Συνεπιμέλεια: Το μετέωρο βήμα του εκσυγχρονισμού

Γράφει η Νένα Ζήση MSc Κοινωνικής Ανθρωπολογίας
251
Shares

«Σάββατο μεσημέρι στις δυο ο μικρός θα είναι στην πόρτα να σε περιμένει. Κοίταξε μην ξεχαστείς στο τσιπουράδικο και δεν έρθεις. Κυριακή βράδυ στις 8 το παιδί νάναι πίσω… Πρέπει να κάνει μπάνιο και να πάει για ύπνο νωρίς. Έχει σχολείο τη Δευτέρα». Συνήθως το τηλέφωνο κλείνει χωρίς χαιρετισμό, πριν καν χαθεί ο απόηχος από τις τελευταίες λέξεις.

Μια εικόνα κοινή, επαναλαμβανόμενη σχεδόν παγιωμένη στη σχέση των πρώην συζύγων ή συντρόφων, όταν αυτή είναι προβληματική ή φορτισμένη από τις μεταξύ τους διενέξεις. Ένα κενό, ένα χάσμα και στη μέση αιωρούμενη μια ύπαρξη, ένα παιδί που τις περισσότερες φορές νιώθει σαν να το τραβάει η μάνα από το ένα χέρι και ο πατέρας από το άλλο, ο καθένας προς τη μεριά του.

Για πρώτη φορά, μετά από περίπου σαράντα χρόνια από την τελευταία μεγάλη αναμόρφωσή του το 1983, άλλαξε  ο νόμος για την επιμέλεια των παιδιών στην περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης των γονέων. Ένα σημαντικό βήμα έδειχνε ότι ήταν έτοιμη η ελληνική κοινωνία να κάνει η κοινωνία στα θέματα του οικογενειακού δικαίου, αλλά τελικά έμεινε μετέωρο και πάλι. Το πιο πρόσφατο είχε γίνει στο μακρινό 1983 .  Είναι αλήθεια ότι ο τότε  νόμος επέφερε την ισότητα των δύο φύλων στον γάμο αλλά όχι στο διαζύγιο, αφού και κείνος ο νόμος «δεν τόλμησε»  να κάνει ανατροπές. Παρά τις αρχικές προθέσεις για τη διαμόρφωση καινούργιων   ηθών και καινούργιο δεδομένων  άφησε ανέγκιχτη την  «αποκλειστική επιμέλεια» που είχε θεσπιστεί με το νόμο του 1946. Γεγονός είναι ότι τα τελευταία δώδεκα χρόνια συστάθηκαν τέσσερις νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, αλλά καμία από τις προηγούμενες κυβερνήσεις είτε δεν τόλμησε, είτε δεν πρόλαβε να προχωρήσει σε τομές και σε νομοθετικές αλλαγές. Με τον ψηφισθέντα νόμο είναι γεγονός ότι μια καινούργια αντίληψη φαίνεται  να διέπει τη φιλοσοφία  αναφορικά με την κηδεμονία των παιδιών. Η «ευθύνη»  φεύγει από τον ένα γονέα και γίνεται μιση-μιση , περνάει στην από κοινού άσκηση και από τους δύο γονείς.

Επιχειρείται δηλαδή να γίνει μετάβαση από το παρωχημένο και επιζήμιο για το συμφέρον του παιδιού  στερεότυπο του ενός γονέα στο σπίτι να ρυθμίζει τα πάντα και του άλλου γονέα εργαζόμενου-απόντα,. Υιοθετείται δηλαδή το υγιές πρότυπο σύμφωνα με το  οποίο οι δύο γονείς  συμμετέχουν ισότιμα στην επαγγελματική και κοινωνική ζωή. Έτσι θα μπορούν να είναι πλέον περισσότερο χρόνο παρόντες και να παρεμβαίνουν  στην ανατροφή των παιδιών στον ίδιο βαθμό.

Πέντε είναι τα βασικά στοιχεία αυτής της μεταρρύθμισης:

1)  Η μη διάκριση μεταξύ των γονέων, καθώς καθιερώνεται από κοινού η άσκηση της γονικής μέριμνας και από τους δύο γονείς μετά το διαζύγιο.

2)  Οι εναλλακτικές μέθοδοι επίλυσης των οικογενειακών διαφορών, όπως η διαμεσολάβηση.

3)  Η θέσπιση  μίνιμουμ χρόνου  επικοινωνίας του παιδιού με τον γονέα, με τον οποίο δεν διαμένει.

4)   Η θέσπιση αντικειμενικών κριτηρίων κακής άσκησης της γονικής μέριμνας, όπως είναι η μη καταβολή της διατροφής.

5)  Η δημιουργία ειδικών προγραμμάτων στην  Εθνική  Σχολή  Δικαστικών Λειτουργών για την επιμόρφωση των δικαστικών, που θα δικάζουν αποκλειστικά  τις οικογενειακές διαφορές. Μάλιστα προβλέπεται ειδική εκπαίδευση για τους δικαστές που θα ασχολούνται με τα ευαίσθητα αυτά θέματα των σχέσεων των γονιών με τα παιδιά. Η εκπαίδευση θα παρέχεται στους νέους δικαστές από την Εθνική Σχολή Δικαστών, ώστε να είναι καταρτισμένοι με βάση τις πιο σύγχρονες αντιλήψεις στον τομέα αυτό, ενώ για τους ήδη υπηρετούντες δικαστικούς προβλέπονται σεμινάρια επιμόρφωσης.

