Κι ακόμα ζω μες τον λαβύρινθο…

Τον Βασίλη δεν τον γνώριζα. Έμελλε να μάθω για εκείνον, μετά θάνατον. Γράφτηκαν πολλά αυτές τις μέρες για εκείνον. Για τους αγώνες που έδωσε για έναν καλύτερο κόσμο, για την αντίθεση του στην καύση σκουπιδιών στον Βόλο, για την αστυνομική βία που ένιωσε με τον πιο άγριο τρόπο στο πετσί του. Δεν ξέρω αν πολλοί γνώριζαν ότι ο Βασίλης αποτύπωνε τις σκέψεις του. Κι εγώ τυχαία το ανακάλυψα, από μια ανάρτηση φίλου του. Διάβασα ένα – ένα τα κείμενα του, λέξη- λέξη σε ένα μπλογκ που είχε δημιουργήσει. Θα αφήσω λοιπόν εκείνον να μιλήσει για τον εαυτό του και μοιράζομαι μαζί σου τις σκέψεις του.

Έγραφε ο Βασίλης Μάγγος «Ξύπνησα σε ένα κόσμο λαβύρινθο. Έβλεπα αυτόν το κόσμο με τα μάτια μου, αλλά δεν ήμουν ακριβώς σίγουρος αν τον βλέπω με τα μάτια μου ή αν βλέπω πίσω απ’ τα μάτια μου ή συμβαίνει κάτι άλλο. Δεν είχα συγκεκριμένη φωνή. Βρήκα ένα λουλούδι. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν τριαντάφυλλο ή παπαρούνα, το σχήμα του ήταν ακαθόριστο και όλα πάνω του μαρτυρούσαν την αγάπη και το μίσος. Διέσχισα συντρίμμια, πολλά συντρίμμια όπου αναδύθηκαν από μέσα τους όμορφες σκιές μυστηριωδών γυναικών που μου προσέφεραν τη τέλεια ευχαρίστηση κοντά τους, αρκεί να αρνηθώ το κάθε τι πραγματικό,το κάθε τι χειροπιαστό σ’αυτό το κόσμο και να πάω κοντά τους. Το συμβόλαιο ήταν απλό και δεν χρειαζόταν καμία υπογραφή: Αιώνιος πόνος για δεύτερα(καμιά φορά ίσως και δευτερόλεπτα)ευτυχίας.

Απλό, κατανοητό. Δίκαιο. Έφυγα βιαστικά για το σταθμό. Ρώτησα την υπάλληλο πότε φεύγει το επόμενο τραίνο και όταν με ρώτησε πίσω το «για που», της απάντησα «γενικά».»Στις έξι και τριανταοχτώ», μου λέει, «φεύγει από τη γραμμή ένα το τραίνο με τελικό προορισμό…»Την έκοψα βιαστικά με ένα «εντάξει ,εντάξει, ευχαριστώ» και απομακρύνθηκα από την προσβολή των ανθρώπων. Αποσκευές δεν είχα πάρει, ίσα-ίσα,είχα πετάξει κάποια πράγματα πριν φύγω. Έξι και τριανταοχτώ, λοιπόν. Η ώρα ήταν μόλις πατημένες έξι. Ήξερα πως είχα 38 λεπτά μπροστά μου, τα τελευταία 38 λεπτά που θα μετρούσα σε χρόνο. Δεν μου έκανε καμία αίσθηση αυτό, σκέφτηκα απλώς ότι μέσα σε αυτά τα λεπτά θα μπορούσα να αυτοκτονήσω, να σκοτώσω ή να κάνω διάφορα άλλα ωραία πράγματα, αν μου ερχόταν αυτά στο μυαλό. Αποφάσισα να στείλω το πνεύμα μου πίσω ,μιας και το σώμα μου αδυνατούσε να γυρίσει.

Θυμήθηκα πως αυτό το βεβιασμένο «αντίο» στους γύρω κοντινούς μου δεν τους το είχα πει ποτέ κι ας είχα αυτή την αίσθηση μέχρι τώρα. Μέσα σε τρία λεπτά, όμως, κατάλαβα πως το πνεύμα κάθε ανθρώπου από μόνο του δεν μπορεί να πει καμία κουβέντα σε κανέναν άλλον άνθρωπο από μόνο του. Χρειάζεται τη βοήθεια του σώματος. Ξέρεις, για να μπορέσει να γράψει, να μιλήσει, να τραγουδήσει, να χορέψει, να ζωγραφίσει ή ότι άλλο θέλει να κάνει κάθε πνεύμα και δεν μπορεί από μόνο του. Αυτή είναι και η μοναδική χρησιμότητα του σώματος: Να βοηθάει το πνεύμα να εκφραστεί. Εγώ όμως, επειδή ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με το σώμα, αμέσως παράτησα κι αυτή μου τη προσπάθεια, χωρίς να μετανιώσω, παραμένοντας το ίδιο ατάραχος. Ήμουν πολύ ταραγμένος από μόνος μου και τίποτα δεν μπορούσε να μου χαλάσει τη ταραχή. Έτσι, παρέμενα ατάραχος.

Η αγαπημένη μου ασχολία, αυτή που ποτέ δεν κατάλαβα ότι είναι «αγαπημένη», ούτε καν «ασχολία», ήταν το να μονολογώ. Μονότονοι διάλογοι με τον εαυτό μου, ώρες σιωπής και εξωτερικεύσεις πανικού όταν έβγαινα από τη σπηλιά μου. Ποτέ κανείς δεν ήθελα να καταλάβει πως ήμουν κάτι σαν αναζητητής ή δυστυχισμένος εκ φύσεως. Αυτοί που το ‘πιασαν, οι ελάχιστοι, με θύμωσαν. Μα πως θα μπορούσα τώρα να αφιερώνω το χρόνο μου αποκλειστικά στις μπλεγμένες συνθέσεις που ξεκινούσαν και κατέληγαν μόνο μέσα μου; Έτσι κι αλλιώς, για τη δυστυχία υπήρχε και η ανεκπλήρωτη ευτυχία(ή έστω κάποιες στιγμές χαράς, ναι, αυτή την εφήμερη έννοια λέω),μα για την εσωτερική αναζήτηση δεν μπορούσε κανείς να κάνει τίποτα. Έρωτες, φιλίες, διάφορες άλλες σχέσεις, ζωή…Όλα εμπόδια. Τώρα, βέβαια, έχω καταλάβει πως ίσως εγώ ήμουν το εμπόδιο γι’ αυτά που αποκαλούσα εμπόδια, αλλά λίγη σημασία έχει.

Έχω χαρίσει ήδη τη ψυχή μου στο βασίλειο του αλλόκοτου αυτού δικού μου κόσμου και πλέον είναι μόνο δικός μου, κανείς άλλος δεν μπορεί να τον προσεγγίσει. Εκεί, δεν υπάρχουν βασιλιάδες και αυλικοί. Είναι απλώς ένα βασίλειο. Του Βασίλειου. Κι ακόμα ζω μες τον λαβύρινθο».

Καλό του ταξίδι…