Μπαίνουν στο αμάξι. Ή μάλλον όχι. Μπαίνουν στα αμάξια τους. Δυο άνθρωποι, ξένοι σχεδόν, δύο, που κάποτε ήταν ένα. Ομοίως, είχαν ένα αυτοκίνητο, ένα σπίτι, ένα κρεβάτι, ένα σκοπό: «Μαζί». Τους παρατηρώ. Εκείνη στρίβει αριστερά, εκείνος τραβά ευθεία κι εγώ στα δεξιά συνεχίζω να τους παρατηρώ, μέχρι που χάνονται εντελώς από το οπτικό μου πεδίο. Αναρωτιέμαι τί πήγε στραβά και οι ζωές τους πήραν χωριστούς δρόμους. Δεν είμαι σίγουρη πως βρίσκω άκρη κι έτσι φτιάχνω έναν ανόητο συνειρμό μέσα στο κεφάλι μου. Οι αγάπες μοιάζουν με οχήματα που πορεύονται πάνω σε τέσσερις τροχούς, με αποσκευές την ελπίδα και το όνειρο, στοιβαγμένες στο πορτ μπαγκάζ.
Το ντεπόζιτο φουλάρει με πάθος, αλλιώς δεν παίρνει μπροστά. Πάθος, απαραιτήτως νοθευμένο με υπομονή, πίστη, κατανόηση. Μην κάνεις τσιγκουνιές, είναι βαρύ το αμάξωμα και θέλει δύναμη για να τραβήξει στην ανηφόρα. Στην αντλία λαδιού συμπλήρωνε μνήμη, γιατί αν ξεχάσεις, καίγεται η μηχανή. Και αέρα, θέλει αέρα στα λάστιχα, αλλιώς θα σου κλατάρει, θα μουλαρώσει σα γαϊδούρι και δεν θα πάει πουθενά. Κι εκείνο το καντράν, να το κοιτάζεις που και που, να σιγουρεύεσαι για τις ενδείξεις, μην έχεις το νου σου μόνο στο τιμόνι. Μηχανικός δεν είμαι, αλλά μια δυο βόλτες, τις έχω κάνει κι εγώ στη ζωή μου. Κάποιες αγάπες, αστραφτερά αυτοκίνητα, καλοσυντηρημένα, που ταξιδεύουν με ασφάλεια και σεβασμό στον κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Φτάνουν πάντα στον προορισμό τους, τι κι αν έχουν αποκτήσει λίγες γρατζουνιές στο δρόμο. Δεν χρειάζονται ανταλλακτικά, έχουν αποθέματα. Βάζουν πρώτη, κατεβάζουν δευτέρα και ξεχύνονται στη ζωή.
Και κάτι αγάπες που τρέχουν με χίλια, δίχως φρένα -κι αν έχουν, δεν πιάνουν. Φεύγουν στη στροφή, κάνουν τούμπες, καραμπόλες, συγκρούονται μετωπικά και γίνονται σμπαράλια. Θρύψαλα παντού οι γυάλινες υποσχέσεις, κι εκείνες οι στιγμές που δεν πρόλαβαν να σωθούν, αιμορραγούν στην άσφαλτο δίπλα σε κάτι ξεψυχισμένα σ’αγαπώ. Πιο πέρα οι βαλίτσες τυλιγμένες στις φλόγες, ένας σωρός από καμένες ελπίδες, στάχτη τα όνειρα. Είναι κι εκείνες οι ταλαίπωρες, σαράβαλα, που πηγαίνουν όπως-όπως. Ξεχαρβαλωμένες, χωρίς αμορτισέρ, σε κάθε τους κίνηση κι ένα εξάρτημα λιγότερο. Μόνο αγάπη δεν θυμίζουν. Αντί να μπουν στη μάντρα προς απόσυρση, επιμένουν να σέρνονται πίσω από τις άλλες, κουτσά στραβά, αγκομαχώντας. Θα τις καταλάβεις από τις έντονες και συνεχής συγκρούσεις, τα ατυχήματα που δεν είναι ποτέ ατυχήματα -και ποτέ ατυχή. Δυστυχή μόνο.
Με αυτές τις σκέψεις, παραλίγο να περάσω το δρόμο ενώ ο «Σταμάτης» φωτίζεται στο φανάρι. Σταματώ και ακόμα δεν έχω βρει άκρη. Ανοίγω το ραδιοφωνάκι μου και ακούω ένα στίχο, που αν και λίγο διαφορετικός, έρχεται και κουμπώνει στον συνειρμό μου: «Είναι αμάξια οι μόνοι και οι σχέσεις τροχαία». Και η αγάπη τι είναι; Δρόμος. Βάζω πρώτη, κατεβάζω δευτέρα και συνεχίζω, με την ελπίδα πως δεν θα προσπεράσω άλλα συντρίμμια στο δρόμο μου. Ούτε σαράβαλα.


































