«Με το νου μας στις σύγχρονες μορφωτικές ανάγκες των μαθητών μας παίρνουμε θέση μάχης»

Του Απόστολου Ριζόπουλου, Δασκάλου, Mέλους της Τ.Ε. Μαγνησίας του ΚΚΕ, Δημοτικού Συμβούλου Βόλου, εκλεγμένου με τη ΛΑΪΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ

Είναι απολύτως εύλογο το ερώτημα εκπαιδευτικών και γονιών γιατί να μην υπάρχει σήμερα ένα σύστημα αξιολόγησης της εκπαίδευσης που να καταγράφει τις αδυναμίες του εκπαιδευτικού συστήματος και της εκπαιδευτικής διαδικασίας ώστε να υπάρχουν βελτιώσεις ως προς το αναλυτικό πρόγραμμα και την εκπαιδευτική – παιδαγωγική διαδικασία, για να έχουμε ένα καλύτερο σχολείο.
Θα πρέπει, όμως να αναρωτηθούμε: Το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα και οι αστικές κυβερνήσεις που το υπηρετούν, προτάσσουν στην πραγματικότητα τη βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος; Τα μέτρα και οι αναδιαρθρώσεις που προωθούν είναι στα αλήθεια προς όφελος των μαθητών – σπουδαστών, των μορφωτικών δικαιωμάτων τους και μετέπειτα των εργασιακών και κοινωνικών τους δικαιωμάτων; Τι θέλουν στην πραγματικότητα να αξιολογήσουν;

Τα ερωτήματα δεν είναι «φιλοσοφικά». Την τελευταία εικοσαετία, με κυβερνήσεις ΝΔ , ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ, ΣΥΡΙΖΑ, βιώνουμε μια τεράστια προσπάθεια εφαρμογής εκπαιδευτικών «εκσυγχρονισμών». Οι αλλαγές που γίνονται σε όλα τα επίπεδα των εκπαιδευτικών βαθμίδων με τη σφραγίδα της Ε.Ε. και του διεθνούς οργανισμού για την ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ και ΑΝΑΠΤΥΞΗ (ΟΟΣΑ), με την απόλυτη συμφωνία και του Συλλόγου Ελλήνων Βιομηχάνων (ΣΕΒ), απαιτούν την απόλυτη προσαρμογή της εκπαίδευσης στην ανάκαμψη των κερδών και της ανταγωνιστικότητας της καπιταλιστικής οικονομίας.
Σύμφωνα με την αντίληψη των παραπάνω οργανισμών, οι μαθητές και οι σπουδαστές δεν χρειάζεται να αποκτούν κατά τη διάρκεια φοίτησης τους γενική παιδεία και μόρφωση. Για παράδειγμα, γιατί θα πρέπει να γνωρίζουν στοιχεία και βασικούς νόμους κίνησης και εξέλιξης της κοινωνίας, των επιστημών και γενικότερα του πολιτισμού και της ιστορίας του λαού τους και των άλλων λαών; Τι να την κάνει τη γενική μόρφωση ο μαθητής όταν οι επενδύσεις, συν τοις άλλοις, θα στηρίζονται και στην εκμετάλλευση του φθηνού ευέλικτου επανακαταρτίσημου εργατικού και επιστημονικού δυναμικού; Γιατί η εκπαιδευτική διαδικασία να μην περιορίζεται σε αποκλειστικά «λειτουργικές» δεξιότητες προς εξυπηρέτηση μιας διαρκούς προσαρμογής, με αντίστοιχα προγράμματα κατάρτισης, από δημόσιους και ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς φορείς, για τις διαρκώς μεταβαλλόμενες ανάγκες του κεφαλαίου και των επενδύσεων; Όταν αυτό που ενδιαφέρει το σύστημα είναι η αρπαγή μεγαλύτερης υπεραξίας από την εκμετάλλευση των εργαζομένων, που για τα επόμενα χρόνια δεν είναι άλλοι από τους σημερινούς μαθητές και σπουδαστές, που καλούνται να «προσαρμοστούν» στις «συνθήκες γαλέρας» της καπιταλιστικής βαρβαρότητας;

Όλα τα πορίσματα των επιτροπών που συγκρότησαν η Διαμαντοπούλου του ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ, του Γαβρόγλου του ΣΥΡΙΖΑ και πρόσφατα του Πισσαρίδη της ΝΔ και της Κεραμέως, υπάρχει προσανατολισμός να αντιστοιχηθούν οι εκπαιδευτικές διαδικασίες, για το 70% των μαθητών και των σπουδαστών, σε μια εκπαίδευση δεξιοτήτων και προγραμμάτων κατάρτισης για τις ανάγκες της «αγοράς». Μάλιστα προκρίνεται και η συμβολή της τοπικής διοίκησης, των περιφερειών και των δήμων, στον σχεδιασμό των στόχων κατάρτισης με βάση το σχεδιασμό των οικονομικών- καπιταλιστικών δραστηριοτήτων σε κάθε περιοχή. Συνεπώς δεν είναι «αθώα» η συζήτηση που έχει αρχίσει σε ΕΝΠΕ και ΚΕΔΕ για ένα αποκεντρωμένο σύστημα εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες, αρχής γενομένης από την προσχολική αγωγή. Ένα σύστημα που θα έχει και επιλεκτικό προγραμματισμό στην κατάρτιση εκπαιδευτικών προγραμμάτων στις δομές εκπαίδευσης, με προτεραιότητα στην τεχνικο-επαγγελματική εκπαίδευση, ανάλογα με τις ανάγκες των επιχειρήσεων σε κάθε περιοχή. Ένα σύστημα που με εργαλείο την αξιολόγηση θα οδηγήσει σε αυτόνομες – αυτοτελείς οικονομικές μονάδες, με λογική «κόστους – οφέλους», με όρους περικοπής δαπανών και «πόρων», πατώντας στην αντιπαιδαγωγική – αντικοινωνική και ταξική κατηγοριοποίηση τους.

