Το γεγονός ότι η ψυχική υγεία του γιου του Βασίλη, που έφυγε από τη ζωή στις 13 Ιουλίου 2020, σε ηλικία 27 χρόνων, επηρεάστηκε από τον ξυλοδαρμό που υπέστη από τους αστυνομικούς ένα μήνα πριν, τόνισε στο Ράδιο ΕΝΑ και τον Δ. Καρεκλίδη, ο Γιάννης Μάγγος, πατέρας του εκλιπόντα. Όπως είπε, ο γιος του πάλευε με τους δαίμονές του, τους οποίους κατάφερε να διώξει και έκανε αγώνα με τις συλλογικότητες για μια καλύτερη ποιότητα ζωής στην πόλη μας, λόγος για τον οποίο στοχοποιήθηκε από την Αστυνομία.
Όπως ανέφερε, αισθάνεται ότι υπάρχει εμπαιγμός από την Αστυνομία σε σχέση με την ΕΔΕ και τόνισε ότι δικαίωση για την οικογένεια είναι να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι που οδήγησαν έμμεσα στον θάνατο του γιού του.
Ο κ. Μάγγος, την επιστολή του οποίου διάβασε στη Βουλή ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αλέξης Τσίπρας, δήλωσε ότι στέλνοντας την επιστολή αυτή, σκοπός του ήταν «να πληροφορηθούν οι βουλευτές του Κοινοβουλίου και κυρίως ο Ελληνικός λαός για ένα περιστατικό εσκεμμένης, ακραίας και αδικαιολόγητης αστυνομικής βίας, αυτό που συνέβη δηλαδή στο παιδί μας στις 14 Ιουνίου 2020 μπροστά στα Δικαστήρια του Βόλου και μπροστά στα μάτια της Ελληνικής Δικαιοσύνης, από αστυνομικούς της Διεύθυνσης Αστυνομίας Μαγνησίας και που ήταν η έμμεση αιτία θανάτου του».
«Η ΕΔΕ δεν ολοκληρώθηκε ακόμη…»
Μετά την ανάγνωση της επιστολής μου, η Ελληνική Αστυνομία, βιαστικά και με προθυμία έκανε ανακοινώσεις ότι βγήκε το πόρισμα για την υπόθεση του ξυλοδαρμού και βασανισμού του γιού μας Βασίλη Μάγγου. Μάλιστα ανακοίνωσε ότι δήθεν τρεις αστυνομικοί παραπέμπονται με το ερωτηματικό της παύσης ή της αργίας, τόνισε ο Γιάννης Μάγγος.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η επίσημη απάντηση της ΕΛΑΣ που επιδόθηκε γραπτώς στις 18 Μαρτίου, αναφέρει ότι επειδή η ΕΔΕ απεστάλη στον Συνήγορο του Πολίτη, μέχρι και την ολοκλήρωσή της (που σημαίνει ότι δεν ολοκληρώθηκε) θα τηρείται η αρχή της μυστικότητας.
«Δεν μας λένε τίποτα απολύτως. Είναι ντροπή τους κι εγώ αναρωτιέμαι: Η αρχή της μυστικότητας δεν ισχύει για τα ΜΜΕ και ισχύει για μας που είμαστε οι άμεσα θιγόμενοι; Ποιόν κοροϊδεύουν; Η ΕΔΕ, σύμφωνα με την απάντηση της Ελληνικής Αστυνομίας, δεν ολοκληρώθηκε ακόμη. Δεν έχω καμία απολύτως εμπιστοσύνη», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο πατέρας του Βασίλη Μάγγου, πρόσθεσε ότι αν ο πρωθυπουργός ζήτησε συγνώμη από τα θύματα της αστυνομικής βίας, αυτό είναι το λιγότερο. «Αυτό που θα έπρεπε να κάνει ο πρωθυπουργός του Ελληνικού κράτους είναι επιτέλους να σταματήσει η απροκάλυπτη και η βάναυση καθημερινή αστυνομική βία. Αυτό που συμβαίνει, στις μέρες μας είναι παράλογο», ανέφερε.
