Να επανέλθουν στο προηγούμενο καθεστώς οι Κτηματικές Υπηρεσίες και να μην υποβαθμιστούν σε Αυτοτελή Γραφεία, ζητά το ΤΕΕ Μαγνησίας, με επιστολή του προς τον υπουργό, αναπληρωτή υπουργό και υφυπουργό Οικονομικών, ενώ παράλληλα ζητεί να ενισχυθούν υπηρεσίες με διπλωματούχους μηχανικούς και να υπάρξει κωδικοποίηση της νομοθεσίας, αλλά και συνεχής επιμόρφωση του προσωπικού που καλείται να χειριστεί πολύπλοκες υποθέσεις.
Όπως αναφέρει το ΤΕΕ Μαγνησίας, με το Π.Δ. το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή στις 29 Οκτωβρίου 2014, για τον Οργανισμό του υπουργείου Οικονομικών, αλλάζει εντελώς η διάρθρωση των υπηρεσιών της Δημόσιας Περιουσίας. Οι Κτηματικές Υπηρεσίες πρακτικά καταργούνται και σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Προεδρικού Διατάγματος δημιουργούνται οι Περιφερειακές Διευθύνσεις Δημόσιας Περιουσίας και τα Αυτοτελή Γραφεία Δημόσιας Περιουσίας.
Όπως τονίζει το ΤΕΕ, με το νέο Οργανισμό του Υπουργείου, αντί για μία Κτηματική Υπηρεσία στην έδρα κάθε νομού θα λειτουργούν μόλις 7 Περιφερειακές Διευθύνσεις Δημόσιας Περιουσίας στην έδρα κάθε Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Αυτή η μορφή οργανικής μονάδας θα έχει ουσιαστικά στην αρμοδιότητα και ευθύνη της όλα τα αντικείμενα της Δημόσιας Περιουσίας για ολόκληρη την γεωγραφική έκταση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Στην έδρα κάθε Περιφερειακής Ενότητας (πρώην Νομαρχίας) οι Κτηματικές Υπηρεσίες ουσιαστικά καταργούνται, αφού μετονομάζονται και υποβιβάζονται σε Αυτοτελή Γραφεία Δημόσιας Περιουσίας (46 στο σύνολο της επικράτειας) υπαγόμενα στην οικεία Περιφερειακή Διεύθυνση Δημόσιας Περιουσίας, ενώ τα θέματα της χωρικής τους αρμοδιότητας μεταφέρονται στην οικεία Περιφερειακή Διεύθυνση και ουσιαστικά για κάθε υπόθεση που προκύπτει θα πρέπει να επικοινωνούν με το αρμόδιο Τμήμα και τον αρμόδιο Προϊστάμενο της Περιφερειακής Διεύθυνσης.
«Η νέα διάρθρωση της Δημόσιας Περιουσίας αποτελεί ξεκάθαρα, υποβάθμιση της προστασίας της Δημόσιας περιουσίας, είναι τελείως συγκεντρωτική και ήδη δημιουργεί μεγάλα προβλήματα στην εξυπηρέτηση των πολιτών, μεγάλη γραφειοκρατία και επιβράδυνση στη διεκπεραίωση των υποθέσεων», αναφέρει το ΤΕΕ, που προσθέτει ότι ήδη
έχουν δημιουργηθεί σοβαρά προβλήματα, με τη νέα διάρθρωση της υπηρεσίας, και συνεχώς ανακύπτουν και νέα.
Χαρακτηριστικό των παραπάνω είναι, ότι με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ 484/τ.Β΄/31-03-2015) ορίζονται απλοί υπάλληλοι των Αυτοτελών Γραφείων Δημόσιας Περιουσίας, σε επιτροπές στη θέση του αναπληρωτή Προέδρου, αναφέρει το ΤΕΕ, που επικαλείται τη νομοθεσία και τον κώδικα διοικητικής διαδικασίας, που αναφέρουν για το ποιος ενασκεί χρέη αναπληρωτή Προϊσταμένου οργανικής μονάδας. Ακόμη, στα Αυτοτελή Γραφεία Δημόσιας Περιουσίας δεν έχουν οριστεί Προϊστάμενοι, και υπεύθυνοι γραφείων, ενώ δεν έχουν παραχωρηθεί άλλες αρμοδιότητες από αυτές που ορίζει το Π.Δ. 111/2014.
«Ο χειρισμός υποθέσεων από υπηρεσίες ή υπαλλήλους που δεν έχουν την αρμοδιότητα μπορούν να προκαλέσουν ακυρότητα των πράξεων που έχουν πραγματοποιηθεί με κυρώσεις, τόσο στις υπηρεσίες, όσο και στους υπαλλήλους, με αποτέλεσμα τη μη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου», εκτιμά το ΤΕΕ.
Ήδη, τονίζει, οι υπάλληλοι των Αυτοτελών Γραφείων Βοιωτίας, Ευβοίας, Ευρυτανίας, Καρδίτσας, Μαγνησίας, Τρικάλων, Φθιώτιδας και Φωκίδας εκφράζουν την αντίθεσή τους:
• Ως προς την αρμοδιότητά τους να διενεργούν πράξεις (συμμετέχοντας σε επιτροπές απλοί υπάλληλοι γραφείων που δεν έχουν την αντίστοιχη αρμοδιότητα χειρισμού των υποθέσεων ως Πρόεδροι), ακροβατώντας μεταξύ της νομιμότητας ή μη των υπηρεσιακών τους ενεργειών
• Ως προς την ενδεχόμενη ακυρότητα των πράξεων που θα διενεργηθούν.
• Ως προς τον ενδεχόμενο καταλογισμό ευθύνης τους για τη ακυρότητα των πράξεων που διενεργήθηκαν.
Το ΤΕΕ ζητά από την ηγεσία του υπουργείου να ανεργήσει άμεσα για την επίλυση των θεμάτων που έχουν ανακύψει μετά την εφαρμογή του Π.Δ. 111/2014 και θεωρεί ότι οι Κτηματικές Υπηρεσίες θα πρέπει να επανέλθουν στο προηγούμενο καθεστώς λειτουργίας τους, ως αυτοτελείς οργανικές μονάδες στη έδρα του κάθε νομού, με αποκλειστική ευθύνη για τα θέματα της χωρικής τους αρμοδιότητας.
Παράλληλα, ζητά να ενισχυθούν οι υπηρεσίες με διπλωματούχους μηχανικούς, ώστε να αντιμετωπιστεί ο μεγάλος φόρτος εργασίας που υφίστανται, λόγω των πολλών και διαφορετικών θεμάτων που αντιμετωπίζουν και να υπάρξει κωδικοποίηση της νομοθεσίας, αλλά και συνεχής επιμόρφωση του προσωπικού που καλείται να χειριστεί πολύπλοκες υποθέσεις.






























