Κ. Κρομμύδας στο Ράδιο ΕΝΑ: «Μ’ αρέσει οι αναγνώστες να βουτάνε μέσα στα βιβλία και να γεύονται την ιστορία μου… »

Η «Εβόρα» έρχεται να μας θυμίσει τη σπουδαιότητα των αξιών της ζωής και τη σημασία της φύσης

Μπορεί να τον γνώρισε το ευρύ κοινό ως ηθοποιό, όμως ο Κώστας Κρομμύδας, είναι ένας πολυγραφότατος συγγραφέας, με εννέα βιβλία ήδη (τα οκτώ μυθιστορήματα) στο ενεργητικό του. Αυτή τη φορά έρχεται να μας ακουμπήσει την καρδιά και τις αισθήσεις μας, με την «Εβόρα», το όγδοο μυθιστόρημά του, που μέσα από την συνταρακτική πλοκή, έρχεται να θυμίσει στον αναγνώστη, τις αξίες της ζωής και τη σημασία της φύσης. Ο Κώστας Κρομμύδας μίλησε στο «Ράδιο ΕΝΑ» και στον Ηλία Κουτσερή για την «Εβόρα» του, αλλά και το σκοπό των βιβλίων του, που δεν είναι άλλος από μια «βουτιά» του αναγνώστη, μέσα στην ιστορία που αναδύεται μέσα απ΄ τις σελίδες.

 

Με τη συγγραφή ασχολείστε πλέον επαγγελματικά κι αυτό φαίνεται κι από την αποδοχή του κόσμου…

Αν δεν έχεις τον κόσμο να σε στηρίζει δεν μπορείς να προχωρήσεις και ο κόσμος είναι η καλύτερη απόδειξη εάν πάει κάτι καλά και πραγματικά έχει απόδοση. Τα τελευταία χρόνια, έχω επικεντρωθεί στη συγγραφή, γράφω κυρίως μυθιστορήματα κι αυτό μου δίνει μεγάλη χαρά, γιατί κάνω μία δουλειά που αγαπάω πολύ, γιατί το να είσαι συγγραφέας σήμερα είναι και επάγγελμα.  Εάν κάποιος συγγραφέας  θέλει να είναι συνεπής με το κοινό του, πρέπει να είναι επαγγελματίας με τη δουλειά του.                     Όχι ότι δεν υπάρχουν και πολλοί καλοί συγγραφείς που δεν είναι επαγγελματίες, αλλά εγώ δεν έχω αυτή τη δυνατότητα, να είμαι ένας χομπίστας, γιατί θέλω να έχω μία συνέπεια με το αναγνωστικό μου κοινό, γιατί μου αρέσει και αφιερώνω και όλο μου το χρόνο σ’ αυτό.

Με την πρόσφατη καραντίνα το βιβλίο προωθήθηκε τελικά; Ευνόησε η γενικότερη κατάσταση την πορεία του βιβλίου, αλλά και τη συγγραφή;

Η αίσθηση που έχω και τα στοιχεία που έχω δει, είναι ότι πουλήθηκαν πολλά βιβλία κατά τη διάρκεια της καραντίνας κι αυτό το διαπίστωσα κι εγώ ότι τα βιβλιοπωλεία που ήταν ανοιχτά αλλά και μέσω eshop πούλησαν πολλά βιβλία μου παλιότερα.                            Ο κόσμος έχοντας διαβάσει τα βιβλία μου, ειδικά οι αναγνώστες μου, αποφάσισαν να στραφούν σε παλιότερους τίτλους. Αξιοσημείωτο είναι ότι το «Μυρωδιά από Σανίδι» που είναι το προπέρσινο βιβλίο, έκανε ρεκόρ πωλήσεων κατά τη διάρκεια της καραντίνας!                                                                                                                                     Αμέσως μετά όμως ήρθε να εκδοθεί και η «Εβόρα», που ουσιαστικά εκδόθηκε με το τέλος της καραντίνας κι αυτό της έδωσε μια πολύ μεγάλη ώθηση, διότι πολύς κόσμος το περίμενε το βιβλίο. Έκανε ανατύπωση τις πρώτες τρεις ημέρες και λογικά θα πάμε στη δεύτερη ανατύπωση.

Είναι ένα βιβλίο που αγαπήθηκε πολύ και χαίρομαι ιδιαίτερα γιατί αυτό το βιβλίο έχει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι από τη δική μου ζωή, χωρίς να είναι βιογραφικό. Δεν μιλάω για τη δική μου ζωή, αλλά περισσότερο για τις παραστάσεις κι όλα αυτά που έχω νιώσει, έχοντας μεγαλώσει στην επαρχία. Στα Τρίκαλα, στα χωριά μου της μητέρας μου και του πατέρα μου. Αυτή η επαφή μου με τη φύση, είναι μια επαφή που ο σύγχρονος άνθρωπος τη χάνει σιγά σιγά και την ανακαλύψαμε τώρα, μέσα στην καραντίνα, όπου όλοι θέλαμε να βγούμε μία βόλτα, να περπατήσουμε στη θάλασσα, να πάμε βόλτα στο βουνό.

Η «Εβόρα» μιλά πολύ γι’ αυτή τη χαμένη σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Διότι η πρωταγωνίστριά μου είναι από την Έδεσσα, ζει σε ένα χωριό, εκεί έχει φτιάξει το μικρό της παράδεισο, την Εβόρα της. Είναι εμπνευσμένο από έναν αληθινό τόπο το βιβλίο. Η Εβόρα είναι ένα υπέροχο μέρος στην Έδεσσα, στο χωριό Παναγίτσα υπάρχει ένα καφέ-εστιατόριο που λέγεται Εβόρα, αυτό είναι που με έχει εμπνεύσει.

