Βιβλιοκριτική: Η Τέχνη που Πατούσαμε / Μεφσούτ εν Βόλω Θάλεια Μακρή – Σκοτινιώτη

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Η Τέχνη που Πατούσαμε / Μεφσούτ εν Βόλω
Θάλεια Μακρή – Σκοτινιώτη
Εκδόσεις ΗΒΗ, Βόλος

Κριτική παρουσίαση: Δρ. Βάσω Αδρύμη – Σισμάνη, Αρχαιολόγος

Πόσες φορές έχουμε περπατήσει σε ένα παλιό αρχοντικό, σε ένα δημόσιο κτίριο ή σε ένα σπίτι του Μεσοπολέμου, χωρίς να προσέξουμε τι βρίσκεται ακριβώς κάτω από τα πόδια μας; Πόσες φορές θεωρήσαμε ένα παλιό τσιμεντοπλακίδιο απλώς διακοσμητικό στοιχείο, χωρίς να αναρωτηθούμε ποιος το σχεδίασε, ποιος το κατασκεύασε και ποιοι άνθρωποι περπάτησαν πάνω του;
Το βιβλίο της αρχιτέκτονος και τοπογράφου μηχανικού Θάλειας Μακρή – Σκοτινιώτη, «Η Τέχνη που Πατούσαμε / Μεφσούτ εν Βόλω», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΗΒΗ, μας καλεί να κοιτάξουμε ξανά αυτά τα φαινομενικά ασήμαντα στοιχεία της καθημερινότητας. Και, κυρίως, να ανακαλύψουμε σε αυτά ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας, της αισθητικής, της τεχνογνωσίας και της κοινωνικής ζωής του Βόλου.
Η συγγραφέας, κόρη του κορυφαίου Βολιώτη λαογράφου Κίτσου Μακρή και της Κυβέλης Ζημέρη Μακρή, έχει κληρονομήσει μια ιδιαίτερη ευαισθησία απέναντι στην πολιτιστική κληρονομιά του τόπου. Την ευαισθησία αυτή, όμως, τη μεταφέρει δημιουργικά στο δικό της επιστημονικό πεδίο. Η πολυετής υπηρεσία της στην ΙΓ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Βόλου διαμόρφωσε μια ματιά στην οποία η αρχιτεκτονική, η αρχαιολογία, η τεκμηρίωση και η ιστορική μνήμη συναντώνται δημιουργικά.

Έτσι, τα δάπεδα που εξετάζει δεν αντιμετωπίζονται απλώς ως παλιά διακοσμητικά στοιχεία. Γίνονται τεκμήρια μιας ολόκληρης εποχής.
Στις 330 σελίδες της έκδοσης ξεδιπλώνεται η ιστορία του «Μεφσούτ – Εργοστάσιον Μωσαϊκών Πλακών & Τεχνητών Μωσαϊκών Μαρμάρων», ενός εργοστασίου που συνδέθηκε στενά με την παραγωγική, αρχιτεκτονική και αισθητική φυσιογνωμία του Βόλου. Η ιστορία της επιχείρησης και των ανθρώπων της εντάσσεται έτσι στη γενικότερη πορεία μιας πόλης που μετασχηματίστηκε σε σημαντικό εμποροβιομηχανικό κέντρο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι η μελέτη δεν περιορίζεται στην ιστορία μιας επιχείρησης. Παρακολουθεί την τεχνογνωσία, τα σχέδια και την αισθητική των πλακιδίων, αναδεικνύοντας παράλληλα τη θέση τους μέσα στην καθημερινή ζωή των κατοίκων.
Και εδώ βρίσκεται μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πλευρές της μελέτης.

Τα προϊόντα του «Μεφσούτ» δεν απευθύνονταν μόνο στις εύπορες οικογένειες και στα εντυπωσιακά αστικά σπίτια. Τα περίτεχνα σχέδια των πλακιδίων πέρασαν και σε λαϊκές και προσφυγικές κατοικίες, συνδέοντας την παραγωγή του εργοστασίου με τις κοινωνικές μεταβολές της εποχής. Το τσιμεντοπλακίδιο γίνεται έτσι ένας τρόπος διάχυσης της αστικής αισθητικής σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.
Ένα δάπεδο μπορούσε, επομένως, να μιλά για την οικονομική δυνατότητα μιας οικογένειας και για το γούστο της, αλλά ταυτόχρονα και για τις κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες μέσα στις οποίες αυτή ζούσε.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σύνδεση των νεότερων δαπέδων με πολύ παλαιότερες καλλιτεχνικές παραδόσεις. Η δομή του «χαλιού», με το κεντρικό διακοσμητικό πεδίο και την περιμετρική μπορντούρα, παραπέμπει στη σύνθεση των ρωμαϊκών ψηφιδωτών. Ρόμβοι, τεμνόμενοι κύκλοι, μαίανδροι και ανθέμια, γνωστά από την παλαιοχριστιανική και βυζαντινή διακόσμηση, επανεμφανίζονται στα νεότερα δάπεδα, αποδεικνύοντας τη διάρκεια και τη μεταμόρφωση των διακοσμητικών μοτίβων μέσα στον χρόνο.
Ακόμη και η χρωματική παλέτα – η ώχρα, το κεραμιδί, το πράσινο και άλλες γήινες αποχρώσεις – δημιουργεί έναν διάλογο με παλαιότερες διακοσμητικές παραδόσεις.