«Κατάφερε να διώξει τους δαίμονες»
Σύμφωνα με τον Γιάννη Μάγγο, η ιατροδικαστική έκθεση αναφέρει ως αιτία θανάτου του γιού του το πνευμονικό οίδημα λόγω εξαρτησιογόνων ουσιών.
Ο ίδιος διερωτήθηκε «πως θα αποτυπωθεί σε μια ιατροδικαστική έκθεση το σωματικό και ψυχικό μαρτύριο, στο οποίο υποβλήθηκε το παιδί μας; Ας προσπαθήσουμε να μπούμε κάπως στη θέση του. Ένα παλληκάρι 26 χρονών που πάλευε με τους δαίμονές του, που τον στηρίζαμε όμως και είχε καταφέρει να τους διώξει, που ζούσε μια χαρά, είχε τη δουλειά του, τους φίλους του, τις παρέες του και μέσα από τις συλλογικότητες, πάλευε και διεκδικούσε μια καλύτερη ποιότητα ζωής για την πόλη μας. Ξαφνικά περνά αυτό το σοκαριστικό σωματικό και ψυχικό μαρτύριο και βρίσκεται από ζενίθ στο ναδίρ».
Ο κ. Μάγγος εκτίμησε ότι δεν το άντεξε, δεν ένταξε την αδικία. Το πήρε κατάκαρδα και αν δεν συνέβαινε αυτό, είμαι σίγουρος ότι το παιδί μας θα ζούσε σήμερα. «Πιστεύω ακράδαντα ότι έμμεση αιτία θανάτου του ήταν ο εξευτελιστικός ξυλοδαρμός του και αυτό γιατί αγωνίζονταν για μια πόλη χωρίς καύση σκουπιδιών από το τσιμεντάδικο και για μια πόλη χωρίς καρκίνο. Ήταν στοχευμένος και το ξύλο που έφαγε ήταν γιατί αναγνώρισαν ότι ήταν ο Βασίλειος Μάγγος ο αγωνιστής, που έκανε όλους αυτούς τους αγώνες που κάνουν οι συλλογικότητες για τα πράγματα που συμβαίνουν στην εποχή μας», επισήμανε.
«Χτυπήθηκε στοχευμένα»
Ο κ. Μάγγος τόνισε ότι οι χρήστες ουσιών είναι ισότιμα μέλη της κοινωνίας μας και μάλιστα αγωνίζονται για τη θέση τους, για την κατάστασή τους να καλυτερέψει και για τα προβλήματα της κοινωνίας μας, όπως έκανε ο γιός του.
Όπως είπε, μέσα από την έγγραφη καταγγελία που έκανε σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης μετά τον ξυλοδαρμό, που βρισκόταν στ Νοσοκομείο, που για τον ίδιο ήταν ένα ώριμο πολιτικό κείμενο, είχε το θάρρος να πει και να επαληθευτεί από το βιβλίο συμβάντων της Αστυνομίας, ότι χτυπήθηκε στοχευμένα.
Όπως είπε, δύο πράγματα απασχόλησαν πάρα πολύ τον γιό του: «Όταν έφαγε το ξύλο μπροστά στα Δικαστήρια, το ερώτημά του ήταν το εξής: Πατέρα ήταν 12-15 αστυνομικοί. Εγώ απλά πλησίασα, διαμαρτυρόμενος για το άδικο που συνέβη να διαμαρτύρεται κάποιος για την καύση σκουπιδιών και τον καρκίνο στην πόλη και να συλλαμβάνεται. Γι’ αυτό και μόνο διαμαρτυρόμουνα, δεν κρατούσα τίποτα στα χέρια, ήμουν ακίνδυνος και δεν αποτελούσα καμία απειλή. Πλησίασα μόνος μου και οι αστυνομικοί εξάντλησαν όλα τα περιθώρια που είχαν να με ακινητοποιήσουν; Όχι έπεσαν κατευθείαν πάνω του και τον ξυλοκόπησαν βάναυσα και ανελέητα. Αυτό ήταν απαράδεκτο και τον απασχολούσε πάρα πολύ, γιατί δεν περίμενε αυτή την επίθεση από όργανα που είναι ταγμένα στην υπηρεσία προστασίας του πολίτη».