Από αυτό λοιπόν το στοιχείο εμπνευστήκατε το βιβλίο σας… Έχετε κρατήσει και άλλα στοιχεία;

Έχω κρατήσει μόνο την Εβόρα, έχω αλλάξει και το όνομα του χωριού, έχω αλλάξει πολλά στο μυθιστόρημα. Όταν επισκέφθηκα πέρυσι για την παρουσίαση του άλλου μου βιβλίου το «Μια νύχτα ακόμη» την Παναγίτσα και πήγα σ΄ αυτό το κατάστημα στην Εβόρα, βρέθηκα μπροστά σε έναν μικρό παράδεισο, πραγματικά γοητεύτηκα και αποφάσισα εκείνη τη στιγμή να εντάξω την επόμενή μου ιστορία σ’ αυτό το μέρος, σ’ αυτό τον τόπο. Κι έτσι προέκυψε η Εβόρα, ένα βιβλίο που πραγματικά μ’ έχει συγκλονίσει κι εμένα ο τρόπος με τον οποίο ανταποκρίθηκε το κοινό, με έναν πολύ όμορφο και ιδιαίτερο τρόπο.

Το εν λόγω βιβλίο το έχετε χαρακτηρίσει και «οδηγό ζωής» αν δεν κάνω λάθος. Αυτό επειδή δεν δίνουμε ιδιαίτερη αξία σε όσα έχουμε δίπλα μας όπως πχ τη φύση;

Νομίζω ότι η Εβόρα θα φέρει τους ανθρώπους που θα το διαβάσουν και ήδη το κάνει, κοντά, με κάποια ερωτήματα για το πως θέλουν να ζήσουν τη ζωή τους. Διότι η Αριάδνη, η πρωταγωνίστρια του βιβλίου μου, είναι ειδικός ευζωίας και βοηθά άλλους ανθρώπους να βρουν το δρόμο τους, ουσιαστικά δείχνοντάς τους το δρόμο της αγάπης, το πόσο σημαντικό είναι να αγαπάς μέσα όμως από τη σχέση που μπορείς να έχεις και με τη φύση. Δηλαδή πόσο η φύση, όταν μπορείς να περπατήσεις, να ζήσεις, να γευτείς την ομορφιά της φύσης, πόσο ευεργετικό, πόσο λυτρωτικό είναι αλλά και τι μεγάλη αρμονία φέρνει στον άνθρωπο αυτή η σχέση. Και μπορεί στην επαρχία να μην το βιώνουν οι άνθρωποι, αλλά ο μεγαλύτερος όγκος των ανθρώπων που ζουν στις πόλεις νιώθουν καθημερινά αυτή την έλλειψη της επαφής που θα έπρεπε να έχουν με τη φύση.

Το βιβλίο δεν είναι ένας οδηγός για το πως θα πρέπει να ζούμε, αλλά είναι ένα μυθιστόρημα στο οποίο τρέχει μία πολύ έντονη πλοκή. Την Αριάδνη τη σώζει ο Αντώνης όταν πέφτει στα παγωμένα νερά μιας λίμνης και μερικούς μήνες μετά, όταν ξανασυναντιούνται αυτοί οι άνθρωποι ξεκινάει ουσιαστικά η πλοκή του βιβλίου με πολύ καταιγιστική πλοκή από τη μέση του βιβλίου και μετά υπάρχει κι ένα δικαστικό κομμάτι, αλλά πάντα κοινός παρονομαστής σε όλα είναι αυτή η ευεργετική επαφή με τη φύση και με το πως συνδέονται οι πρωταγωνιστές με τη φύση σε όλες τις μορφές.

Υπάρχει ένα συγκεκριμένο συμπέρασμα ή είστε απ΄τους συγγραφείς, που αφήνετε στους αναγνώστες να σχηματοποιούν οι ίδιοι ένα συμπέρασμα ή νόημα στο τέλος της ανάγνωσης;

Εμένα δεν μου αρέσει να βάζω στόχους και να κατευθύνω, δεν το επιδιώκω αυτό. Εμένα μ’ ενδιαφέρει ένα πράγμα και δεν με νοιάζει πως θα χαρακτηρίσει κάποιος τη γραφή μου. Εμένα μ’ αρέσει να ταξιδεύουν οι αναγνώστες μου, να βουτάνε μέσα στα βιβλία, να γεύονται με όλες τις αισθήσεις την ιστορία, να την κουβαλάνε πολύ καιρό μέσα τους κι αν έχω καταφέρει έστω και στο ελάχιστο να καλυτερεύσω ή να οδηγήσω τη ζωή τους σε κάτι πιο όμορφο από αυτό που είχαν πριν, αυτό για μένα είναι το μεγαλύτερο κέρδος. Όλα τα υπόλοιπα θέλω να προκύπτουν. Δεν γράφω με σκοπό να διδάξω ή να πω ένα μανιφέστο να βγω να ανακοινώσω. Ο αναγνώστης θέλει να γίνεται ένα με τους ήρωες, να διεισδύει στην ιστορία με όλες του τις αισθήσεις. Αν ένας συγγραφέας το καταφέρει αυτό, νομίζω ότι είναι επιτυχία.