Γιάννης Νταλιάνης: «Η “Κληρονομιά” έχει αναφορές και στη σημερινή εποχή»

Γ. Νταλιάνης: Στιγμιότυπο απ ΄την σειρά «Άγριες Μέλισσες»
Ο ηθοποιός, μιλώντας στο «Ράδιο –Ένα», έκανε γνωστό, ότι μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας την πέρασε και στον Βόλο!

Την παράσταση του έργου του Πιέρ Ντε Μαριβώ «Η Κληρονομιά» παρουσίασε πριν το lockdown στο κοινό για δύο μόλις… παραστάσεις, ο σκηνοθέτης και ηθοποιός Γιάννης Νταλιάνης, που μίλησε για την παραγωγή που θα προβληθεί και διαδικτυακά (26,27,28,29 Μαρτίου) στο Ράδιο Ένα 102,5 και στον Ηλία Κουτσερή, αποκαλύπτοντας ότι μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας την πέρασε και στον Βόλο!
«Έχω λίγα χρόνια να έρθω και το Πάσχα αν ανοίξουμε θ’ ανέβω Πορταριά με τη σύζυγο και τις δύο κόρες μου, που δεν έχουν έρθει στον Βόλο ποτέ, και να βρεθώ στην παραλία για μία… πάστα φούρνου!» τόνισε ο κ. Νταλιάνης και στη συνέχεια αναφέρθηκε τόσο στο έργο όσο και στις καταστάσεις που βιώνει η ελληνική κοινωνία.

-Πείτε μας λίγα λόγια για το έργο

«Είναι ένα υπέροχο έργο που με την ευρεία έννοια ταιριάζει με την εποχή, καθώς είναι μία κωμωδία… αποστάσεων. Σύμφωνα με όρους μίας διαθήκης αποφασίζουν δύο ζευγάρια ερωτευμένων αναγκάζονται και αποφασίσουν να κρατούν τις αποστάσεις μεταξύ τους και δεν έρχεται η πολυπόθητη ένωση. Υπάρχουν και άλλα εμπόδια βέβαια, όπως το ότι ένας ερωτευμένος είναι πολύ δειλός για να εκμυστηρευτεί τον έρωτά του στην Κόμισσα. Η Κόμισσα πάλι δεν αποδέχεται το ενδιαφέρον για λόγους εγωισμού. Βλέπουμε εμπόδια που συναντάει κανείς στον έρωτα και ο βασικός είναι ο φόβος που έχουμε ν’ αφεθούμε στον άλλον και να γίνουμε ο καθρέφτης του. Στο τέλος όμως υπάρχει και η αισιόδοξη νότα, αφού ο έρωτας θριαμβεύει».

-Αυτό είναι που σας κέντρισε και το ενδιαφέρον;

«Ακριβώς. Παρά το ότι άρχισε το πρώτο lockdown πέρυσι, το έργο έχει πολλά κοινά πράγματα με την εποχή που δεν φαίνονται σε πρώτο επίπεδο αλλά τα έχουμε τονίσει με μία κωμική διάθεση. Να σκεφτείτε ότι ο Μαριβώ που έγραψε το έργο το 1736 έχασε όλη την περιουσία του σε μία τραπεζική φούσκα της εποχής. Επίσης το 1740, περίπου στην εποχή του έργου, είχαμε την επιδημία της πανούκλας στη Μασσαλία με 100 χιλιάδες νεκρών, και υπάρχει πάντα ο απόηχος. Όλα έρχονται και ξανάρχονται και ο κόσμος βλέποντας το έργο ανακουφίζεται κατά μία έννοια, καταλαβαίνοντας ότι πάντα υπήρχαν δυσκολίες και πάντα τις ξεπερνούσαμε».

-Και το αποτέλεσμα;

«Μελετήσαμε την εποχή και από εκεί και πέρα είναι μία ευχάριστη, διασκεδαστική παράσταση και κινηματογραφήθηκε για να προβληθεί διαδικτυακά με ένα μικρό συμβολικό κόστος μέσω πλατφόρμας, ώστε να επικοινωνήσουμε οπωσδήποτε την παράσταση με το κοινό, αφού παίξαμε δύο παραστάσεις και μετά σταματήσαμε. Οπότε δουλέψαμε με την κινηματογράφηση για να είναι ευχάριστη για τον κόσμο, που πιστεύω ότι θα διασκεδάσει και παίρνοντας μία μικρή θεατρική ανάσα, μέχρι να επιστρέψουμε στα θέατρα».

-Είναι και η κινηματογράφηση λοιπόν μία λύση…

«Αρκεί να γίνονται σωστές και καλές ηχογραφήσεις και κινηματογραφήσεις που να έχουν και θεατρικά και κινηματογραφικά στοιχεία. Έτσι μπορεί να μας δει και ο Βόλος τώρα, όπως μας είδαν τον περασμένο Φεβρουάριο φίλοι στη Γερμανία και στη Σουηδία».

-Έχετε σκεφτεί τώρα τι θ’ ακολουθήσει στο μέλλον;

«Θεωρώ αναγκαίο να γίνεται αυτό, γιατί με όλα αυτά που σημάδεψαν τελευταία και τον θεατρικό χώρο με το #metoo αλλά και με όλα όσα περνάει η χώρα πρέπει να κάνουμε όνειρα και σχέδια για το μέλλον, γιατί πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι. Αυτό μας δίνει και μία αισιόδοξη στάση, με πολύ κόσμο να δυσκολεύεται…
Σχεδιάζουμε πρώτα απ’ όλα για του χρόνου κάτι που θέλω να φέρω και στον Βόλο. Γίνονται επίσης και κάποιες τηλεοπτικές αλλά και ραδιοφωνικές παραγωγές. Συμμετείχα και στη σειρά «Άγριες Μέλισσες» και τώρα θα συμμετέχω και σε μία παραγωγή του Mega, που θα λέγεται «ο Σιωπηλός Δρόμος», μία αστυνομική σειρά 13 επεισοδίων, από τον ερχόμενο Απρίλιο».

-Ικανοποιημένος μέχρι στιγμής λοιπόν;

«Το χειρότερο είναι η εκκρεμότητα. Πότε και πώς θα γίνει κάτι, και αν γίνεται μάταια… Ευτυχώς που προλάβαμε να ανεβάσουμε την «Κληρονομιά», με δύο παραστάσεις έστω που πήγανε πάρα πολύ καλά. Έλεγα μάλιστα πώς θα δει ο κόσμος την παράσταση με μάσκες, αλλά τα γέλια ήταν ηχηρά και αυτό ήταν κάτι ανακουφιστικό. Έτσι είχαμε και τις αντιδράσεις του κόσμου και είχαμε μία παράσταση έτοιμη και για κινηματογράφηση. Το χειρότερο ήταν γι’ αυτούς που έμειναν στη μέση. Μετά με τι ψυχή να ολοκληρώσεις κάτι αν δεν ξέρεις αν θα το δώσεις στον κόσμο;».