Τον Κώστα τον γνώρισα όταν κι εγώ ανακάλυπτα τι σημαίνει νυχτερινή ζωή. Ήμασταν παιδιά ακόμη. Εκεί στην ηλικία των 20. Εκείνος λίγο μικρότερος, πίσω από την μπάρα της Έλξις, ψηλά στην Ιωλκού. Πάντα με το χαμόγελο. Από εκείνα τα χαμόγελα που δεν ήταν δημοσχετίστικα, ήταν αληθινά. Πάντα έβρισκε έναν τρόπο να μας βολέψει, ακόμη κι όταν το μαγαζί ήταν γεμάτο. «Κάτσε εδώ», έλεγε, και ξαφνικά υπήρχε χώρος. Κι αν του έλεγα πως ήθελα κάτι γλυκό, πριν καλά -καλά τελειώσω τη φράση, ερχόταν μια σοκολάτα «κερασμένη». Μικρές πράξεις, μεγάλες όμως στην ουσία τους. Γιατί έδειχναν άνθρωπο. Ο Κώστας Βογιατζής δεν έμεινε πίσω από μια μπάρα.
Προχώρησε. Δούλεψε, πάλεψε, ωρίμασε. Μέχρι που έκανε το όνειρό του πραγματικότητα. Τον δικό του χώρο. Ένα εστιατόριο-κόσμημα στον Βόλο. Έναν χώρο φτιαγμένο με κόπο, θυσίες, προσωπική εργασία και πολλή αγάπη. Με το που έμπαινες, καταλάβαινες ότι δεν ήταν απλώς μια επιχείρηση, αλλά μια προέκταση του εαυτού του. Από τον τρόπο που σε καλωσόριζε, την φιλοξενία του, την αισθητική, το μεράκι. Και ύστερα ήρθε ο Σεπτέμβριος του 2023. Οι πλημμύρες χτύπησαν την πόλη και μαζί της το όνειρό του.
«Ενάμιση μέτρο νερό έχει μπει μέσα στο μαγαζί. Τρεις μέρες τώρα η Πυροσβεστική αντλεί νερά… Είναι ολική η καταστροφή μας», έλεγε τότε στο magnesianews.gr. Απ’ έξω τόνοι λάσπης. Από μέσα σιωπή. Κι όμως, ούτε τότε λύγισε. «Δεν πρόκειται να γίνουμε ζητιάνοι», έλεγε. Δεν ζητούσε ελεημοσύνη. Ζητούσε τη δυνατότητα να ξανασταθεί στα πόδια του. Για τους υπαλλήλους του. Για τις οικογένειες που ζούσαν από την επιχείρηση. Για την αξιοπρέπεια. Ήξερε πως η αποζημίωση δεν θα κάλυπτε τα πάντα. Μα ήθελε μια ευκαιρία να ξαναρχίσει. Και προσπάθησε. Δούλεψε ξανά. Με αξιοπρέπεια. Με πείσμα. Και πάντα με εκείνο το γνώριμο χαμόγελο. Μέχρι που η ζωή του επιφύλασσε τη σκληρότερη δοκιμασία. Ο καρκίνος του έδειξε το πιο άγριο πρόσωπό του.
Και αυτή τη μάχη, δυστυχώς, δεν κατάφερε να την κερδίσει. Έφυγε στα 44 του χρόνια. Νωρίς. Πολύ νωρίς. Μα αν κάτι μένει, δεν είναι μόνο η απώλεια. Είναι η μνήμη ενός ανθρώπου που δεν συμβιβάστηκε με τη μετριότητα. Που δούλεψε σιωπηλά. Που στήριξε κόσμο. Που δεν ζήτησε λύπηση, αλλά ευκαιρία. Που ήξερε να προσφέρει, είτε ήταν μια θέση στο μπαρ, είτε μια σοκολάτα, είτε ένα ολόκληρο όνειρο. Ο Κώστας δεν ήταν απλώς ένας επαγγελματίας της εστίασης. Ήταν κομμάτι της πόλης. Από εκείνους τους ανθρώπους που δεν κάνουν θόρυβο, αλλά αφήνουν αποτύπωμα.
Καλό σου ταξίδι, Κώστα. Και ευχαριστούμε για όλα τα «κερασμένα» χαμόγελα.
Κατερίνα Καρεκλίδου



































