«Κλειδί» για τον προϋπολογισμό 2020 η αξιολόγηση των Βρυξελλών

Με τους θεσμούς να προσεγγίζουν συντηρητικά τις ελληνικές προβλέψεις για τη δυναµική της ανάκαµψης φέτος και το 2020, χωρίς όµως να «µαυρίζουν» τις δηµοσιονοµικές προβλέψεις, µπαίνει στην τελική ευθεία η οριστικοποίηση του προϋπολογισµού που θα κατατεθεί στη Βουλή σε μερικές µέρες, ταυτόχρονα µε την παρουσίαση από την Κοµισιόν της έκθεσης για τη µεταµνηµονιακή εποπτεία. Η εν λόγω έκθεση είναι και αυτή που έχει ιδιαίτερα µεγάλη βαρύτητα για την Αθήνα για δύο λόγους: Πρώτον, για το σήµα που θα δώσει στις αγορές, και δεύτερον, γιατί µια θετική έκθεση είναι το κλειδί µε το οποίο θα «ξεκλειδώνουν» σταδιακά «πίστες» στο σύνθετο σχέδιο της κυβέρνησης για µια πολιτική συµφωνία µε τους Ευρωπαίους για χαµηλότερους στόχους πρωτογενών πλεονασµάτων.

Άλλωστε εκεί θα περιλαµβάνεται και η επικαιροποιηµένη ανάλυση βιωσιµότητας του ελληνικού χρέους και είναι µεγάλο στοίχηµα αυτή να δικαιώσει τα επιχειρήµατα της Αθήνας στη συζήτηση για τα χαµηλότερα πλεονάσµατα, η οποία «τρέχει» στο παρασκήνιο εδώ και καιρό.

Θετικά σημάδια
Το κλίµα πάντως που µεταφέρουν ξένοι αξιωµατούχοι για τα ελληνικά ζητήµατα δεν είναι αρνητικό, χωρίς όµως να σηµαίνει πως όλα έχουν επιλυθεί. Μέχρι το κρίσιµο Eurogroup στις 4 ∆εκεµβρίου, όπου όλες οι πλευρές θεωρούν πως θα γίνει µια ουσιαστική συζήτηση για την Ελλάδα, υπάρχουν ακόµη αρκετές εκκρεµότητες που πρέπει να διευθετηθούν στο πλαίσιο της τέταρτης αξιολόγησης και όχι µόνο, προκειµένου να ανοίξει ο δρόµος για µια εποικοδοµητική κουβέντα µε τους δανειστές.

Ο Κλάους Ρέγκλινγκ πάντως σε δηλώσεις του πριν από λίγες µέρες, αν και σε ήπιους τόνους, έσπευσε να υπενθυµίσει σε όλους πως το πιο σηµαντικό θέµα για τον Ευρωπαϊκό Μηχανισµό Σταθερότητας θα είναι, για πολλές δεκαετίες, το να παρακολουθεί τις εξελίξεις στην Ελλάδα, καθώς οι Ευρωπαίοι έχουν δανείσει περισσότερα από 200 δισ. ευρώ στην Ελλάδα και πρέπει να εξασφαλιστεί πως η χώρα θα είναι σε θέση να αποπληρώσει αυτά τα δάνεια.

Στέλνοντας µε τον τρόπο του ένα σαφές µήνυµα προς πάσα κατεύθυνση πως τίποτα δεν θα χαριστεί στη χώρα που καλείται να αποδείξει (και) το 2020 ότι είναι δηµοσιονοµικά πειθαρχηµένη αλλά και ότι είναι ικανή να επιταχύνει αισθητά τον ρυθµό ανάπτυξης, πετυχαίνοντας αύξηση του ελληνικού Ακαθάριστου Εγχωρίου Προϊόντος κατά 2,8%, κυρίως µε την προσέλκυση ξένων άµεσων επενδύσεων.

Από την πλευρά τους οι Ευρωπαίοι εµφανίζονται στις προβλέψεις τους πιο συγκρατηµένοι, όπως ήταν άλλωστε και στις συναντήσεις που είχαν τον Σεπτέµβριο µε τις ελληνικές Αρχές για την τέταρτη αξιολόγηση και υιοθετούν πρόβλεψη για ανάπτυξη 2,3% τον επόµενο χρόνο και επιφυλάσσονται εάν τελικά η εξέλιξη της οικονοµίας το 2020 είναι πιο κοντά στις ελληνικές προβλέψεις να αναθεωρήσουν µε την πρώτη ευκαιρία, που θα µπορούσε να είναι για παράδειγµα η δηµοσιοποίηση των εαρινών προβλέψεων της Κοµισιόν.