«Χτυπήθηκε, βασανίστηκε και
στο τέλος πετάχτηκε σαν σκυλί»
Δεύτερο και επίσης πολύ σημαντικό ήταν ότι «μέσα στην Διεύθυνση Αστυνομίας Μαγνησίας, ο γιός μας χτυπήθηκε, βασανίστηκε και στο τέλος πετάχτηκε σαν σκυλί έξω, σοκαρισμένος, μισοπεθαμένος και αβοήθητος, έχοντας άμεση ανάγκη ιατρικής βοήθειας. Αυτό για μένα ονομάζεται εγκατάλειψη θύματος και μάλιστα από ανθρώπους που είναι κρατικά όργανα. Τον γιό μου αυτή η προσπάθεια εξευτελισμού του, ο προπηλακισμός, οι απειλές, οι βρισιές, τα κρύα σεξιστικά αστεία, ο βασανισμός με το νερό, μέσα στην Αστυνομία, τον σοκάρισαν πάρα πολύ, τον επηρέασαν ψυχολογικά. Δεν μπορούσε να φανταστεί το παιδί μου ότι υπήρχε περίπτωση να περάσει ένας άνθρωπος, αυτά που πέρασε ο ίδιος».
Ο πατέρας του εκλιπόντα τόνισε ότι όταν ο γιός του βγήκε έξω από την Αστυνομία, δεν ήξερε που πατούσε, του είπε ότι ήταν μισοπεθαμένος και αρνήθηκε να πάει στο Νοσοκομείο, ήθελε να πάει στους γονείς του στο σπίτι, όπου τον συνόδευσαν άνθρωποι που περνούσαν έξω από την Αστυνομία, μέχρι το σπίτι του.
«Όλα αυτά συνέβαλαν στην πτώση της ψυχολογίας του. Ο γιος μας από τότε άλλαξε ψυχολογία, αισθανόταν αδικημένος, πονούσε αφόρητα, προσπάθησε να βρει τρόπους να ανακουφίσει τους σωματικούς και τους ψυχικούς πόνους του και τέλος, επειδή δεν το άντεξε, δυστυχώς, όλο αυτό το πράγμα τον οδήγησε να φτάσει εκεί που έφτασε», ανέφερε χαρακτηριστικά ο πατέρας του θύματος.
Η δικαίωση
Ο ίδιος τόνισε ότι «ο γιός μας δεν γυρίζει πίσω πια, κάτι που θα απασχολεί εμάς σε όλο το υπόλοιπο της ζωής μας. Η τελευταία πολιτική πράξη της ζωής του, ήταν να διαμαρτυρηθεί για το άδικο. Όταν ο γιός μας έφυγε από τη ζωή εκφράζαμε την ελπίδα να είναι το τελευταίο θύμα της αστυνομικής βίας. Δυστυχώς διαψευστήκαμε. Η αστυνομική βία από τότε είναι καθημερινό παράλογο φαινόμενο. Εκφράσαμε τότε την ελπίδα για την ανάπτυξη ενός κινήματος κατά της αστυνομικής βίας και είναι μια δικαίωση για μας όταν βλέπομε όλο και περισσότερο κόσμο να συμμετέχει στο κίνημα κατά της αστυνομικής βίας και στους συλλογικούς αγώνες, μέσα από τις συλλογικότητες και από οπουδήποτε εκφράζει αυτή τη διαμαρτυρία του και τέλος να διαδηλώνει κατά της αυταρχικής κυβερνητικής πολιτικής».































