Η καλύτερη διάκριση ανάμεσα σε διαφορετικές μορφές μιας νόσου μπορεί να βοηθήσει τόσο στην εξατομίκευση των θεραπειών όσο και στην κατανόηση των μηχανισμών που την προκαλούν. Στην περίπτωση του διαβήτη τύπου 1, νέα γενετική μελέτη δείχνει ότι ενδέχεται να υπάρχουν τουλάχιστον δύο διαφορετικοί υπότυποι της νόσου.
Εδώ και χρόνια είναι γνωστό ότι δύο γενετικά πρότυπα, τα HLA-DR3 και HLA-DR4, συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 1. Παρότι και τα δύο μπορούν να οδηγήσουν στην ίδια νόσο, οι πρώιμες ενδείξεις διαφέρουν ανάλογα με το γενετικό προφίλ, αναφέρει το Science Alert.
Για να διερευνήσουν περισσότερο αυτή τη διαφορά, ερευνητές από τις ΗΠΑ και τη Βρετανία πραγματοποίησαν την πρώτη μελέτη συσχέτισης σε ολόκληρο το γονιδίωμα (GWAS), στην οποία οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 1 διαχωρίστηκαν με βάση αυτούς τους δύο γενετικούς απλότυπους.
Οι μελέτες GWAS αναζητούν περιοχές του DNA που μπορεί να συνδέονται με συγκεκριμένες ασθένειες. Στη συγκεκριμένη έρευνα εξετάστηκαν 9.091 άτομα με διαβήτη τύπου 1 και 14.157 άτομα της ομάδας ελέγχου. Οι γενετικές διαφορές που εντοπίστηκαν μεταξύ των ατόμων με HLA-DR3 και HLA-DR4 ήταν αρκετές ώστε, σύμφωνα με τους ερευνητές, να υποδηλώνουν ότι πρόκειται ενδεχομένως για δύο διακριτούς υπότυπους της νόσου. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Diabetologia.
Ο διαβήτης τύπου 1 είναι μια σύνθετη νόσος, η οποία χαρακτηρίζεται από αυτοάνοση καταστροφή των β-κυττάρων του παγκρέατος, ωστόσο οι αιτίες που βρίσκονται πίσω από αυτή τη διαδικασία δεν έχουν κατανοηθεί πλήρως. Η εξέλιξη μέχρι την κλινική εκδήλωση της νόσου διαφέρει επίσης σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο, καθώς μπορεί να εμφανιστεί από την πολύ πρώιμη παιδική ηλικία μέχρι και την ενήλικη ζωή.
Διαφορετικοί βιολογικοί μηχανισμοί
Τα νέα δεδομένα δείχνουν ότι οι διαφορές ανάμεσα στα HLA-DR3 και HLA-DR4 δεν περιορίζονται μόνο στα γενετικά χαρακτηριστικά και στις πρώιμες ενδείξεις, αλλά ενδέχεται να αφορούν και διαφορετικούς βιολογικούς μηχανισμούς.
Στα άτομα με HLA-DR3, τα αποτελέσματα έδειξαν μεγαλύτερη εμπλοκή των μαστοκυττάρων, κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος που σχετίζονται με τις αλλεργίες και τη φλεγμονή και συμμετέχουν στην άμυνα απέναντι σε λοιμώξεις και ξένους παράγοντες. Αντίθετα, στο γενετικό προφίλ HLA-DR4 φάνηκε να εμπλέκονται περισσότερο τα Τ-λεμφοκύτταρα. Πρόκειται για ανοσοκύτταρα που μπορούν να επιτεθούν άμεσα σε άλλα κύτταρα και είναι ήδη γνωστό ότι, στον διαβήτη τύπου 1, καταστρέφουν τα β-κύτταρα του παγκρέατος.
Οι ερευνητές σημειώνουν ότι οι γενετικές διαφορές μεταξύ των περιπτώσεων HLA-DR3 και HLA-DR4 είναι τόσο έντονες όσο εκείνες που παρατηρούνται όταν συγκρίνονται η σχιζοφρένεια και η διπολική διαταραχή.
Αλλαγές στην πρόληψη και τη θεραπεία
Αν επιβεβαιωθεί ότι ο διαβήτης τύπου 1 μπορεί να αναπτύσσεται μέσω διαφορετικών βιολογικών οδών, αυτό θα μπορούσε να έχει συνέπειες για την πρόληψη και τη θεραπεία. Διαφορετικοί μηχανισμοί ίσως απαιτούν διαφορετικούς θεραπευτικούς στόχους, ενώ το γενετικό υπόβαθρο ενός ασθενούς θα μπορούσε να βοηθά στην επιλογή της καταλληλότερης προσέγγισης.
Τα ευρήματα χρειάζονται πλέον περαιτέρω επιβεβαίωση, ώστε να διαπιστωθεί εάν ο διαβήτης τύπου 1 θα πρέπει να ταξινομείται πιο αναλυτικά, ως νόσος που μπορεί να προκύπτει από διαφορετικούς αλλά αλληλεπικαλυπτόμενους μηχανισμούς.
Η διάκριση ανάμεσα σε HLA-DR3 και HLA-DR4 θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιηθεί σε μελλοντικές κλινικές δοκιμές φαρμάκων, σε γενετικές μελέτες και σε μοντέλα πρόβλεψης κινδύνου. Μια άλλη κατεύθυνση θα ήταν η μακροχρόνια παρακολούθηση ασθενών, ώστε να διερευνηθεί πώς εξελίσσεται η νόσος ανάλογα με το γενετικό προφίλ, την ανάπτυξη αυτοαντισωμάτων και την έκθεση σε περιβαλλοντικούς παράγοντες.


