Ως προς τα ανοικτά θέµατα που κυριαρχούν στις συζητήσεις µε τους θεσµούς εν όψει και της αξιολόγησης από το Eurogroup της µεταµνηµονιακής πορείας της χώρας είναι η ολοκλήρωση των διαβουλεύσεων για το πλαίσιο διαχείρισης των κόκκινων δανείων µέσω του σχεδίου «Ηρακλής», η οµαλή πορεία µεγάλων ιδιωτικοποιήσεων µε το Ελληνικό, τη ∆ΕΠΑ, τα ΕΛΠΕ και την αναδιάρθρωση της ∆ΕΗ στο επίκεντρο, η πρόοδος του πλαισίου προστασίας της πρώτης κατοικίας και το σχέδιο εκκαθάρισης των ληξιπρόθεσµων οφειλών του ∆ηµοσίου προς ιδιώτες. Μέσα στον µήνα αναµένεται επίσης να ψηφιστεί το νέο φορολογικό νοµοσχέδιο που φέρνει πακέτο φοροελαφρύνσεων και αναπτυξιακού χαρακτήρα µέτρων 1 δισ. ευρώ που θα τεθούν σε εφαρµογή τον επόµενο χρόνο. Σε εκκρεµότητα παραµένει και το θέµα του νέου κύµατος κοινωνικού µερίσµατος για τη φετινή χρονιά -καθώς δεν έχει ακόµη «κλειδώσει» το εύρος του- αλλά και η αρχιτεκτονική του, µε ορισµένες πηγές πάντως να εµφανίζονται αρκετά επιφυλακτικές µέχρι τις τελικές αποφάσεις σε σχέση µε τις προσδοκίες που έχουν καλλιεργηθεί.

Στο µοτίβο του 2019 ο δηµόσιος δανεισµός
Στα ίδια επίπεδα µε τα περσινά θα µπορούσε να κινηθεί το νέο ετήσιο δανειακό πρόγραµµα του ελληνικού ∆ηµοσίου, το οποίο όπως και πέρυσι πρόκειται να ανακοινωθεί στις αγορές στα τέλη ∆εκεµβρίου. Με δεδοµένο ότι το ελληνικό ∆ηµόσιο δεν αντιµετωπίζει τον επόµενο χρόνο ουσιαστικές χρηµατοδοτικές ανάγκες, οι όποιες εκδόσεις κάνει θα είναι περισσότερο στρατηγικού χαρακτήρα για να αυξηθεί η εµπορευσιµότητα στην ελληνική αγορά χρέους και να «χτιστούν» νέα σηµεία αναφοράς, καθώς η χώρα θα προσεγγίζει σταδιακά τα επίπεδα της επενδυτικής βαθµίδας. Οπως επίσης είναι ήδη ορατό, συνεχίζεται και το πιθανότερο είναι να συνεχιστεί η µείωση της έκθεσης του ελληνικού ∆ηµοσίου σε έντοκα γραµµάτια, µειώνοντας έτσι το ρίσκο τακτικής αναχρηµατοδότησης αλλά και δηµιουργώντας χώρο για νέες εκδόσεις.

Σχετικά µε το ενδεχόµενο αποπληρωµής νέων δανείων του ∆ΝΤ, αυτό θα εξαρτηθεί από τις συνθήκες που θα επικρατούν στις αγορές τον επόµενο χρόνο, καθώς η όποια πιθανή απόφαση συνδέεται άρρηκτα µε συγκεκριµένες δεσµεύσεις που έχουν να κάνουν µε το µέσο κόστος δανεισµού του ∆ηµοσίου. Το βέβαιο είναι ότι οι κινήσεις στην ελληνική αγορά οµολόγων φέτος ήταν πολύ ενθαρρυντικές, καθώς πέρα από τη ραγδαία αποκλιµάκωση στο κόστος δανεισµού του ∆ηµοσίου σε ιστορικά χαµηλά επίπεδα υπερκαλύφθηκαν οι ποσοτικοί στόχοι του ετήσιου δανειακού προγράµµατος µε ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους.

Το µεγάλο στοίχηµα είναι την επόµενη χρονιά να διατηρηθεί το θετικό momentum για τους ελληνικούς τίτλους στη διεθνή αγορά και να βελτιωθεί περαιτέρω το προφίλ των αγοραστών των νέων ελληνικών οµολόγων.