Το δάπεδο, λοιπόν, δεν είναι απλώς η επιφάνεια πάνω στην οποία περπατάμε. Είναι ένα μορφολογικό και κοινωνικό παλίμψηστο. Κάτω από τα γεωμετρικά σχήματα και τα χρώματα κρύβονται η αισθητική μιας εποχής, οι τεχνικές γνώσεις των κατασκευαστών και, τελικά, οι ίδιοι οι άνθρωποι που έζησαν μέσα σε αυτούς τους χώρους.
Η αξία της μελέτης βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη διεύρυνση της οπτικής. Η συγγραφέας δεν καταγράφει απλώς αντικείμενα· ανασυνθέτει μέσα από αυτά ένα τμήμα της κοινωνικής και πολιτισμικής ιστορίας του Βόλου. Τα πλακίδια λειτουργούν ως μικρά, αλλά εξαιρετικά εύγλωττα, ιστορικά τεκμήρια.
Το βιβλίο έχει, όμως, και μια ακόμη σημαντική διάσταση. Δεν περιορίζεται στο παρελθόν. Μας θέτει ένα ερώτημα που αφορά άμεσα το παρόν: τι κάνουμε σήμερα με αυτή την κληρονομιά;
Η καταγραφή και η αποτύπωση των δαπέδων, η διατήρησή τους in situ, η εξειδικευμένη συντήρηση και, όπου αυτό δεν είναι εφικτό, η προσεκτική αποκόλληση και επανάχρησή τους αποτελούν τρόπους με τους οποίους μπορεί να διασωθεί ένα σημαντικό κομμάτι της νεότερης πολιτιστικής κληρονομιάς του Βόλου.

Παράλληλα, η ανάδειξη αυτών των στοιχείων μέσα από θεματικές διαδρομές, εκθέσεις ή μουσειακές δράσεις θα μπορούσε να φέρει τους ίδιους τους κατοίκους πιο κοντά σε μια ιστορία που βρίσκεται κυριολεκτικά κάτω από τα πόδια τους.
Η γλώσσα του βιβλίου διακρίνεται για την επιστημονική της ακρίβεια και τη σαφήνεια, χωρίς να γίνεται δυσπρόσιτη στον αναγνώστη. Η ορολογία είναι προσεκτικά επιλεγμένη και υπηρετεί την τεκμηρίωση της μελέτης, χωρίς να οδηγεί σε έναν αποστασιοποιημένο ή υπερβολικά τεχνοκρατικό λόγο. Η επιστημονική τεκμηρίωση συνδυάζεται έτσι με μια γραφή που διατηρεί ζωντανό το ενδιαφέρον και αναδεικνύει ένα κομμάτι της καθημερινής πολιτιστικής κληρονομιάς του Βόλου, το οποίο παρέμενε μέχρι σήμερα σε μεγάλο βαθμό στο περιθώριο της συλλογικής μνήμης.

Η έκδοση ξεχωρίζει, ακόμη, για την προσεγμένη εικονογραφική και σχεδιαστική της παρουσίαση. Η ψηφιακή αναπαράσταση μεγάλου μέρους των σχεδίων και η αξιοποίηση σπάνιου φωτογραφικού υλικού δεν λειτουργούν απλώς συμπληρωματικά προς το κείμενο· αποτελούν ουσιαστικά εργαλεία τεκμηρίωσης και ανάγνωσης της έρευνας. Παράλληλα, συνιστούν μια πολύτιμη παρακαταθήκη, τόσο για την επιστημονική κοινότητα όσο και για κάθε μελλοντική προσπάθεια διάσωσης και ανάδειξης της νεότερης βιομηχανικής κληρονομιάς της πόλης.
Η αξία, όμως, της έκδοσης βρίσκεται και αλλού: στο γεγονός ότι μας αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε την πόλη μας.
Το βιβλίο δεν απευθύνεται μόνο στους ειδικούς. Απευθύνεται σε κάθε Βολιώτη και κάθε Βολιώτισσα που θέλει να γνωρίσει καλύτερα τον τόπο στον οποίο ζει. Μας θυμίζει ότι η πολιτιστική κληρονομιά δεν βρίσκεται μόνο στα μεγάλα μνημεία, στα μουσεία και στα κτίρια που όλοι αναγνωρίζουμε.

Βρίσκεται και στα καθημερινά πράγματα.
Η Θάλεια Μακρή – Σκοτινιώτη μάς καλεί να σταθούμε για λίγο και να κοιτάξουμε διαφορετικά. Να δούμε πίσω από το σχέδιο τους ανθρώπους, την εποχή, την τεχνική, την κοινωνία που το δημιούργησε.
Γιατί πάνω σε αυτά τα δάπεδα δεν αποτυπώθηκε μόνο η τέχνη μιας εποχής.
Αποτυπώθηκαν τα βήματα των ανθρώπων της.
Και ίσως αυτός να είναι ο βαθύτερος συμβολισμός του τίτλου «Η Τέχνη που Πατούσαμε». Πατούσαμε πάνω σε μικρά έργα τέχνης χωρίς να γνωρίζουμε την αξία τους. Σήμερα καλούμαστε να τα κοιτάξουμε ξανά, να τα κατανοήσουμε και, όπου είναι ακόμη δυνατό, να τα διασώσουμε.
Γιατί η ιστορία του Βόλου δεν βρίσκεται μόνο σε όσα κοιτάζουμε.
Βρίσκεται και σε όσα πατάμε.

Εγγραφείτε στην ομάδα Magnesianews στο Viber για να λαμβάνετε ενημερώσεις.
Ακολουθήστε τη ροή Magnesianews στο Google News και μείνετε σε επαφή με ότι συμβαίνει.
Γίνετε μέλος στο κανάλι Magnesianews στο Messenger για όλες τις τελευταίες ειδήσεις.