενώ οι άμεσοι φόροι υπολογίζεται ότι θα αυξηθούν κατά 3,9% το 2016 και να μειωθούν ελαφρώς το 2017, παρά την προβλεπόμενη αύξηση των εσόδων από τον φόρο εισοδήματος.

Αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής

Το έλλειμμα ΦΠΑ είναι η απόλυτη τιμή της διαφοράς μεταξύ των εισπραχθέντων φορολογικών εσόδων και των δυνητικών εσόδων από τον ΦΠΑ σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία1. Το έλλειμμα ΦΠΑ ως ποσοστό των δυνητικών φορολογικών εσόδων από τον ΦΠΑ, ανερχόταν στην Ελλάδα στο 28% το 2014, έναντι μόλις 14% του μέσου όρου στην Ε.Ε.

Το πρόβλημα αυτό, δεν περιορίζεται μόνο στον φόρο προστιθέμενης αξίας αλλά και στο σκέλος του φόρου εισοδήματος, εκτός των μισθωτών. Η διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας με το σχετικά υψηλότερο ποσοστό αυτοαπασχολούμενων, καθιστά πιο δύσκολο το έργο των ελεγκτικών αρχών, καθώς η τεκμηρίωση των πραγματικών εισοδημάτων αποτελεί μια περίπλοκη διαδικασία.

Στην περίοδο της κρίσης, το ύψος του ελλείμματος ΦΠΑ γίνεται πιο ευμετάβλητο. Ωστόσο, παρά τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες, δεν κατέστη δυνατή η ουσιαστική κάμψη του. Οι συνεχείς αυξήσεις των κανονικών και μειωμένων φορολογικών συντελεστών του ΦΠΑ αντιστάθμιζαν την επίπτωση των μεταρρυθμιστικών ενεργειών. Όσο αυξάνεται το φορολογικό βάρος τόσο το όφελος από την απόκρυψη εσόδων διευρύνεται σε σχέση με τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο.

Παράλληλα, η φορολογική συνείδηση των πολιτών παραμένει ασθενής όσο δεν εδραιώνεται η πεποίθηση ότι το φορολογικό σύστημα είναι δίκαιο και τα φορολογικά έσοδα διατίθενται για υπηρεσίες υψηλής αξίας προς τους πολίτες. Κατά συνέπεια, η δημοσιονομική προσαρμογή στηρίχθηκε κυρίως στις φορολογικές επιβαρύνσεις που επωμίστηκαν οι συνεπείς φορολογούμενοι και προς τούτο κατέστη περισσότερο επώδυνη.

Η ουσιαστική μείωση της φοροδιαφυγής δεν μπορεί να γίνει χωρίς την μείωση των φορολογικών συντελεστών που πρέπει βεβαίως να συνδυαστεί με την εφαρμογή μέτρων συμμόρφωσης των φορολογουμένων. Τα μέτρα αυτά μπορεί να σημαίνουν, είτε εντατικοποίηση των φορολογικών ελέγχων, είτε επιβολή αυστηρών προστίμων που λειτουργούν αποτρεπτικά. Οι φορολογικοί έλεγχοι πρέπει να εστιάσουν την προσοχή σε κατηγορίες δραστηριοτήτων με υψηλή τάση προς φοροδιαφυγή και ταυτόχρονα να εντατικοποιηθούν οι προσπάθειες διάκρισης των περιπτώσεων φοροδιαφυγής και φορολογουμένων που ειλικρινώς αδυνατούν να καταβάλουν τους φόρους που τους αναλογούν.

Παράλληλα, απαιτείται η παροχή ισχυρών κινήτρων στη χρήση των ηλεκτρονικών συναλλαγών που ενισχύουν τη διαφάνεια και τα φορολογικά έσοδα, καθώς αφήνουν το φορολογικό αποτύπωμα της συναλλαγής. Στην Ελλάδα, το ύψος των ηλεκτρονικών συναλλαγών είναι συγκριτικά μικρό σε σχέση με τις λοιπές χώρες της ΕΕ, ωστόσο μετά την επιβολή του ορίου αναλήψεων στις καταθέσεις, το ποσοστό των ηλεκτρονικών συναλλαγών έχει ενισχυθεί σημαντικά με ορατή την ενίσχυση στα έσοδα του ΦΠΑ.

Δημιουργία δημοσιονομικού χώρου από το 2018 και μετά

Η άμεση λήψη των βραχυπρόθεσμων και η εξειδίκευση των μεσοπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους αμέσως μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης, είναι μεγάλης σημασίας για τη συμμετοχή της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης το 2017 και τη σταδιακή αποκλιμάκωση των επιτοκίων δανεισμού του ελληνικού δημοσίου, προκειμένου να καταστεί δυνατή η προσφυγή στις αγορές πριν την ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματος, το 2018.

Ακόμη πιο σημαντική είναι, ωστόσο, η αναθεώρηση προς τα κάτω των στόχων για το πλεόνασμα από το 2018 (από 3,5% σε 2% ή 1,5%) στο πλαίσιο της ελάφρυνσης του χρέους. Η διόρθωση αυτή είναι απαραίτητη για τη δημιουργία ενός δημοσιονομικού χώρου ώστε να μην προκληθεί ασφυξία στην οικονομική δραστηριότητα και υπονομευθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο η σταθεροποιητική πορεία του λόγου δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ. Αξίζει να σημειωθεί ότι η παραμονή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα είναι καθοριστικής σημασίας για την αναθεώρηση των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα.

Εγγραφείτε στην ομάδα Magnesianews στο Viber για να λαμβάνετε ενημερώσεις.
Ακολουθήστε τη ροή Magnesianews στο Google News και μείνετε σε επαφή με ότι συμβαίνει.