Χωρίς αμφιβολία  έγιναν κάποια  σημαντικά  βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς σκοτεινά σημεία και αγκάθια που έχει αυτός ο  νόμος. Το σημαντικότερο αφορά στη ρύθμιση που αναφέρεται σε παραβατικές συμπεριφορές (βιασμό, απόπειρες βιασμού, προσβολές γενετήσιας αξιοπρέπειας) ως προϋπόθεση για τον περιορισμό ή τον αποκλεισμό του γονιού από την επικοινωνία του με το παιδί.  Η  διάταξη που προβλέπει ότι απαιτείται αμετάκλητη απόφαση  δικαστηρίου  (που μπορεί να χρειαστεί  καμιά δεκαετία για να προκύψει κάτι τέτοιο!) είναι προφανές  ότι στερείται λογικής, αφού «αναγκάζει» το παιδί να παραμένει σε εγκληματογόνο περιβάλλον. Είναι παραπάνω από λογικό ότι επείγει  η αλλαγή αυτής της διάταξης, προκειμένου να οριστεί ότι σε αυτές τις περιπτώσεις (εγκλημάτων) δεν θα υπάρχει περιορισμός της επικοινωνίας, αλλά  αποκλεισμός. Έστω και τώρα , εκ των υστέρων με κάποια τροπολογια, όπως γίνεται κατά συρροή σε πολύ λιγότερο σημαντικά θέματα.  Μόνο έτσι μπορεί να διαφυλαχτεί  η σωματική και πνευματική υγεία του παιδιού.

Ένα δεύτερο σημείο προβληματισμού είναι το γεγονός ότι,  παρόλο που  πρόθεση του νόμου είναι να κάνει την   επιμέλεια  κοινή  για τους δυο  γονείς, σε άλλο σημείο  λέει ότι η  φροντίδα  υποχρεωτικά  πάντα ασκείται από τον «γονέα με τον οποίο το τέκνο διαμένει». Αυτό  είναι αντιφατικό και ενδεχομένως πηγή τριβής μεταξύ των πρώην συζύγων. Μπορεί και πρέπει και μετά  την  ψήφιση του νόμου να βρεθεί κάποια πιο «ευέλικτη» νομολογία, ώστε το παιδί να ανατρέφεται στην πράξη και από τους δυο γονείς. Τα άρθρα 7 και 13 ήταν αιτία να διαφοροποιηθούν οι βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος Μ. Γιαννάκου και Ό. Κεφαλογιάννη και να καταψηφίσουν

Και αυτές είναι μόνο μερικές από τις αντιρρήσεις που έχουν εκφραστεί, καθώς άλλοι θεωρούν ότι η διατύπωση των μεταρρυθμίσεων είναι δεσμευτική για τον δικαστή, ενώ άλλοι κρίνουν ότι πολλά αφήνονται στην κρίση του. Το παιδί μπορεί να αγαπάει εξίσου και τους δύο του γονείς, ωστόσο η  «υπεροχή»  του ρόλου   της μητέρας στην ελληνική κοινωνία καταλήγει να  «ωθεί» και τους δικαστές,   σε ποσοστό που αγγίζει το 90%, να δίνουν την  αποκλειστική επιμέλεια στη μητέρα, κάτι που θυμίζει λίγο πολύ εθιμικό δίκαιο.

Είναι φανερό ότι βρισκόμαστε σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι και η εφαρμογή στην πράξη και στη ζωή  αυτού του νόμου θα γίνουν καθοριστικές για την ελληνική κοινωνία της επόμενης πεντηκονταετίας, γιατί θα προσδιορίσουν το  πως θα μεγαλώνουν οι νέες γενιές. Προφανώς χρειάζονταν περισσότερο «ζύμωμα» περισσότερο «ψάξιμο»  μέσα στην Ελληνική πραγματικότητα για να προκύψουν οπι πιο συμφέρουσες για το μέλλον του τόπου επιλογές.  Κατά τούτο ορθώς  το Κέντρο Γυναικείων Μελετών και Ερευνών «Διοτίμα» διαμαρτύρεται γιατί κατά τη διαβούλευση αγνοήθηκαν συστηματικά οι γυναικείες και φεμινιστικές οργανώσεις της χώρας. Από τη μια δικαίως  θεωρεί ότι   η αναθεώρηση της νομοθεσίας ήταν απαραίτητη μετά από 40 χρόνια αδράνειας. Αλλά από την άλλη όμως  εκτιμά   ότι οι  προτεινόμενες αλλαγές δεν είναι  τολμηρές, δεν  συμβαδίζουν   με τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στην ελληνική κοινωνία, τις νέες πραγματικότητες που βιώνουν οι γυναίκες (εργασία κλπ) και τις ουσιαστικές ανάγκες των παιδιών.