Το άρθρο του δημοσιογράφου Ανδρέα Γιουρμετάκη, με τίτλο «Ποιος Τράμπ; Από το Βόλο άρχισε η μάχη κατά του «συστήματος» ήταν η αφορμή να εκφράσει την άποψη του ο ανεξάρτητος δημοτικός σύμβουλος, Κώστας Γαργάλας.
Όπως έγραψε στον προσωπικό του λογαριασμό στο Facebook « Δεν είμαι από τους ανθρώπους που επηρεάζονται ή διαμορφώνουν την άποψή τους από ένα άρθρο. Αλλά με αφορμή το άρθρο του συγκεκριμένου δημοσιογράφου δυο τρεις σκέψεις μπορώ να εκφράσω. Πρώτη σκέψη ότι σ’ ένα θολό και ακαθόριστα <<αντί>> κλίμα δίνεται η δυνατότητα σε λαϊκιστές και κρυφονεοταξίτες που συγχρόνως υπηρετούν απολύτως ιδιοτελή συμφέροντα και κάνοντας αντίστοιχες συμμαχίες ,να αναδειχθούν πατώντας πάνω στη λαϊκή δυσαρέσκεια. Αφού καταλάβουν το θώκο εκφράζουν τη πιο στυγνή και βίαιη συστημική συμπεριφορά και άποψή τους. Πολύ γρήγορα εκφράζονται σαν οι απόλυτα συστημικοί υπηρέτες , πρωταγωνιστές ενός θεάτρου με το πλέον αναχρονιστικό σκηνικό που μπορεί να υπάρξει και μάλιστα με απροκάλυπτο τρόπο καθώς έχοντας καβαλήσει πολλά καλάμια εκμεταλλεύονται την <<αντί>> διάθεση των πολιτών και δίνοντας ψίχουλα κερδίζουν για τον εαυτό τους τα πάντα. Παράδειγμα .
Στον Δήμο Βόλου υπάρχουν εργαζόμενοι απλήρωτοι, συμπολίτες που πεινάν, ζωές που κυνηγιούνται, γειτονιές που βρωμάνε από σκουπίδια, θάλασσες που μολύνονται με απόβλητα ( δεν το λέω εγώ αλλά η Περιφέρεια), βρώμικος αέρας που αναπνέουμε και δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν , δήθεν γιατί υπάρχει στενότητα χρημάτων αλλά υπάρχουν πάντα χρήματα για γιρλάντες , για γιορτούλες , για φωτάκια ξεγελώντας και θαμπώνοντας το βλέμμα, κρύβοντας ή και βάζοντας κάτω από το χαλί , την πραγματικότητα. Υπάρχουν επίσης χρήματα για ημέτερους ( άφθονα και με συνεχείς αναθέσεις) , εξυπηρετήσεις προσώπων ( που εσχάτως γίνεται προσπάθεια να είναι και νομότυπες) κι όχι βέβαια για το κοινό συμφέρον , εξαρτήσεις οικονομικές και προσωπικές ( της δεκαετίας του 1960) και συμμαχίες με ανθρώπους που δεν θα διστάσουν να κάνουν οτιδήποτε ( όχι μόνο να υποστηρίξουν αλλά και να επαινέσουν με την υπογραφή τους ή τη συμμετοχή τους σε ψηφοδέλτια- κι όχι μόνο Δημοτικά- που στηρίζονται από την συστημική εξουσία). Και ξεφεύγει το πράγμα και η αναγκαιότητα και η ευθύνη δεν είναι μόνο υπόθεση της Αριστεράς.
Είναι υπόθεση όλων όσων αντιλαμβάνονται το ότι η ζωή μπορεί να προχωράει με αντιθέσεις , με αντιφάσεις ίσως με απορρίψεις αλλά αναζητά τις συγκλίσεις, τις συμφωνίες σε προγράμματα, την εντιμότητα του λόγου, την αντιστοιχία λόγων και έργων, την άμεση εμφάνιση αποτελεσμάτων που αφορούν στη καθημερινότητα αλλά δίνει και ξεκάθαρα το όραμα μιας άλλης άποψης. Κι αυτό είναι υπόθεση όσων έχουν αίσθηση της αναγκαιότητας της Δημοκρατίας όχι ως μέσο και σύστημα προς επίτευξη ιδιοτελών σκοπών αλλά μέσο και σύστημα που αναδεικνύει το μεγαλείο της ύπαρξή τους. Και στους δεύτερους δεν συμπεριλαμβάνονται μόνο όσοι ευαγγελίζονται την Αριστερά. Αλλά όλοι όσοι δέχονται τη διαφορετικότητα συνθέτοντας και απορρίπτουν τον λαϊκισμό (και για τα διαδραματιζόμενα στον Βόλο τον Μπεϊσμό και για την Αμερική τον Τραμπισμό ή την Ιταλία τον Μπερλουσκονισμό) που έτσι κι αλλιώς διχάζει και κοροϊδεύει».



