Η μεγαλύτερη απόδειξη ότι τα «νέα συστήματα» που θέλουν να εφαρμόσουν δεν αφορούν την βελτίωση των εκπαιδευτικών συνθηκών, είναι η ίδια η πραγματικότητα. Η τραγική κατάσταση που βρίσκονται οι εκπαιδευτικές δομές και σε όλες τις βαθμίδες τους και πιο συγκεκριμένα: Το 30% των σχολικών κτηρίων είναι 50ετίας και η περικοπή των κρατικών κονδυλίων για τη Σχολική Στέγη ανέρχεται στο 70%. Γυμναστήρια, εργαστήρια φυσικών – χημικών επιστημών, βιβλιοθήκες, αίθουσες ειδικών χρήσεων μετρούνται στα δάκτυλα. Οι δαπάνες για την Παιδεία μειώνονται 1,8 δις κάθε χρόνο για 11 συνεχόμενα χρόνια και οι γονείς δίνουν από την τσέπη τους 1,2 δις ευρώ τον χρόνο στην ιδιωτική εκπαίδευση. Επιπλέον, 700.000 μαθητές και μαθήτριες φοιτούν σε τμήματα από 21 έως 30 μαθητών. Επίσης από το 2010 έως σήμερα, που 40.000 εκπαιδευτικοί συνταξιοδοτήθηκαν, έχουν γίνει μόλις 3.459 μόνιμοι διορισμοί και μόνο στην Ειδική Αγωγή, αφήνοντας σε διαρκή ομηρία και «οδύσσεια» δεκάδες χιλιάδες αναπληρωτές εκπαιδευτικούς. Όπως και το γεγονός ότι 25% των μαθητών δεν μπόρεσε να πάρει μέρος στη τηλεκπαίδευση και 5.000 προσφυγόπουλα έμειναν εκτός εκπαίδευσης μέσα στην πανδημία.
Η κατάσταση, βέβαια, είναι γνωστή! Αντί, λοιπόν, η σημερινή κυβέρνηση, όπως και η προηγούμενη του ΣΥΡΙΖΑ, να πάρουν μέτρα ενάντια στην εγκατάλειψη και τη διαρκή υποβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης, προωθούν τον «Συλλογικό προγραμματισμό, εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση των σχολικών μονάδων ως προς το εκπαιδευτικό τους έργο». Μια διαδικασία, που αντίθετα με αυτό που ισχυρίζεται η κυβέρνηση, δεν έχει καμιά σχέση με τη βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος και της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Πώς είναι δυνατόν ένα σύστημα που τσακίζει καθημερινά τα δικαιώματα των εργαζομένων και των παιδιών τους, που με βροχή νέων αντιλαϊκών μέτρων προετοιμάζει ένα νέο εργασιακό μεσαίωνα να ενδιαφέρεται για την βελτίωση των εκπαιδευτικών συνθηκών; Δεν πρόκειται για μια απλή αντίφαση. Είναι ουτοπία κάποιος να φαντάζεται ένα «καλό» σύστημα αξιολόγησης σε ένα σύστημα εχθρικό στα συμφέροντα του λαού. Οποιοδήποτε σύστημα μέτρησης των επιδόσεων του εποικοδομήματος της εκπαίδευσης έχει στόχο να υπολογίσει πόσο γρήγορα προχωρούν οι αντιδραστικές – αντιεκπαιδευτικές αλλαγές. Πόσο γρήγορα υποτάσσονται σ’ αυτές οι εκπαιδευτικοί, που είναι ο κρίκος για την εφαρμογή τους.

Στην ουσία δρομολογεί την υποταγή, την χειραγώγηση και την τρομοκρατία των εκπαιδευτικών για την επιτάχυνση της εφαρμογής και νέων αντιδραστικών μέτρων στο εκπαιδευτικό σύστημα. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα που κλείνει οποιαδήποτε χαραμάδα γενικής μόρφωσης των μαθητών μας και τους μετατρέπει σε απάνθρωπο «γρανάζι» της καπιταλιστικής παραγωγής για καλύτερα αποτελέσματα στην ιδιοποίηση του κοινωνικού πλούτου. Οι εκπαιδευτικοί θα κριθούμε κατά πόσο, με βαθμολογία και ποσοστώσεις εξυπηρετούμε το σύστημα τους, απειλούμενοι ακόμα και με απολύσεις στην περίπτωση που δεν ικανοποιούμε τους στόχους τους συστήματός, της πολιτικής τους, τα κέρδη τους!
Με το νου μας στις σύγχρονες μορφωτικές ανάγκες των μαθητών μας, με την πεποίθηση ότι ακόμα και «οι μαθητές του τελευταίου θρανίου» μπορούν να γίνουν πρωταγωνιστές και δημιουργοί μιας καλύτερης κοινωνίας, παίρνουμε θέση μάχης. Είναι αυτονόητο λοιπόν ότι έχουμε διπλή υποχρέωση: οφείλουμε να αντισταθούμε τόσο για τα δικαιώματά των μαθητών μας , των παιδιών μας, όσο και για τα εργασιακά μας δικαιώματα!